Άρθρο στην εφημερίδα «ΑΥΓΗ»_Σε νέο τούνελ λιτότητας_

Η υποτίμηση της δραχμής και ο τρόπος με τον οποίο αυτή έγινε, σηματοδοτούν την είσοδο της ελληνικής κοινωνίας σ’ ένα νέο τούνελ  λιτότητας με απροσδιόριστο τέλος. Όλα όσα λέγονται για 18μηνη διάρκεια έχουν την ίδια αξιοπιστία με τους όρκους πίστης στη «σκληρή δραχμή» που ακούγαμε ως πρόσφατα.

Η ελληνική οικονομία, αν ισορροπήσει με τη νέα ισοτιμία της δραχμής, θα το πετύχει σ’ ένα κατώτερο επίπεδο πραγματικών αμοιβών και απασχόλησης. Αυτό, όμως, είναι το αισιόδοξο σενάριο! Δεν είναι  αθόλου βέβαιο ότι αυτό θα επικρατήσει.Όπως το 1985…

Η εκτίμηση αυτή προκύπτει αν απογυμνώσουμε το γεγονός από το περιτύλιγμά του. Το γεγονός στην προκειμένη περίπτωση είναι μία υποτίμηση αναγκαστική, όπως ήταν και η υποτίμηση του 1985. Και στις δύο περιπτώσεις, η υποτίμηση δεν ήταν συστατικό στοιχείο ενός αναπτυξιακού σχεδιασμού, αλλά κίνηση αποκατάστασης συγκαλυμμένων ανισορροπιών. Δεν είχαν προωθητικό – αναπτυξιακό χαρακτήρα, αλλά συνιστούσαν μία ανώμαλη προσγείωση στην πραγματικότητα.

Το 1985 η ανισορροπία αφορούσε στην εκρηκτική διόγκωση του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών. Το 1998 η ανισορροπία εκδηλώθηκε με τα καταστροφικά υψηλά επιτόκια, τα οποία επέβαλε η στήριξη μιας τεχνητής ισοτιμίας της δραχμής.

Το βαρύ κόστος της υποτίμησης, συνεπώς, τόσο του 1985, όσο και της σημερινής, αφορά λογαριασμούς και λάθη πολιτικής του παρελθόντος. Γι’ αυτό και τα «θετικά» της υποτίμησης του 1985 εξανεμίστηκαν γρήγορα. Ο ίδιος κίνδυνος υπάρχει και σήμερα, ιδίως, αν δεν ελεγχθούν άμεσα και αποτελεσματικά τα φαινόμενα κερδοσκοπίας που ήδη παρατηρούνται. Σε ό,τι αφορά το «περιτύλιγμα», εδώ πράγματι έχουμε διαφορά. Το 1985 ο κ. Σημίτης πληροφορούσε τον ελληνικό λαό ότι καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα παράγει και γι’ αυτό υποτίθεται έπρεπε να γίνει η υποτίμηση. Τώρα, προβάλλουν τον προθάλαμο για το ευρώ, θέλοντας, έτσι, να «χρυσώσουν» το πικρό χάπι. Ωστόσο, η ελληνική κοινωνία από το 1985 ως σήμερα, έγινε λιγότερο παραγωγική, πιο καταναλωτική, σπάταλη και άνιση. Έτσι, και η ζωή θα δείξει αν τα συντελούμενα σήμερα μας προσεγγίζουν ή μας αποκλίνουν και μας απομακρύνουν από την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Και στις δύο όμως περιπτώσεις το πραγματικό γεγονός ήταν το ίδιο: η υποτίμηση ήλθε να αναγνωρίσει την αποτυχία της ασκούμενης πολιτικής. Ειδικά σήμερα, η υποτίμηση επιβλήθηκε διότι το σύστημα προστασίας της δραχμής με τα υψηλά επιτόκια απειλούσε με κατάρρευση ολόκληρη την οικονομία. Αυτήν την κατάρρευση, αυτή την αποτυχία ονομάζουν «επιτυχία» για την οποία, μάλιστα, ο ελληνικός λαός πρέπει να νιώθει υπερήφανος!Έκρυβαν το πρόβλημα

Πολλοί ρωτούν αν υπήρχε άλλη λύση.Η εναλλακτική λύση είναι συνάρτηση του χρόνου. Το ερώτημα, δηλαδή, είναι αν όλη η περίοδος 1993-1998 μπορούσε να αξιοποιηθεί διαφορετικά. Κι εδώ μόνο παπαγάλοι της εκάστοτε κυβερνητικής προπαγάνδας μπορούν να ισχυριστούν το αντίθετο.

Αλλά και στη συγκεκριμένη περίπτωση της υποτίμησης, για να μιλήσει κανείς για λύση, προϋποτίθεται η αναγνώριση του προβλήματος. Το πρόβλημα υπήρχε. Η δραχμή είχε «αυτοπαγιδευτεί» κατά τη διατύπωση του κ. Χαλικιά, πρώην διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, σε μια συναλλαγματική πολιτική που όριζε την ισοτιμία της δραχμής με «διατάγματα». Θεωρώντας ότι το πρόβλημα υπήρχε στα μυαλά των επενδυτών και όχι στην ίδια την οικονομία προσπαθούσαν να το προσπεράσουν με επικοινωνιακά τρικ και υψηλά επιτόκια. Έτσι, ένα πρόσκαιρο μέτρο πολιτικής -«σκληρή δραχμή»- έγινε μόνιμος και κατά την κυβέρνηση «ακρογωνιαίος λίθος» της κυβερνητικής πολιτικής. Ας το πούμε τώρα ανοιχτά. Αυτή η αντίληψη εμπεριείχε μέσα της ακόμη και τον κίνδυνο μιας οικονομικής χρεοκοπίας, όπως ουσιαστικά έγινε στο Μεξικό.

Ως χώρα δηλαδή, αντιμετωπίζαμε ένα πρόβλημα δύσκολο, αλλά όχι ασυνήθιστο, το γνωστό «exit problem», δηλαδή, το πρόβλημα της εξόδου από μία παγιδευτική κατάσταση. Όλοι οι πρώην διοικητές της Τράπεζας της Ελλάδος, Χαλικιάς, Ζολώτας, Πεσματζόγλου, Χριστοδούλου, έμμεσα ή άμεσα, συγκαλυμμένα ή ανοιχτά, το αναγνώριζαν. Μόνο η κυβέρνηση το αγνοούσε.

Λοιδωρούσε, μάλιστα, τόσο αυτή, όσο και οι «παπαγάλοι» της κάθε συζήτηση γύρω απ’ αυτό. Η συναλλαγματική πολιτική εθεωρείτο «ταμπού». Κάθε αμφισβήτηση αυτού του ταμπού εθεωρείτο ανοσιούργημα, αν όχι και εθνική προδοσία ή ανευθυνότητα.

Εμείς, λοιπόν, δεν εγκαλούμε την κυβέρνηση επειδή δεν μας ενημέρωσε… για την υποτίμηση, όπως ορισμένοι ευτελώς προπαγανδίζουν. Την εγκαλούμε διότι ως και την τελευταία στιγμή αρνείτο την ύπαρξη προβλήματος, όπως και σήμερα, αναιδέστατα, αρνείται ακόμη και να αναγνωρίσει τα κοινωνικά δράματα τα οποία οδηγεί η πολιτική της.Υπήρχαν και άλλες λύσεις

Ωστόσο, αν αναγνωριζόταν το πρόβλημα, μπορούσαν να συζητηθούν και να σχεδιαστούν λιγότερο επώδυνες λύσεις. Για παράδειγμα, μια αλλαγή της συναλλαγματικής πολιτικής σε κάποια ανύποπτη στιγμή πριν από το ξέσπασμα των πιέσεων στη δραχμή θα μπορούσε, ενδεχομένως, να τις είχε αποτρέψει ή περιορίσει. Και ο πληθωρισμός; Μα αυτό ήταν το πρόβλημα. Στήριξαν την αντιπληθωριστική τους πολιτική στη «σκληρή δραχμή» και όχι στη βελτίωση της παραγωγικότητας, στη μείωση του εισαγόμενου πληθωρισμού (μέσω της σκληρής δραχμής) και όχι στη βελτίωση των όρων της πραγματικής οικονομίας.

Επίσης, ένας συνδυασμός της υποτίμησης, όποτε κι αν γινόταν, μ’ ένα αναπτυξιακό σχεδιασμό, με στόχο τη διεύρυνση της παραγωγής, την αύξηση των εξαγωγών, την ανάκτηση τμήματος της εσωτερικής αγοράς θα μπορούσε να μεγιστοποιήσει τα οφέλη και να αμβλύνει τις αρνητικές παρενέργειες. Μια τέτοια αναπτυξιακή υποτίμηση ή προωθητική διολίσθηση είναι εντελώς έξω από τη στενή λογιστική σταθεροποιητική αντίληψη των τραπεζιτών και του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ας γίνει επιτέλους αντιληπτό ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο «θέλει» σταθερότητα, βολεύεται μ’ αυτήν, περισσότερο κι από την ανάπτυξη.

Έτσι, αντί γι’ αυτό, η κυβέρνηση συνδυάζει την υποτίμηση με εκτεταμένη ιδιωτικοποίηση και με μία χωρίς προσχήματα προσχώρηση στο Νεοφιλελεύθερο συντηρητικό μοντέλο, σε μία περίοδο που αυτό διεθνώς, αμφισβητείται και ως προς τις κοινωνικές του συνέπειες και ως προς την οικονομική αποτελεσματικότητά του.

Τέλος, η διαχείριση της συναλλαγματικής ισοτιμίας θα ήταν σαφώς πιο άνετη υπό συνθήκες ακόμη χαμηλότερου πληθωρισμού, δηλαδή, μετά από ένα – δύο χρόνια. Αυτό, όμως, προϋπέθετε μια ευρύτερη διαπραγμάτευση και συμφωνία με την Ε.Ε. -όπως είχαμε προτείνει και κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού- που η κυβέρνηση ή δεν επεδίωξε ή δεν πέτυχε.

Κατά την προσωπική μας άποψη, η έξοδος από την παγιδευτική κατάσταση της «σκληρής δραχμής» ήταν αναγκαστική. Έπρεπε, όμως, να γίνει είτε με «αναπτυξιακή υποτίμηση» είτε με μια «προωθητική διολίσθηση». Μπορούσε να γίνει «χθες». Μπορούσε να γίνει «αύριο». Όχι τώρα.

Έπρεπε να ενταχθεί σ’ ένα πακέτο μέτρων, ορθότερα σ’ ένα αναπτυξιακό σχεδιασμό επαναρρύθμισης των αγορών και όχι σε μια λογική νεοφιλελεύθερης απορρύθμισής τους.

Έπρεπε να συνοδευτεί με φορολογικούς και άλλους μηχανισμούς κατανομής του κοινωνικού κόστους και όχι με πολιτικές που οδηγούν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας στην κοινωνική εξαθλίωση. Άρα, εναλλακτικές λύσεις υπήρχαν και ως προς τον χρόνο και ως προς το περιεχόμενο της υποτίμησης και ως προς τον όλο οικονομικό σχεδιασμό.

Η «έξοδος» συνεπώς, από την παγιδευτική κατάσταση της «σκληρής δραχμής» έγινε στο χειρότερο χρόνο, με τον χειρότερο τρόπο. Γι’ αυτό, η νέα ισορροπία παραμένει ασταθής και οι κοινωνικές συνέπειες θα αποδειχθούν σκληρότατες.

Τώρα που η υποτίμηση έγινε, όπως έγινε, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται μ’ ένα βαρύ λογαριασμό στο χέρι, και για μία ακόμη φορά οι κοινωνικοί και οι πολιτικοί αγώνες θα κρίνουν ποιος θα τον πληρώσει τελικά!

Η Ειδική Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου «Η Παρέμβαση της Επιτροπής στην Ελληνική Χρηματοπιστωτική Κρίση» είναι εξαιρετικά σημαντική και πρέπει να αξιοποιηθεί, καθώς τα συμπεράσματά της είναι διδακτικά. Η Έκθεση αναγνωρίζει ότι τα Μνημόνια στερούνταν συνολικής αναπτυξιακής στρατηγικής και όχι μόνο απέτυχαν να επαναφέρουν έγκαιρα τη χώρα σε αναπτυξιακή τροχιά, αλλά την καθήλωσαν με απώλεια περισσότερου από το 25% του ΑΕΠ της. Συνεπώς, η επικείμενη έξοδος από το Πρόγραμμα τον Αύγουστο του 2018 αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία και αυξάνει την ευθύνη μας. Η έξοδος από το καθεστώς ειδικής επιτροπείας δεν έχει μόνο συμβολική διάσταση, αλλά συνιστά μια πράξη που αναδεικνύει την ουσιαστική δυνατότητα-αφετηρία για τη συγκρότηση ενός νέου παραγωγικού υποδείγματος που θα αντιμετωπίζει τις αιτίες των παθογενειών του παρελθόντος και θα θέτει τις βάσεις για Δίκαιη και Βιώσιμη Ανάπτυξη. ... See MoreSee Less

View on Facebook

Latest Twetter Feeds

YDragasakis @YDragasakis
Γιάννης Δραγασάκης  @YDragasakis
RT @PrimeministerGR:Παρέμβαση στη Διάσκεψη Κορυφής της ΕΕ, για τα κοινωνικά θέματα, τη δίκαιη απασχόληση και την ανάπτυξη.… https://t.co/XQiM7KEKgd 
Γιάννης Δραγασάκης  @YDragasakis
RT @gkatr:Με τον Πρωθυπουργό στη Σύνοδο Κορυφής του Γκέτεμποργκ. Για την υπεράσπιση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου, δεσμε… https://t.co/7z79mDXlqv 
Γιάννης Δραγασάκης  @YDragasakis
RT @atsipras:Η εξέγερση του Νοέμβρη εξακολουθεί να εγείρει συνειδήσεις και να φωτίζει τους κοινωνικούς αγώνες του σήμερα.… https://t.co/cBYGR2UacJ 
Γιάννης Δραγασάκης  @YDragasakis
RT @syriza_gr:ΣΥΡΙΖΑ: Η εξέγερση του Πολυτεχνείου παραμένει φωτεινός φάρος κι οδηγός κάθε δημοκρατικού αγώνα… https://t.co/mhzCoMHW4e 
Γιάννης Δραγασάκης  @YDragasakis
RT @ERTsocial:.@YDragasakis: H έξοδος από το μνημόνιο είναι αφετηρία για ανάπτυξη https://t.co/VLXoYQxOm6 https://t.co/AfIfbcpNM0 

Επικοινωνία

Ζαλοκώστα 10
10671, Αθήνα

τηλ (+30) 210 – 368 2911
fax (+30) 210 – 368 2701

e-mail
ydragasakis@parliament.gr
ydragasakis@vicepresident.gov.gr