Άρθρο στο Ιταλικό Περιοδικό Sistema Italia για το Μέλλον της Ευρώπης

Η επέτειος για τα 50 χρόνια από τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί πράγματι μια καλή ευκαιρία για την ανάπτυξη ενός προβληματισμού για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συνάρτηση φυσικά και με την ως τώρα πορεία της. Πολύ περισσότερο που η Ε.Ε. βρίσκεται εδώ και μερικά χρόνια σε μια κατάσταση εμπλοκής.

Σημαντικά βήματα σε κάποιους τομείς, όπως η δημιουργία του ευρώ, συνυπάρχουν με στασιμότητα ή και υποχώρηση σε άλλους, όπως είναι η κοινωνική Ευρώπη. Ταυτόχρονα, το όλο εγχείρημα του λεγόμενου Ευρωσυντάγματος ανέδειξε τη δυσπιστία μεγάλης μερίδας των πολιτών, αλλά και μια αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στους Ευρωπαίους πολίτες και την πορεία της Ε.Ε.

Τα ερωτήματα, συνεπώς, ως προς το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανάγονται, σε μεγάλο βαθμό, στη στάση των πολιτών και των ευρωπαϊκών λαών και τους παράγοντες που θα διαμορφώνουν τη στάση αυτή στο μέλλον.

Δεν πιστεύω, σε κάθε περίπτωση, ότι έχουν νόημα συζητήσεις ή σενάρια για το μέλλον της Ευρώπης, που διατυπώνονται ερήμην των λαών, των πολιτών, ερήμην των εργαζόμενων τάξεων ειδικότερα των αναγκών και των προσδοκιών τους. Το θέμα δεν είναι τεχνοκρατικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό.

Αυτό υποδηλώνει και η ιστορία της ίδιας της ευρωπαϊκής ιδέας. Χωρίς να μειώνω καθόλου τη συμβολή συγκεκριμένων διανοητών στη μορφοποίηση αυτής της ιδέας, ιστορικό γεγονός αποτελεί ότι η συγκρότηση της τελευταίας ήταν καρπός μιας μακράς ιστορικής διαδρομής αιώνων. Αξιοσημείωτο είναι μάλιστα το γεγονός ότι η ιδέα της ενωμένης Ευρώπης –υπό διάφορες εκδοχές–  “φούντωνε”  και αποκτούσε λαϊκό έρεισμα στη διάρκεια μεγάλων πολέμων και αιματηρών αναμετρήσεων.

Η ιδέα, συνεπώς, της ενωμένης Ευρώπης, ήταν εξαρχής συνυφασμένη με την ανάγκη και την ελπίδα μιας διαρκούς ειρήνης. Και ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Ε.Ε., με τη μορφή της Ε.Ο.Κ., άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά ακριβώς στο τέλος ενός από τους πλέον αιματηρούς πολέμους, παρόλο που, στην αρχική ιδρυτική φάση της,  μπορεί κανείς να εντοπίσει διαφορετικές σκοπιμότητες ακόμη και ψυχροπολεμικής υφής.

Αποτελεί όμως πλέον κοινό τόπο ότι ο αγώνας για την ειρήνη στην εποχή μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την εξάλειψη της φτώχειας, την καταπολέμηση των ανισοτήτων και την προστασία του περιβάλλοντος τόσο σε παγκόσμια όσο και σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

Μπορεί να ξαναγίνει, λοιπόν, η Ε.Ε. πηγή ελπίδας για τους λαούς; Μπορεί να αποκτήσει το λαϊκό έρεισμα που της λείπει; Πιστεύω πως το ερώτημα αυτό μπορεί να βρει μια θετική, καταφατική απάντηση. Αυτό όμως μπορεί να γίνει με αλλαγή πορείας και πολιτικής.

Θα μπορέσει η Ε.Ε. να αναδειχθεί σ’ έναν αυτόνομο παράγοντα παγκόσμιας εξέλιξης ή θα λειτουργεί ως μια συμπληρωματική ή ακόμη και δορυφορική δύναμη των ΗΠΑ. Θα μπορέσει να γίνει φορέας μιας πολιτικής ειρήνης, δικαιοσύνης και αλληλεγγύης ή θα λειτουργεί ως φορέας πολιτικών που στηρίζονται στο ¨δίκαιο του ισχυρότερου”;

Ανάλογα διλήμματα διαπερνούν και την εσωτερική συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η υπάρχουσα συγκρότηση και λειτουργία της Ε.Ε. δε δίνει χώρο ούτε ρόλο στους πολίτες ούτε τρόπο να παρέμβουν ουσιαστικά για θέματα που τους αφορούν. Θα μπορέσει να υπάρξει μια αναζωογόνηση και διεύρυνση της Δημοκρατίας σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο;

Η υπερανάπτυξη των νομισματικών και αγοραίων θεσμών συνοδεύεται από την ατροφικότητα της πολιτικής της Ευρώπης και ειδικά της πολιτικής για την κοινωνική Ευρώπη, την πλήρη απασχόληση και το περιβάλλον. Θα μπορέσει αυτή η “δομική ασυμμετρία” να αναστραφεί υπέρ μιας στρατηγικής πραγματικής κοινωνικής και περιφερειακής σύγκλισης; Κατά την άποψή μου το μέλλον της Ε.Ε. και κυρίως η ποιότητα αυτού του μέλλοντος συναρτάται με κρίσιμα πολιτικά διλήμματα, ορισμένα από τα οποία προσπάθησα να επισημάνω.