Ομιλία σε συνάντηση Kόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς “Σταθερότητα μέσω ανάπτυξης: Τρεις θέσεις για το “Σύμφωνο σταθερότητας”

ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ ΜΕΣΩ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ:

ΤΡΕΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ «ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ»

Την επόμενη βδομάδα αναμένεται να συνεχιστούν οι συζητήσεις μεταξύ των υπουργών οικονομικών με στόχο την επίτευξη μιας συμφωνίας για την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και ανάπτυξης.

Αν επιτευχθεί συμφωνία, αυτή αναμένεται να επικυρωθεί από τους αρχηγούς των κρατών μελών στη σύνοδο κορυφής που θα συνέλθει στις 22.3.2005.

Ωστόσο η εικόνα παραμένει αρκετά συγκεχυμένη. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καθώς και η Ευρωπαϊκή εργοδοτική οργάνωση UNICE, έχουν ταχθεί κατά της όποιας χαλάρωσης του υφιστάμενου Συμφώνου. Σε επίπεδο κυβερνήσεων φαίνεται να διαμορφώνεται μια ευρεία συναίνεση υπέρ της χαλάρωσης του Συμφώνου. Όμως δεν υπάρχει συμφωνία ως προς το συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο θα γίνει αυτό.

Οι προτάσεις της προεδρίας προβλέπουν κατά την αξιολόγηση των χωρών να λαμβάνονται υπόψη η προώθηση ή όχι διαρθρωτικών αλλαγών, η οικονομική συγκυρία υπό την έννοια της φάσης του οικονομικού κύκλου, η ύπαρξη έκτακτων αναγκών λόγω φυσικών καταστροφών κλπ. Η Γερμανία ζητά να μην υπολογίζονται οι δαπάνες της επανένωσης, καθώς και οι εισφορές της στον Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Η Γαλλία ζητά να εξαιρούνται οι στρατιωτικές δαπάνες, οι δαπάνες για την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων εφόσον τους αναλάβει καθώς και οι δαπάνες για έρευνα και για αναπτυξιακή βοήθεια. Πολλές νεοεισερχόμενες χώρες όπως η Πολωνία, η Σλοβενία, η Ουγγαρία κ.α., ζητούν διάφορες εξαιρέσεις λόγω των μεταρρυθμίσεων που πραγματοποιούν στα συνταξιοδοτικά τους συστήματα ή λόγω των προσαρμογών που καλούνται να κάνουν ενόψει της ένταξής τους στο ευρώ.

Είναι δυνατόν όλες αυτές οι διαφορές να επιτρέψουν κάποια συμφωνία; Πολλοί, μεταξύ των οποίων και ο επίτροπος Αλμούνια αμφιβάλλουν.

Ανεξάρτητα  όμως, από την έκβαση της παρούσας διαπραγμάτευσης, είναι νομίζω αναγκαίο να επεξεργαστούμε περαιτέρω, ει δυνατόν, μια κοινή θέση και να καταστήσουμε πιο αποτελεσματική την παρέμβαση των αριστερών δυνάμεων και των κοινωνικών κινημάτων, σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Όχι μόνο λόγω της ενδεχόμενης αποτυχίας των συζητήσεων, που σημαίνει ότι το πρόβλημα θα παραμείνει ανοιχτό, αλλά και γιατί, κι αν ακόμη, αυτές οδηγήσουν σε κάποια συμφωνία, το αναθεωρημένο Σύμφωνο Σταθερότητας, θα είναι επίσης προβληματικό, ίσως και πιο προβληματικό από το υφιστάμενο. Στην κατεύθυνση αυτή θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις.

Πριν απ’ όλα, πρέπει να κάνουμε μια εκτίμηση για την κατεύθυνση των συζητήσεων που γίνονται ανεξάρτητα από την έκβασή τους.

Υπάρχει, δηλαδή, κάτι το κοινό στις διαφορετικές και αντιφατικές προτάσεις που διατυπώνονται;  Νομίζω πως υπάρχει. Κι’ αυτό είναι η μετατροπή του Συμφώνου Σταθερότητας από ένα όργανο δημοσιονομικής πειθαρχίας σε ένα μέσο πολιτικής πίεσης, σε ένα μέσο πολιτικής πειθαρχίας. Τούτο σημαίνει ότι το ίδιο σύμφωνο θα είναι πιο χαλαρό και πιο ελαστικό για τις ισχυρές χώρες αλλά και για χώρες που πειθαρχούν πολιτικά στα κυρίαρχα δόγματα και πριν απ’ όλα στο νεοφιλελεύθερο δόγμα και τις προσαρμογές που απορρέουν απ’ αυτό.  Και αντίστροφα, το Σύμφωνο θα εφαρμόζεται με αυστηρότητα στις χώρες που παρεκκλίνουν πολιτικά από ό,τι θεωρείται «political correct».

Αυτό βέβαια ισχύει άτυπα και σήμερα. Η Γερμανία αν και το έλλειμμά της υπερβαίνει επί 4 συνεχή  έτη το όριο του 3% δεν έχει δεχθεί καμία ποινή. Αντίθετα η Ελλάδα απειλείται με βαριές ποινές αν σε δύο χρόνια δε μειώσει το έλλειμμά της κάτω του 3% δηλαδή αν δεν επιταχύνει την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας και αν  δεν προχωρήσει σε άλλες επώδυνες αλλαγές.

Βεβαίως οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν τις δικές τους ευθύνες αφού προχώρησαν στην υιοθέτηση του ευρώ, και περίπου ταυτόχρονα ανέλαβαν την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων χωρίς να διαπραγματευθούν την εξαίρεση από το έλλειμμα, τουλάχιστον των ολυμπιακών δαπανών, όπως ορθά το ζητά σήμερα η Γαλλία, ενόψει της πιθανής ανάληψης απ’ αυτήν των Ολυμπιακών Αγώνων το 2012.  Έτσι, ο μόνος τρόπος προσαρμογής στις απαιτήσεις του Συμφώνου Σταθερότητας ήταν οι λογιστικές αλχημείες και η συγκάλυψη ελλειμμάτων και χρεών. Κι αυτό ακριβώς έγινε.

Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός αυτό, θεωρώ ότι, ως αριστερές δυνάμεις, πρέπει από άποψη αρχής να ταχθούμε κατά της επιλεκτικής ή διακριτικής εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας. Το όποιο Σύμφωνο, οι όποιοι κανόνες ισχύουν πρέπει να εφαρμόζονται ισότιμα για όλες τις χώρες, μεγάλες ή μικρές και ανεξάρτητα από την πολιτική που κάθε χώρα δημοκρατικά επιλέγει και εφαρμόζει.

 Δεύτερη θέση: το Σύμφωνο Σταθερότητας, αποτελεί ένα ουσιώδες δομικό στοιχείο της ΟΝΕ, όχι όμως και το μοναδικό. Άλλα δομικά στοιχεία, είναι η ΕΚΤ και ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός. Καμιά  αλλαγή, συνεπώς, στο Σύμφωνο Σταθερότητας δεν μπορεί να διευκολύνει την ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή, αν δεν συνοδεύεται από αλλαγές στο καταστατικό και στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Τράπεζας και στο ύψος των ίδιων πόρων της ΕΕ.

Στη θέση συνεπώς της συζήτησης για το Σύμφωνο Σταθερότητας πρέπει να αντιπαραθέσουμε, καταρχήν μια ευρύτερη ατζέντα, για μια τριπλή μεταρρύθμιση που να αφορά ταυτόχρονα στην ΕΚΤ, στο Σύμφωνο Σταθερότητας, και στον Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και γενικότερα στο σύστημα χρηματοδότησης των υποδομών και της ανάπτυξης. Στην κατεύθυνση αυτή θεωρούμε θετικές τις προτάσεις που έχει επεξεργασθεί το Δίκτυο Ευρωπαίων Οικονομολόγων.

 Τέλος, σε ό,τι αφορά το Σύμφωνο Σταθερότητας αυτό καθαυτό, το ερώτημα που τίθεται είναι αν χρειάζεται τελικά κάποιο Σύμφωνο. Κατά την άποψή μας υπό τις συνθήκες κοινού νομίσματος κάποιο Σύμφωνο είναι αναγκαίο. Το υφιστάμενο όμως Σύμφωνο, όσο κι αν μεταρρυθμιστεί, όσο κι αν χαλαρώσει,  δεν μπορεί να υπηρετήσει τις προτεραιότητες της ανάπτυξης της αειφορίας και της απασχόλησης. Πρέπει συνεπώς, ως Αριστερά να απευθυνθούμε στους πολίτες, με τους όρους ενός ριζικά νέου Συμφώνου, το οποίο θα επιδιώκει τη «σταθερότητα» μέσω της ανάπτυξης, της μείωσης της ανεργίας,  της προστασίας του περιβάλλοντος και τις ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

 Υπό την έννοια αυτή το ύψος της ανεργίας, οι ανάγκες σε υλικές και κοινωνικές υποδομές είναι μεταξύ των κριτηρίων που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

 Η συζήτηση για το ευρωπαϊκό «Σύνταγμα», αποτελεί μια ευκαιρία για την ενημέρωση των πολιτών. Γι΄ αυτό εμείς, στην Ελλάδα, διαφωνήσαμε με την απόφαση της Ελληνικής Κυβέρνησης να ψηφισθεί το λεγόμενο Ευρωσύνταγμα από τη Βουλή. Ζητήσαμε να γίνει δημοψήφισμα, ακριβώς για να μπορέσουν αυτές και άλλες προτάσεις μας να τεθούν στην κρίση των πολιτών  πέρα από την κριτική μας και την αρνητική μας θέση για το ίδιο το Ευρωσύνταγμα.

 

This message is only visible to admins.

Problem displaying Facebook posts.
Click to show error

Error: An access token is required to request this resource.
Type: OAuthException

Latest Twetter Feeds

YDragasakis @YDragasakis
RT @atsipras:Χειροκροτούσαμε τους γιατρούς και τους νοσηλευτές, άλλοι μέσα από την ψυχή μας, άλλοι όμως υποκριτικά. Διότι το καλ… https://t.co/2MmeTIIgm8
RT @atsipras:Έφυγε η Ροσάνα Ροσάντα. Η εμβληματική φυσιογνωμία της ιταλικής Αριστεράς και του Κομμουνιστικού κινήματος, η ιδρύτρ… https://t.co/RiyXiqYV3g
RT @atsipras:Συνέντευξη Τύπου στο πλαίσιο του Thessaloniki Helexpo Forum. #Θεσσαλονίκη #ΣΥΡΙΖΑ #ΠροοδευτικήΣυμμαχία https://t.co/yV7NPstHtl
RT @atsipras:Ομιλία στο Συνεδριακό Κέντρο Ιωάννης Βελλίδης, στο πλαίσιο του Thessaloniki Helexpo Forum. https://t.co/OPjs53D9MF
RT @atsipras:Η χώρα σήμερα χρειάζεται ένα ριζοσπαστικό και ρεαλιστικό σχέδιο ανασυγκρότησης. https://t.co/ESeDUDhgS8

Επικοινωνία

Μέγαρο Βουλής
10021, Αθήνα

τηλ (+30) 210 – 370 7299
(+30) 210 – 370 7972

e-mail
ydragasakis@parliament.gr