«Η απάντηση της Αριστεράς πρέπει να δοθεί με όρους μιας στρατηγικής μακράς διάρκειας»

Συνέντευξη στην «Αυγή της Κυριακής» και στον δημοσιογράφο Άγγελο Τσέκερη.

 

Η κυβέρνηση καλλιεργεί την εντύπωση ότι με την πανδημία θα τελειώσει και η οικονομική κρίση. Ποια θεωρείτε ότι είναι η πραγματική εικόνα και τι επιπτώσεις θα υπάρξουν στην κοινωνία και την οικονομία;

Η πανδημία είναι μόνο μια πτυχή της πολυδιάστατης κρίσης που ζούμε. Μάλιστα επισκιάζει πρόσκαιρα άλλες πτυχές της. Με τη βαθμιαία απόσυρση των μέτρων στήριξης της οικονομίας θα έρθουν στην επιφάνεια οι βαθιές πληγές και τα τραύματα, που μόνο πρόσκαιρα δεν θα είναι. Η ύφεση, τα ελλείμματα και το χρέος έχουν λάβει πρωτόγνωρες διαστάσεις. Πολλοί εργαζόμενοι θα βρεθούν χωρίς δουλειά, ενώ εκτιμάται ότι πάνω από 200.000 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις θα βρεθούν εκτεθειμένες στο κίνδυνο της χρεοκοπίας.

Η έκθεση Πισσαρίδη, πυξίδα την κυβερνητικής πολιτικής, όχι μόνο δεν λειτουργεί ως ανάχωμα, αλλά από πολλές απόψεις λειτουργεί ως επιταχυντής της καταστροφής. Ούτε όμως και το σχέδιο για την κατανομή των 32 δισ. ευρώ του ταμείου ανάκαμψης μπορεί να δώσει λύσεις στα προβλήματα της εποχής μας, διότι, όπως το έχει σχεδιάσει η κυβέρνηση, είναι προσανατολισμένο κυρίως στην ενίσχυση των μεγάλων επιχειρήσεων.

Έχουμε μπει σε μια φάση μεγάλης επισφάλειας, καθώς κοινωνία, οικονομία, εργαζόμενοι, μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα είναι εκτεθειμένοι σε πολλαπλούς κινδύνους χωρίς επαρκή θωράκιση και προστασία. Διαμορφώνεται, λοιπόν, ένα προγραμματικό κενό με πολιτικό βάθος και διάρκεια, διότι οι λύσεις δεν θα είναι εύκολες ούτε άμεσες και απλές.

Άξονας της κυβερνητικής πολιτικής, όπως είπατε, είναι το σχέδιο Πισσαρίδη. Ποια πρέπει να είναι η απάντηση της Αριστεράς;

Η απάντηση της Αριστεράς είναι ήδη ορθά προσανατολισμένη στην αντιμετώπιση των ανισοτήτων.  Όμως οι ανισότητες δεν είναι μόνο εισοδηματικές. Επομένως η αναδιανομή πρέπει να στοχεύει σε μεταβιβάσεις όχι μόνο εισοδημάτων, αλλά και εξουσίας και ισχύος, ώστε να μπορούν οι εργαζόμενοι να υπερασπιστούν το εισόδημά τους, οι πολίτες τα δικαιώματά τους και οι τοπικές κοινωνίες τους φυσικούς τους πόρους και τη δυνατότητα να σχεδιάζουν το μέλλον τους.

Επίσης ορθά προτάξαμε την περίοδο αυτή άμεσα μέτρα για τα πιεστικά προβλήματα.  Όμως η απάντηση της Αριστεράς πρέπει να δοθεί με όρους μιας στρατηγικής μακράς διάρκειας και σ’ αυτή να εντάξουμε τη συγκυρία και τις ανάγκες της. Διότι, για να μιλήσουμε για τα άμεσα, χρειάζεται να έχουμε μια εικόνα του μέλλοντος, των θεσμών του μέλλοντος. Ειδικά σήμερα που η ρομποτική, η τεχνητή νοημοσύνη, η πράσινη μετάβαση δημιουργούν δυνατότητες αλλά και τεράστιες απειλές, εφόσον γίνονται ερήμην των κοινωνιών και με κριτήριο τη μεγιστοποίηση του κέρδους.

Με ποιους θεσμούς, λοιπόν, και ποιες πολιτικές θα υπερασπιστούμε τη δημοκρατία, την εργασία, το περιβάλλον, τον πολιτισμό, την ίδια την κοινωνία και πώς θα αξιοποιήσουμε τις νέες δυνατότητες προς όφελός της; Σίγουρα αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς βαθιές αλλαγές, μετασχηματισμούς και νέους θεσμούς που η κοινωνία πρέπει να συζητά και να αγωνίζεται γι’ αυτές. Και αυτό είναι που πρωτίστως πρέπει να εμπνεύσουμε ως Αριστερά.

Επίσης είναι η Ευρώπη. Η συζήτηση για τις δημοσιονομικές ανισορροπίες έχει ανοίξει. Αν η αποκατάστασή τους επιδιωχθεί να γίνει με τους παλιούς δημοσιονομικούς κανόνες, το αποτέλεσμα θα είναι σκληρή λιτότητα και πιθανές κρίσεις χρέους.  Ήδη η προοδευτική κυβέρνηση της Ισπανίας τελεί υπό πίεση για «μεταρρυθμίσεις». Η ελληνική κυβέρνηση προσέφερε ήδη την έκθεση Πισσαρίδη ως άτυπο Μνημόνιο.

Δυνατότητες για θετικές μετατοπίσεις ή και αλλαγή υποδείγματος, ωστόσο, υπάρχουν, καθώς είναι κοινή η ανάγκη των λαών να μην επιστρέψουμε στους παλιούς κανόνες, αλλά να θεσπιστούν νέοι, με κοινωνικές ρήτρες, όχι μόνο δημοσιονομικές. Για παράδειγμα, όπως προβλέπεται ότι κανένα έργο δεν θα χρηματοδοτείται από το ταμείο ανάκαμψης αν βλάπτει το περιβάλλον, η αρχή αυτή -no harm – πρέπει να επεκταθεί, προκειμένου καμία πολιτική να μη χρηματοδοτείται αν βλάπτει την εργασία και διευρύνει τις ανισότητες. Για να αποφύγουμε λοιπόν αύριο τη λιτότητα και πιθανώς νέες κρίσεις χρέους, πρέπει να δράσουμε τώρα για μια ευρεία συμμαχία και ένα κίνημα πανευρωπαϊκό.

Παρά την πολιτική ένταση της περιόδου και τα εγκληματικά λάθη της κυβέρνησης στη διαχείριση της πανδημίας, οι δημοσκοπήσεις δεν δείχνουν την ψαλίδα ανάμεσα στη Ν.Δ. και τον ΣΥΡΙΖΑ να κλείνει. Ποια είναι η άποψή σας γι’ αυτό;

Το πιο εμφανές στοιχείο που αποκαλύπτουν οι δημοσκοπήσεις είναι ότι φθείρεται η όποια εικόνα υπεροχής είχε η κυβέρνηση. Σε ζητήματα τα οποία η τελευταία θεωρεί κρίσιμα -όπως για παράδειγμα η επάρκεια στη διαχείριση της πανδημίας, αλλά και των οικονομικών της συνεπειών- παρατηρείται μία σταδιακή υποχώρηση που υποδηλώνει μια διογκούμενη δυσαρέσκεια.

Τώρα, όσον αφορά το γιατί δεν εισπράττει ο ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη δυσαρέσκεια, πολλοί ερευνητές αναγνωρίζουν πως το εύρημα αυτό στο μέσο μιας κυβερνητικής θητείας έχει περιορισμένη ερμηνευτική αξία. Η δική μου αίσθηση είναι ότι ο κόσμος που μας ψήφισε είναι διπλά μας, όχι απέναντι. Και κάποιοι που δεν μας ψήφισαν αρχίζουν να προσέχουν τι λέμε, κάτι που δεν συνέβαινε πριν.

Όμως σε κάθε περίπτωση έχουμε και εμείς ευθύνη. Ο κορονοϊός, αλλά και δικές μας αδράνειες, πήγαν τον σχεδιασμό μας πίσω.  Άρα πρέπει να κινηθούμε πιο γρήγορα και δυναμικά το επόμενο διάστημα. Πρώτον, πρέπει να καταστήσουμε σαφή την προγραμματική μας πρόταση. Πρέπει να αναδεικνύονται τα αδιέξοδα των κυβερνητικών πολιτικών, αλλά και οι δικές μας εναλλακτικές. Μόνο έτσι θα καταλάβει η κοινωνία ότι η δική μας αριστερή αντιπρόταση εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντά της.

Δεύτερον, πρέπει να προχωρήσουμε, παρά τις δυσκολίες, το σχέδιό μας και να κάνουμε πράξη με μεγαλύτερη δεσμευτικότητα όλα όσα έχουμε αποφασίσει, ομόφωνα, κατά καιρούς για τη διεύρυνση και ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ – Π.Σ., για το άνοιγμα στην κοινωνία.

Ο απολογισμός του κυβερνητικού έργου του ΣΥΡΙΖΑ, καλωσορίστηκε από τον προοδευτικό κόσμο. Θεωρείτε ότι ήταν αναγκαία η κατάθεσή του; Αξιοποιήθηκε πολιτικά κατά τον καλύτερο τρόπο;

Πράγματι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το μόνο κόμμα που κατέθεσε στον λαό τον απολογισμό της κυβερνητικής του δράσης, σε αντίθεση με τα κόμματα που χρεοκόπησαν τη χώρα και δεν έχουν κάνει κάτι αντίστοιχο.

Για μας ο απολογισμός είναι ένα εργαλείο για να σχεδιάσουμε το μέλλον. Πρωτίστως, όμως, είναι καθήκον συνυφασμένο με τη δημοκρατία. Κάθε δημόσιο αξίωμα, κάθε εντολή εκπροσώπησης εμπεριέχει την υποχρέωση για δημόσια λογοδοσία και απολογισμό προς τον εντολέα, είτε είναι η κοινωνία είτε είναι οι δημότες, είτε είναι το κομματικό σώμα.  Όμως, αν και ψηφίστηκε σχεδόν ομόφωνα από την Κ.Ε. και βρήκε ευρύτερη θετική υποδοχή, η αξιοποίησή του δεν ήταν ανάλογη. Επίσης καθυστερεί ο ειδικότερος απολογισμός του κόμματος.

Οι καθυστερήσεις αυτές οφείλονται ασφαλώς στις ειδικές συνθήκες.  Ίσως και σε κάποιους φόβους για εσωστρέφεια. Θέλω, όμως, να σημειώσω ότι ο κίνδυνος της εσωστρέφειας ευδοκιμεί όταν δεν γίνεται οργανωμένη συζήτηση, όταν αγνοούμε ή υποτιμούμε το συλλογικό κεκτημένο, όπως είναι και ο συγκεκριμένος απολογισμός. Τότε είναι που το κάθε στέλεχος ή η κάθε ομάδα έχει το άγχος να προβάλει τη δική του αλήθεια.

Όμως ο απολογισμός είναι ένα ζωντανό κείμενο, χρήσιμο εργαλείο για να σκεφτούμε και να σχεδιάσουμε το μέλλον. Η αξιοποίησή του παραμένει πάντα επίκαιρη και όπου συζητήθηκε αυτό έγινε σε πολύ ώριμο και γόνιμο κλίμα.

Από διάφορες πλευρές τίθεται το ερώτημα «ΣΥΡΙΖΑ του 3% ή ΣΥΡΙΖΑ κυβερνητική δύναμη». Ποιο είναι το δικό σας σχόλιο;

Το ερώτημα αυτό δεν υφίσταται, αφού «ο ΣΥΡΙΖΑ του 3%» είναι αυτός που επέλεξε να διεκδικήσει κυβερνητικές ευθύνες, κυβέρνησε και διεκδικεί να κυβερνήσει εκ νέου. Βαρίδι για τις δυνάμεις που θέτουν αυτό το μη υπαρκτό ερώτημα δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ του 3%, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ που θέλει να είναι αυτόνομος από συμφέροντα. Και για να είμαστε αυτόνομοι από συμφέροντα έχουμε αποφασίσει να υπάρχουμε ως «οργανωμένος λαός» με ισχυρό ηγέτη και ρίζες στα κινήματα.

Το σχόλιο που θα ήθελα να κάνω, λοιπόν, είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ – Π.Σ. δεν ενσωματώνεται, δεν ετεροκαθορίζεται. Είναι η δύναμη ευθύνης απέναντι στον κόσμο της εργασίας και την κοινωνία. Είναι κυβερνητική έκφραση όλου του προοδευτικού κόσμου και όλης της Αριστεράς, της μετριοπαθούς και της ριζοσπαστικής, της κοινοβουλευτικής και της κινηματικής. Είναι το σύγχρονο κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ο κορμός και ελπίδα της ευρύτερης προοδευτικής παράταξης.

Γίνεται τελευταία μια συζήτηση στον ΣΥΡΙΖΑ για το κατά πόσον οι τάσεις και τα εσωκομματικά κείμενα αποδυναμώνουν την πολιτική αποτελεσματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ – Π.Σ. Ποια είναι η άποψή σας;

Η κατάθεση απόψεων, κειμένων και η συζήτηση επ’ αυτών είναι τελείως διαφορετικό ζήτημα από την ύπαρξη οργανωμένων τάσεων με εσωτερική πειθαρχία που λειτουργούν, στην πράξη, ως κόμματα μέσα στο κόμμα. Πάντα ήμουν υπέρ του ανοιχτού διαλόγου, αλλά ήμουν αρνητικός στο φαινόμενο μιας «ομοσπονδιακής» ή «κοινοπρακτικής» λειτουργίας του κόμματος, φαινόμενο στο οποίο αναπόφευκτα οδηγούν οι οργανωμένες φράξιες και τάσεις.

Βέβαια δεν πρέπει να αγνοούμε τους αδίστακτους αντιπάλους μας και τις άθλιες μεθόδους τους. Για παράδειγμα ορισμένα εχθρικά μέσα παρουσίασαν την κατάθεση δύο κειμένων ως υπονόμευση του Τσίπρα. Σε τέτοια όμως ευτελή ψεύδη πρέπει να απαντάμε τιμώντας τις αρχές μας. Και μια από αυτές τις αρχές είναι ότι ο εσωτερικός διάλογος είναι όχι μόνο απόλυτα «νόμιμος», κομμάτι της πολιτικής παράδοσής μας, αλλά και συστατικό στοιχείο του κόμματος που φιλοδοξούμε να συνδημιουργήσουμε.

Ας κοιτάξουμε, λοιπόν, μπροστά. Να σταθούμε πλάι στην κοινωνία. Να εμπνεύσουμε ξανά την ελπίδα και να ανταποκριθούμε στις, και πάλι, δύσκολες απαιτήσεις που μας περιμένουν.