Ομιλία σε εκδήλωση Ινστιτούτου “Ν. Πουλαντζάς” για την τρέχουσα Οικονομική Κρίση

Από την κρίση του νεοφιλελευθερισμού σε μια νέα οικονομία των αναγκών και των συλλογικών αγαθών

 

Η κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει τη δική της αυτόνομη σημασία και βαρύτητα. Έχει τις δικές της ιδιαίτερες διαδρομές, αιτίες και εκδηλώσεις. Όμως η εστία του ευρύτερου κρισιακού φαινομένου που ζούμε, οι βαθύτερες αιτίες βρίσκονται μέσα στο μηχανισμό συσσώρευσης του κεφαλαίου. Ακριβώς αυτό, καθιστά αναγκαία, ακόμη και για τις δυνάμεις του συστήματος, την αναζήτηση ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης.

 

Η Αριστερά δε μπορεί να συμβιβαστεί με το μοντέλο ενός κάπως «ρυθμιζόμενου νεοφιλελευθερισμού». Ούτε μπορεί να περιοριστεί σε προτάσεις κεϋνσιανού τύπου ή άλλες που περιορίζονται πάντως στο πλαίσιο μιας «μικτής οικονομίας» όπως αυτή διαμορφώθηκε στον 20ο αιώνα. Έχοντας ανοιχτά μέτωπα με όλα αυτά τα ενδεχόμενα και κυρίως με τον κίνδυνο μιας σκληρής αυταρχικοποίησης του συστήματος, η αριστερά πρέπει να αναζητήσει τις δικές της απαντήσεις, με μια έφοδο στο μέλλον, πέρα από μοντέλα που χρεοκόπησαν ή έδειξαν τα όριά τους. Ο σπόρος των αριστερών απαντήσεων βρίσκεται μέσα στην ίδια την κρίση, στις αντιθέσεις που την εξέθρεψαν, στους αγώνες που πυροδοτεί.

 

Αν, όμως, η βαθύτερη αιτία της κρίσης βρίσκεται στο μηχανισμό συσσώρευσης του κεφαλαίου, η βάναυση αναδιανομή εισοδημάτων και εξουσιών που πέτυχαν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές υπέρ του κεφαλαίου επιτάχυνε την κρίση. Η απορρύθμιση αποχαλίνωσε το μηχανισμό της μεγιστοποίησης του κέρδους και εκτροχίασε το σύστημα εντελώς. Όμως, η ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση των δημόσιων αγαθών είναι εκείνος ο παράγοντας που προσδίδει στις κοινωνικές διαστάσεις της κρίσης ιδιαίτερο βάθος, έκταση και διάρκεια. Εδώ είναι ο πυρήνας μιας ευρύτερης μετάλλαξης που έχει συντελεστεί, στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.

 

Όταν ένα δημόσιο αγαθό ιδιωτικοποιείται ή εμπορευματοποιείται αφανώς σημαίνει ότι αυτό το αγαθό μπορεί πλέον να αποκτηθεί ή να χρησιμοποιηθεί μόνο με χρήμα. Ανοίγω μια παρένθεση για να εξηγήσω το «αφανώς». Η εμπορευματοποίηση δεν επέρχεται μόνο με την ιδιωτικοποίηση. Όταν ένας δημόσιος φορέας παροχής δημόσιων αγαθών, υποβαθμίζεται, δεν υπηρετεί το σκοπό του ή δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες, τότε οι πολίτες εξωθούνται να ζητήσουν άλλες αγοραίες λύσεις. Όταν, πολύ περισσότερο, το «δημόσιο» λειτουργεί ως κέλυφος του ιδιωτικού ή του ιδιοτελούς τότε πάλι το αγαθό παύει να είναι δημόσιο, αφού δεν είναι προσβάσιμο χωρίς «φακελάκι» ή άλλη μορφή συναλλαγής. Το δημόσιο αγαθό έγινε ανταλλάξιμο αγαθό.

 

Ο δανεισμός έρχεται έτσι να καλύψει το κενό που δημιουργείται και λειτουργεί κατά κάποιον τρόπο ως υποκατάστατο του κοινωνικού κράτους.

 

Τι είδους διέξοδο από την κρίση πρέπει λοιπόν να αναζητήσει η Αριστερά, ώστε αυτή η διέξοδος να ξεκινά από τα σημερινά δεδομένα αλλά και να ανοίγει μια νέα προοπτική; Κατά τη γνώμη μου την απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να την αναζητήσουμε όχι στη σφαίρα της φαντασίας αλλά στο πεδίο των αναγκών της κοινωνίας, στην αξιολόγηση και την ιεράρχηση αυτών των αναγκών από τη σκοπιά των εργαζόμενων τάξεων.

 

Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν πρέπει να συμφωνήσουμε με όσους          -όπως ο Αρ. Μπαλτάς, ο Η. Ιωακείμογλου και άλλοι- έχουν υποστηρίξει, σε συζητήσεις που προηγήθηκαν, ότι μια εναλλακτική, από τη σκοπιά των εργαζόμενων τάξεων, διέξοδος από την κρίση, πρέπει απαραιτήτως να συνδέεται με μια στρατηγική αποεμπορευματοποίησης και, μέσω αυτής, με την ανάκτηση και διεύρυνση ενός κοινωνικού «δημόσιου χώρου».

 

Πρώτος στόχος πρέπει, επομένως, να είναι η ανάκτηση των δημόσιων αγαθών, η ανάκτηση δηλαδή μιας δημόσιας σφαίρας συλλογικών αγαθών, η στήριξη και η ανάπτυξη αυτής της σφαίρας ως ένα βασικό υπόβαθρο για την ανασυγκρότηση ολόκληρης της οικονομίας και της κοινωνίας.

 

Για να στηριχτεί, όμως, μια τέτοια πολιτική πρέπει να έχουμε μια παραγωγική βάση η οποία θα μας επιτρέψει να κάνουμε ρεαλιστικό το στόχο της πλήρους απασχόλησης και να αναβαθμίσουμε την τεχνολογική και  οργανωτική «στάθμη» της κοινωνίας, ώστε να γίνει δυνατή και η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας. Δηλαδή δε μπορούμε αυτή τη στιγμή να υποσχεθούμε πλήρη απασχόληση με μια παραγωγική βάση όπου το 83% των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργούνται είναι σε εστιατόρια, σε σουβλατζίδικα, σε εμπορικά καταστήματα και στην οικοδομή, σε τομείς δηλαδή όπου δεν παράγονται νέα μέσα εργασίας ή μέθοδοι παραγωγής, ούτε μπορούν να υπάρξουν δραστικές αναβαθμίσεις στην παραγωγικότητα της εργασίας.

 

Αυτός όμως ο στόχος, η διεύρυνση, δηλαδή, της παραγωγικής βάσης, δεν αποτελεί μόνο ένα ποσοτικό στόχο, αλλά πρέπει να συνδεθεί και με ποιοτικούς μετασχηματισμούς. Δηλαδή δε μπορούμε να πούμε ότι αρκεί να διευρύνουμε το τι παράγεται και να αυξήσουμε απλώς το ΑΕΠ.

 

Ο στόχος αυτός πρέπει να συνδυαστεί με μια ποιοτική αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης και να εξασφαλισθεί η συμβατότητά της με τις αρχές της αειφορίας που, εκτός των άλλων, σημαίνει νέα ενεργειακή βάση βασισμένη σε καθαρές πηγές ενέργειας. Δεύτερον, απαιτεί νέα παραγωγική εξειδίκευση, μια στρατηγική, δηλαδή, μέσα από την οποία θα απαντηθεί το ερώτημα τι θα παράγουμε ως κοινωνία; Ποια θα είναι η παραγωγική μας ταυτότητα μέσα σε μια παγκόσμια αγορά που δεν αναγνωρίζει χώρες αλλά μόνο εμπορεύματα; Ποια θα είναι τα συγκριτικά πλεονεκτήματα; Πού θα επιδιώξουμε κάποιο προβάδισμα τεχνολογικό, πολιτιστικό, εκπαιδευτικό, ερευνητικό; Το βέβαιο πάντως είναι ότι δε μπορείς να ζεις καταναλώνοντας το εισόδημα που θα σου ‘ρθει από το εξωτερικό ή το εισόδημά που δεσμεύεται από το μέλλον μέσω δανεισμού. Αυτά όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Και ο τρίτος μετασχηματισμός είναι μια παραγωγική βάση προσαρμοσμένη στις νέες ανάγκες, στα νέα πρότυπα που ελπίζουμε και θέλουμε να διαμορφώσει ο κόσμος, διότι η οικολογική διάσταση της πολιτικής δεν είναι μόνον η αλλαγή της ενεργειακής βάσης, αλλά κι ένας νέος τρόπος παραγωγής συνολικότερα, νέα πρότυπα κατανάλωσης, μια νέα σχέση με το περιβάλλον κι ένας νέος τρόπος ζωής.

 

Η παραγωγική ανασυγκρότηση, επομένως, συνδέεται άρρηκτα με έναν αναβαθμισμένο ρόλο της παιδείας και της έρευνας και απαιτεί τη λειτουργική ανακατανομή των δημόσιων δαπανών υπέρ αυτών.

 

Άρα, δημόσια αγαθά, δημόσια σφαίρα, νέα παραγωγική βάση είναι τρία αλληλένδετα στοιχεία μιας εναλλακτικής πολιτικής για μια νέα οικονομία, για μια Ελλάδα που παράγει και δημιουργεί.

 

Με ποια οικονομικά υποκείμενα, με ποιους φορείς θα γίνουν αυτά; Θα δώσουμε εντολή στους ιδιώτες ή θα ευχηθούμε να τα κάνουν αυτά; Διότι ακούμε αυτόν τον καιρό από τις τηλεοράσεις, τον πρωθυπουργό ή τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ να κάνουν την ευχή ή να παρακαλούν τις τράπεζες να δείξουν ευαισθησία, να σεβαστούν το δημόσιο συμφέρον κλπ. Δε  μπορεί να είναι η βάση της δικής μας πολιτικής οι ευχές ούτε οι εκκλήσεις. Θα πρέπει να βρούμε φορείς οι οποίοι, είτε από υποχρέωση, είτε από ανάγκη, είτε από συμφέρον θα υπηρετήσουν ένα δημοκρατικά κατηρτισμένο και συναινετικά διαμορφωμένο σχέδιο.

 

Εδώ, λοιπόν, πρέπει να συζητήσουμε για μια νέα μορφή δημόσιας επιχείρησης. Σε καμία περίπτωση δε νομίζω ότι πρέπει να μιλάμε για δημόσιες επιχειρήσεις αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να ξαναγίνουν τα όργια που έγιναν από κομματικούς στρατούς και άλλα τρωκτικά σε δημόσιες επιχειρήσεις. Το μέτωπο πρέπει να είναι εξαρχής καθαρό. Εξαρχής ένα νέο μοντέλο το οποίο θα εμπεριέχει τον κοινωνικό έλεγχο, τον εργατικό έλεγχο, τις όποιες δικλείδες ασφαλείας κριθεί ότι μπορούν να διασφαλίσουν το δημόσιο συμφέρον.

 

Πρέπει, γενικότερα, με τις προτάσεις μας να ξεφύγουμε από το μοντέλο της παλιάς μικτής οικονομίας. Νομίζω ότι εδώ, ως Αριστερά, πρέπει να κάνουμε μια τομή όχι μόνο λόγω των εμπειριών που είχαμε στο παρελθόν, αλλά και για λόγους στρατηγικής. Πρέπει να ξανασκεφτούμε τη στρατηγική για το σοσιαλισμό.

 

Βλέπουμε τη στρατηγική για το σοσιαλισμό μέσω ενός κρατικού καπιταλισμού ο οποίος, βαθμιαία διευρυνόμενος, «θα μας πάει» στο σοσιαλισμό; Κάποια συστήματα κατέρρευσαν όχι από την έλλειψη κράτους αλλά από την υπερτροφία του κράτους. Άρα πρέπει να τα σκεφτούμε αυτά τα θέματα. Διότι μπορεί να λέγαμε και στο παρελθόν ότι εμείς θέλουμε άλλο κράτος ποιοτικά διαφορετικό, αλλά το σχήμα της μικτής οικονομίας παρήγαγε και μια εικόνα της αντίληψής μας για το σοσιαλισμό ως ένα σύστημα που καθολικεύει τη δομή της κρατικής επιχείρησης, ότι λίγο πολύ αυτό ήταν τάχατες ο σοσιαλισμός.

 

Πώς μπορούμε να προσεγγίσουμε το θέμα αυτό στις παρούσες συνθήκες; Αφού θέλουμε δημόσια αγαθά, μπορούμε να σκεφτούμε ποιοι φορείς θα παράγουν αυτά τα δημόσια αγαθά και νομίζω ότι δεν είναι μόνον το κράτος που μπορεί. Μπορούμε να σκεφτούμε διάφορους φορείς, ακόμη κι αυτά τα σχήματα που έλεγε ο Μαρξ στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου», τις αυτοαναιρέσεις του καπιταλισμού μέσα στον καπιταλισμό, διάφορες μορφές δηλαδή που ο ίδιος ο καπιταλισμός παράγει, αλλά τις οποίες μπορούμε να αξιοποιήσουμε με άλλο περιεχόμενο. Π.χ. δε θα μπορούσαμε να δούμε ειδικού σκοπού επιχειρήσεις που θα έχουν τη μορφή της επιχείρησης αλλά θα υπηρετούν έναν κοινωνικό σκοπό;

 

Εμείς, ως Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, κάναμε πρόσφατα κάποιες προτάσεις για το τραπεζικό σύστημα. Είπαμε π.χ. ότι μπορεί να υπάρξει μια τράπεζα στέγης των μισθωτών. Είπαμε ότι μπορεί να υπάρξει μια τράπεζα ειδικού σκοπού για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, η οποία να λειτουργεί με βάση όχι τις υποθήκες αλλά με βάση την εμπιστοσύνη. Μπορούμε, επομένως, να σκεφτούμε κι έναν τομέα όπου ο σκοπός δε θα είναι το κέρδος, αλλά η ικανοποίηση αναγκών μέσα από διάφορες οικονομικές μορφές μεταβατικού, «υβριδικού» χαρακτήρα.

 

Μπορούν να υπάρχουν φορείς «δημοσίου συμφέροντος» ή «ειδικού σκοπού» που θα έχουν εξωτερικά τη μορφή της επιχείρησης, αλλά η επιχείρηση αυτή θα λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο, με διαφορετικά κριτήρια και σκοπούς. Μπορούν να λειτουργούν με βάση την αρχή «ούτε κέρδη, ούτε ζημιές». Μπορούν να έχουν κέρδη που όμως δε θα είναι  οικειοποιήσιμα, δε θα είναι πηγή πλουτισμού αλλά πηγή διεύρυνσης της παραγωγής, μείωσης του κόστους ή βελτίωσης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών ή αγαθών.

 

Πρέπει επίσης να ξανανοίξουμε το κεφάλαιο των συνεταιρισμών με νέους όρους. Μπορεί να παίξει κάποιο ρόλο ο συνεταιρισμός; Στην Κρήτη οι συνεταιριστικές τράπεζες ελέγχουν το 20% της λιανικής τραπεζικής. Στη χώρα μας το 50% του φαρμάκου διακινείται από συνεταιρισμούς των φαρμακοποιών. Είναι καλό αυτό ή κακό; Να ψάξουμε, θέλω να πω, τις εμπειρίες. Γιατί δε θα μπορούσε ένας συνεταιρισμός ναυτικών να διαχειρίζεται ένα πλοίο κρατικής ιδιοκτησίας σε κάποια ακτοπλοϊκή γραμμή; Υπάρχει και το φαινόμενο της απαξίωσης του συνεταιρισμού, κυρίως στον αγροτικό χώρο, λόγω κομματικοποίησης, αλλά τι πρέπει να κάνουμε; Να παραδώσουμε τα πάντα στο κράτος ή την αγορά; Ως Αριστερά πρέπει, νομίζω, ν’ ανοίξουμε το κεφάλαιο «νέων συλλογικών υποκειμένων». Κάποτε δεν υπήρχαν ούτε συνεταιρισμοί, αλλά βρέθηκαν. Να μιλήσουμε για συνεργατικές μορφές, για νέα συλλογικά υποκείμενα. Να το ψάξουμε πάντως, να ξεκλειδώσουμε τις σκέψεις μας. Αφού μιλάμε για χρεοκοπία μοντέλων, είναι καιρός να σκεφτούμε και κάτι καινούριο, κι ας κάνουμε και λάθος.

 

Τέλος, ποια είναι η παγκόσμια εμπειρία από τις ποικίλες μορφές αυτοδιαχείρισης των εργαζομένων; Έχει κλείσει το κεφάλαιο αυτό ή μπορεί να ξανανοίξει με νέους όρους;

 

Όλες αυτές οι οικονομικές μορφές έχουν βέβαια ένα «μειονέκτημα». Απαιτούν την αναβάθμιση της ταξικής συνείδησης των εργαζομένων και την ενεργητική τους συμμετοχή. Αλλά από τη σκοπιά της Αριστεράς αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημά τους.

 

Έρχομαι τώρα στη μικρή επιχείρηση.  Ο ρόλος τους στην ελληνική οικονομία είναι τεράστιος. Δεν είναι σωστό να τον αγνοούμε. Πρέπει όμως να δούμε αυτό το χώρο με νέο μάτι, να έχουμε μια συγκροτημένη πολιτική. Ενίσχυσή τους, αλλά υπό ποιους όρους; Πώς θα συμβάλουμε ώστε αυτός ο χώρος να ενταχθεί στην υπόλοιπη οικονομία «κανονικά» από άποψη εργασιακών, ασφαλιστικών, φορολογικών και περιβαλλοντικών υποχρεώσεων; Πώς θα τις βοηθήσουμε να ανταπεξέλθουν στο σκληρό ανταγωνισμό των πολυεθνικών, να έχουν πρόσβαση στην πληροφόρηση, τις καινοτομίες τις διεθνείς αγορές; Είναι ερωτήματα. Δεν μπορούμε όμως να αγνοούμε το χώρο αυτό ούτε να στηρίζουμε άκριτα κάθε αίτημά του. Πρέπει να συζητήσουμε και με το χώρο αυτό μια συγκροτημένη πολιτική, ένα συμβόλαιο εμπιστοσύνης βάσει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

 

Εννοείται τώρα ότι όλα αυτά θέλουν ένα νέο χρηματοπιστωτικό σύστημα που θα υπηρετεί αυτούς τους στόχους και βέβαια θέλουν ένα κράτος αναθεμελιωμένο σε νέες κοινωνικές βάσεις, με νέους θεσμούς, με μια νέα σχέση με την κοινωνία και ειδικά με τη δημόσια σφαίρα απέναντι στην οποία θέλουμε να λειτουργεί ως δύναμη στήριξης χωρίς να πνίγει την αυτονομία της. Ας μιλήσουμε για ένα κράτος που θα είναι και υποκείμενο αλλά και αντικείμενο το ίδιο αλλαγών. Άρα τη σχέση, ιδιωτικό – κρατικό – κοινωνικό πρέπει να τη δούμε συνολικά και να επαναορίσουμε την πολιτική μας αποσαφηνίζοντας ότι η κρατικοποίηση δεν είναι κοινωνικά ουδέτερη. Και άρα από μόνη της δεν συνιστά αριστερή πολιτική αλλά υπό προϋποθέσεις μπορεί να είναι μέρος και στήριγμα μιας αριστερής πολιτικής.

 

Δεν θα επεκταθώ περισσότερο, ήθελα κυρίως να δώσω το πνεύμα μιας στρατηγικής που θα μπορούσαμε να διαμορφώσουμε με την έννοια βεβαίως ότι  αυτή τη στρατηγική θα αρθρώνεται μέσω διαφόρων συγκεκριμένων «προγραμματικών στόχων» οι οποίοι θα είναι αντικείμενο πάλης, θα είναι δηλαδή στόχοι συσπείρωσης και στόχοι διεκδικήσιμοι από το κίνημα και όχι απλώς εκφωνήσεις προτάσεων. Πρέπει να δημιουργηθεί ένα μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό κίνημα σκέψης και δράσης κι αυτό να είναι ο φορέας της πολιτικής διεξόδου.

 

Τα παραπάνω μπορούν να αποτελέσουν τον πυρήνα μιας εναλλακτικής στρατηγικής για μια νέα οικονομία των αναγκών και των συλλογικών αγαθών. Ποιος θα είναι ο χαρακτήρας αυτής της οικονομίας, ποια η σχέση της με το σοσιαλισμό;

 

Βεβαίως η «νέα οικονομία» παραμένει μια μικτή καπιταλιστική οικονομία. Σε σχέση όμως με την παλιά μικτή οικονομία όπως αυτή διαμορφώθηκε στη διάρκεια του 20ου αιώνα είναι ποιοτικά διαφορετική. Δε στηρίζεται μόνο στο δίπολο ιδιωτικός – κρατικός τομέας όπου ο πρώτος θα λειτουργεί με καπιταλιστικά κριτήρια και ο δεύτερος με καπιταλιστικά και πελατειακά αλλά δημιουργεί συνθήκες ανάδειξης και άλλων οικονομικών υποκειμένων, η δράση των οποίων διαμορφώνει νέους τομείς που κινούνται με κριτήρια και στόχους διαφορετικούς και ανταγωνιστικούς προς τη λογική του καπιταλισμού.

 

Με τον τρόπο αυτό, χωρίς να καταργείται ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός για τη μεγιστοποίηση του κέρδους αναδύεται και ένας άλλος ανταγωνισμός που αφορά το σκοπό της παραγωγής, τα κριτήρια και τους στόχους της ανάπτυξης, τις αξίες και την ποιότητα της ζωής. Η προτεινόμενη επομένως στρατηγική δεν κατατείνει σε κάποια στάσιμη ισορροπία αλλά δημιουργεί τους όρους για μια νέα δυναμική που ανοίγει δρόμους και δίνει δυνατότητες να αναδειχθούν νέα οικονομικά και κοινωνικά υποκείμενα και να διεκδικήσουν ρόλο πρωταγωνιστή στο οικονομικό και το κοινωνικό γίγνεσθαι.

 

Η πορεία και η έκβαση αυτής της δυναμικής θα εξαρτηθεί βέβαια από τους συσχετισμούς στα διάφορα επίπεδα,  εδώ και διεθνώς, από τις παράλληλες εξελίξεις στο κοινωνικό πεδίο, τη διαμόρφωση της συνείδησης και της συλλογικής οργάνωσης των εργαζόμενων τάξεων, την αναρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και των σχέσεων γενικότερα κεφαλαίου – εργασίας σε νέες βάσεις, τους πολιτικούς συσχετισμούς και τη δυνατότητα αλλαγής ή αποφασιστικού επηρεασμού της δομής, της λογικής και της πολιτικής του κράτους.

 

Όμως, σε κάθε περίπτωση, αυτή η επί της ουσίας εσωτερίκευση των αξιών και των κριτηρίων του σοσιαλισμού στην κοινωνική και την οικονομική ζωή και ο αγώνας για τη νομιμοποίηση στην πράξη, τη στήριξη και την υπεράσπισή τους από τις διαρκείς επιθέσεις των δυνάμεων του κέρδους και της ιδιοτέλειας, όλα αυτά, δημιουργούν μια οργανική σχέση με τη σοσιαλιστική προοπτική, όχι φυσικά  ως μια διαδικασία ευθύγραμμη ή εξελικτική αλλά ως ένα ενιαίο αξιακά πεδίο πάλης για τις άμεσες, τις μεσοπρόθεσμες και τις πιο μακροπρόθεσμες ανάγκες των εργαζόμενων τάξεων και της κοινωνίας.

 

This message is only visible to admins.
Problem displaying Facebook posts.
Click to show error
Error: An access token is required to request this resource. Type: OAuthException

Latest Twetter Feeds

YDragasakis @YDragasakis
RT @syriza_gr:Να ανοίξει ελεγχόμενα και με πρωτόκολλα σε εξωτερικούς χώρους η εστίαση - Η κυβέρνηση έχει χάσει πλήρως την αξιοπισ… https://t.co/9h4dTgQgHz
Η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη αποδεικνύεται όχι μόνο διαχειριστικά αλλά & πολιτικά ακατάλληλη. Είναι παράγοντας της… https://t.co/LI24147dAp
"Πες πες, κάτι θα μείνει". Με αυτόν τον τρόπο ο κ. Βαρουφάκης έχει αναγάγει τον γκαιμπελισμό σε βασική στρατηγική τ… https://t.co/cxBjSo2xHf
Το νομοσχέδιο της απλήρωτης 10ωρης εργασίας ως «βήμα προς την 4ηερη εργάσιμη εβδομάδα». Μόνο μία κυβέρνηση με τόση… https://t.co/MSKY6pnXqP

Επικοινωνία

Μέγαρο Βουλής
10021, Αθήνα

τηλ (+30) 210 – 370 7299
(+30) 210 – 370 7972

e-mail
ydragasakis@parliament.gr