«Επιταχυντές της ακρίβειας τα ανεξέλεγκτα κέρδη και η υψηλή έμμεση φορολογία»

Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής, στη συζήτηση για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και την τροπολογία επί του Νόμου Κατσέλη.

Το βίντεο της ομιλίας

 

Σημεία της ομιλίας

– Η τροπολογία για τη ρύθμιση των οφειλών δανειοληπτών του νόμου Κατσέλη επιβεβαιώνει ότι υπήρχε πρόβλημα, το οποίο δεν αντιμετωπιζόταν με ευθύνη της κυβέρνησης και των τραπεζών. Αν δεν υπήρχαν οι δικαστικές προσφυγές δανειοληπτών και η απόφαση του Αρείου Πάγου, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι θα παρατεινόταν ένα καθεστώς ασυδοσίας σε βάρος των δανειοληπτών. Αυτό το θέμα επιβεβαιώνει, επίσης, μια ιδιόμορφη διαπλοκή ανάμεσα στην κυβέρνηση, τις τράπεζες, αλλά δυστυχώς και την Τράπεζα της Ελλάδος. Είναι ενδεικτικό ότι και μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου υπήρξαν φωνές που επιχείρησαν να νοθεύσουν, να αναστείλουν ή να ακυρώσουν την εφαρμογή της. Με την ευκαιρία, αναφέρω ότι δεν υπάρχει χώρα της Ευρώπης στην οποία ο διοικητής κεντρικής τράπεζας να έχει τρίτη θητεία, ενώ σε πολλές με νόμο απαγορεύεται και η δεύτερη.

– Είναι γνωστό ότι οι τράπεζες υπάρχουν στην Ελλάδα χάρη στις θυσίες του ελληνικού λαού. Oι ανακεφαλαιοποιήσεις και η στήριξη των τραπεζών στοίχισαν πάνω από 50 δισ. ευρώ. Κάποιοι θέλουν να ξεχαστεί αυτό, μόνο που οι κοινωνίες δεν ξεχνούν. Οι τράπεζες έχουν καταγράψει τεράστια κέρδη και αξίζει να συζητηθεί στη Βουλή η προέλευση των κερδών. Αλλά σήμερα, λόγω χρόνου, θα μιλήσω για τη χρήση των κερδών.

– Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 οι συντελεστές φορολόγησης των κερδών στην Ελλάδα και γενικά στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν 40%-45%. Σήμερα η φορολογία κερδών στην Ελλάδα είναι στο 22%. Αυτή είναι μια παγκόσμια τάση. Πώς δικαιολογήθηκε αυτή η τεράστια μείωση της φορολογίας των κερδών, όταν η έμμεση φορολογία είναι τόσο ψηλά; Είπαν ότι μειώνοντας την φορολογία των κερδών θα έχουμε επενδύσεις. Και αντ΄ αυτού έχουμε παγκοσμίως μείωση των παραγωγικών επενδύσεων. Επενδύσεις γίνονται κυρίως  στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Επίσης οι τράπεζες μοιράζουν τα κέρδη σε μερίσματα, σε ποσοστά που φτάνουν το  80% έως και 90%. Όταν, λοιπόν, μια τράπεζα μοιράζει σχεδόν όλα τα κέρδη στους μετόχους της, πού είναι οι επενδύσεις;

– Σε όλη την Ευρώπη υπάρχει ο εταιρικός συντελεστής  φορολόγησης των κερδών  και ο συντελεστής μερισμάτων. Αν μια χώρα θέλει να έχει χαμηλούς συντελεστές στα κέρδη, έχει υψηλούς στα μερίσματα. Η Ολλανδία έχει 13% συντελεστή στα κέρδη και 53% στα μερίσματα. Υπάρχει πρόκληση εδώ. Θέτω, λοιπόν, το εξής θέμα: η χρήση των κερδών μπορεί να γίνεται ερήμην των αναγκών της κοινωνίας και της οικονομίας; Ή θα υπάρξει μια οικονομική λογική, που θα μπορούσε να προβλέπει χαμηλότερο συντελεστή στα επενδυόμενα κέρδη και υψηλότερο στα διανεμόμενα;

– Όμως το σημαντικότερο πρόβλημα της κοινωνίας είναι η ακρίβεια. Η κυβέρνηση την ονομάζει εισαγόμενη. Όμως, αν η πηγή της ακρίβειας είναι κοινή για όλους γιατί είναι στην Ελλάδα μεγαλύτερη; Υπάρχουν δύο εσωτερικοί επιταχυντές της ακρίβειας: ο ένας είναι οι φόροι και ο άλλος τα κέρδη, που λειτουργούν καθοριστικά και γι’ αυτό έχουμε μεγαλύτερη ακρίβεια από ό,τι σε άλλες χώρες. Έχουμε υψηλότερα και ανεξέλεγκτα κέρδη, υψηλότερους έμμεσους φόρους, μεγαλύτερη μείωση του εργασιακού κόστους και χαμηλό ανταγωνισμό και περισσότερα ολιγοπώλια. Η κυβέρνηση, λοιπόν, έχει πολιτικές ευθύνες σε αυτά τα μέτωπα. Αφήνει ανεξέλεγκτα τα κέρδη και δεν μειώνει τους φορολογικούς συντελεστές, για να έχει υπερπλεονάσματα και να μπορεί με δικά της πολιτικά κριτήρια να τα  διαχειρίζεται. Έτσι είναι σωστό ότι η κυβέρνηση παίρνει 10 και γυρίζει 2, αν τα δίνει και αυτά. Αυτή η σχέση διευρύνει τις ανισότητες και έχει σοβαρές παρενέργειες για τις προοπτικές της οικονομίας.

– Άκουσα και τον κ. Υπουργό να λέει ότι «αλλάζει το παραγωγικό μοντέλο». Προς ποια κατεύθυνση προς την καλύτερη ή προς την χειρότερη; Χρησιμοποίησε δύο δείκτες: ο ένας είναι ότι αυξάνονται οι εξαγωγές, μόνο που ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι οι ελληνικές εξαγωγές εξαρτώνται πολύ από εισαγωγές και αυτή σχέση επιδεινώνεται. Δηλαδή, το 56,7% των εισπράξεων από εξαγωγές είναι κόστος εισαγωγών. Στα 100 ευρώ που εισπράττουμε επιστρέφουμε 56,7 σε εισαγωγές. Αν η λογική του κ. Πιερρακάκη ήταν σωστή, θα έπρεπε να έχουμε μείωση του εμπορικού ελλείμματος, όμως έχουμε αύξηση. Μίλησε, επίσης, ο κ. Πιερρακάκης για αύξηση επενδύσεων. Αλλά τι εννοεί «επενδύσεις»; Πράγματι, πέρυσι αυξήθηκαν οι ξένες επενδύσεις μόνο που, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, το 82% ήταν εξαγορές υφιστάμενων επενδύσεων. Άρα, είχαμε αλλαγή ιδιοκτησίας και όχι πραγματικά νέες επενδύσεις. Σε ό,τι αφορά στη κατανομή τους, οι επενδύσεις προσανατολίζονται σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας γι’ αυτό και η Ελλάδα από άποψη παραγωγικότητας βρίσκεται στο 45% του μέσου επιπέδου της ΕΕ. Αλλάζει, λοιπόν, το παραγωγικό μοντέλο;  Ναι, αλλά από πολλές απόψεις, αλλάζει προς το χειρότερο.