Ομιλία στο 6ο Συνέδριο του ΣΥΝ

Ζούμε μια εξαιρετικά προκλητική εποχή. Ζούμε μια εποχή με κινδύνους –τους βλέπουμε, τους ζούμε- αλλά ζούμε και την ευκαιρία να κάνουμε αυτά που δεν μπορέσαμε να κάνουμε τόσα χρόνια. Ζούμε την ευκαιρία, υπό την πίεση των εξελίξεων, να σκεφτούμε γιατί είμαστε εδώ, τι μας ενώνει και πού θέλουμε να πάμε. Το λέω αυτό γιατί τους τελευταίους μήνες και κυρίως μετά τη βουλή ασχολήθηκα με το κόμμα, να το πω έτσι. Και ομολογώ, ότι έχω κάνει κάποιες διαπιστώσεις για τις οποίες νοιώθω έντονη την ανάγκη να τις συζητήσουμε. Τι κόμμα έχουμε; Αν αυτό που ονομάζουμε κόμμα είναι κόμμα και τι, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να κάνουμε. Δεν θα μιλήσω, επομένως, για τα γενικότερα θέματα, πέρα από μια πολύ  σύντομη αναφορά που θέλω κάνω.

 

 

Η κρίση που ζούμε και ειδικά σήμερα η επίκαιρη μορφή της, η κρίση του χρέους καθημερινά γενικεύεται, διεθνοποιείται, παγκοσμιοποιείται. Η κρίση αυτή δεν θα επιλυθεί εύκολα. Επίδικό της είναι το κοινωνικό κράτος και οι μισθοί αλλά η σύγκρουση αυτή, πιστεύω τελικά, μπορεί να αποβεί νικηφόρα για την κοινωνία και για τον κόσμο της εργασίας. Αρκεί να μπορέσουμε, βεβαίως, να καλύψουμε το μεγάλο κενό το οποίο είναι το κενό μιας παγκόσμιας αριστεράς. Και από αυτή την άποψη, συζητήσεις σε ένα μικρόκοσμο, όπως είναι ο Συνασπισμός -θα έλεγε κανείς- είναι μεγαλεπήβολο να μιλάμε με όρους παγκόσμιας αριστεράς. Όμως μας συνδέουν πολλοί κρίκοι μέσα σε μια ολόκληρη αλυσίδα που ακριβώς αυτό που θα αποφασίσει ο Συνασπισμός, αυτό που θα αποφασίσει το αριστερό κόμμα της Γερμανίας, αυτό που θα αποφασίσει το “Μπλόκο” της Πορτογαλίας, αυτό που θα αποφασίσει η αριστερά της Λατινικής Αμερικής θα καθορίσει ή θα επηρεάσει, εν πάση περιπτώσει, τις εξελίξεις.

 

 

Η κρίση αυτή δημιουργεί την ανάγκη μιας μεγάλης αριστεράς, και διεθνώς και στη χώρα μας, θα έλεγα και μιας νέας, από πολλές απόψεις, αριστεράς.

 

 

Μήπως όμως οι διαφορές που έχουν προκύψει και εδώ μέσα και στον ΣΥΡΙΖΑ, και γενικότερα, καθιστούν αυτό το αίτημα μη ρεαλιστικό; Μήπως οι διαφορές είναι ανυπέρβλητες; Πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι με έχει απασχολήσει πολύ αυτό το ερώτημα. Θα μπορούσε να ήταν και ανυπέρβλητες οι διαφορές. Όμως όταν σκέφτομαι την ιστορία, όταν σκέφτομαι την σημερινή παγκόσμια εξέλιξη διαπιστώνω ότι η απάντηση είναι αρνητική, δεν είναι ανυπέρβλητες οι διαφορές. Το 1929 υπήρχαν μεγαλύτερες και σοβαρότερες διαφορές. Υπήρχε μια σκληρή διαμάχη ανάμεσα στο “ορθόδοξο” ρεύμα που τότε ήταν υπό την ηγεμονία του Στάλιν και το τροτσκιστικό ρεύμα που ήταν πολύ ισχυρό. Στην κρίση του 1974 επίσης, θυμίζω, είχαμε το ισχυρό ρεύμα του λεγόμενου ορθόδοξου –όπως νομίζαμε– μαρξισμού, είχαμε το ισχυρό ρεύμα του ευρωκομουνισμού, είχαμε μια σοσιαλδημοκρατία που ήταν ακόμη δυναμική.

 

 

Σήμερα βλέπουμε ότι δεν έχουμε αντιπαράθεση μεγάλων ρευμάτων. Ίσως αυτό να είναι και αρνητικό, διότι την αντιπαράθεση των ιδεών δυστυχώς πολλές φορές την υποκαθιστά αντιπαράθεση προσώπων, ομάδων, προσωπικών στρατηγικών. Αυτό δημιουργεί άλλου τύπου δυσκολίες, δυσκολίες όμως  που είναι στο χέρι μας να τις αντιμετωπίσουμε και να τις ξεπεράσουμε.

 

 

Διεθνώς τώρα η ανάπτυξη της αριστεράς είναι ανομοιογενής, ετερογενής. Έχουμε φαινόμενα διάλυσης, όπως στην Ιταλία, αλλά και φαινόμενα ανασύνθεσης όπως στη Γερμανία, στην Πορτογαλία και αλλού.

 

 

Άρα και εδώ βλέπουμε ότι είναι στο χέρι μας να επιλέξουμε δρόμους. Αυτά όμως δεν προκύπτουν τυχαία. Εξαρτώνται από τις ενέργειες όλων μας, από την ομιλία μας, από τη στάση μας, από τις πρωτοβουλίες μας και από τη συμπεριφορά μας.

 

 

Νομίζω ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε κάποιες αυταπάτες που αναπτύχθηκαν στις παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ θα έλεγα, ότι τάχα αν διαλυθεί ο Συνασπισμός, αν διαλυθούν γενικά οι συγκροτημένες μορφές της αριστεράς, θα υπάρξει  κάτι σαν «δημιουργική καταστροφή» στο χώρο της αριστεράς, θα ξεπεταχτεί κάτι καινούριο.

 

 

Πρόκειται για τεράστια αυταπάτη. Εάν οι συγκροτημένες μορφές της αριστεράς δεν μπορούν να συνεννοηθούν, θα συνεννοηθεί το χάος που θα προκύψει μέσα από τέτοια διαλυτικά φαινόμενα;

 

 

Πρέπει να ξεπεράσουμε επίσης τις αυταπάτες ότι τη λύση θα τη βρούμε με επιστροφή στο παρελθόν. Επιστροφή; Επιστροφή στο μέλλον είναι αναγκαία. Με όρους μέλλοντος πρέπει να σκεφτούμε και, απʼ αυτή τη σκοπιά, να δούμε κριτικά και το παρελθόν και το παρόν.

 

 

Και βέβαια να ξεπεράσουμε και την αυταπάτη της καθαρότητας. Εγώ διακρίνω ένα αίτημα καθαρότητας και από την Ανανεωτική Πτέρυγα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει, λέει, ιδέες που επηρεάζουν αρνητικά τη δική μας ταυτότητα. Σύμφωνοι. Εάν εδώ, μέσα στο συνέδριο αυτό, εμφανιστούν αύριο 20 σύντροφοι ή συντρόφισσες και συγκροτήσουν μια τάση με αίτημα στάση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ, θέση με την οποία προσωπικά διαφωνώ,  θα τους διαγράψουμε; Δεν ζούμε μια πλουραλιστική αριστερά; Αυτή είναι η αριστερά της εποχής μας. Εάν είμαστε ανίκανοι να ενώσουμε αυτή την αριστερά –μέσα από τους κατάλληλους όρους βεβαίως και προϋποθέσεις– ας μην έχουμε την αυταπάτη ότι μέσα από μια γωνιά καθαρότητας, είτε επαναστατικής, είτε ανανεωτικής, μπορούμε να τα καταφέρουμε καλύτερα.

 

 

Εγώ λοιπόν θεωρώ ότι δεν πρέπει να ακολουθήσουμε το δρόμο της «ιταλοποίησης». Πρέπει να ακολουθήσουμε τις εμπειρίες που έχουν ένα θετικό αποτέλεσμα, όχι με την έννοια να τις αντιγράψουμε αλλά με την έννοια ότι μπορούμε να μοιραστούμε εμπειρίες, βήματα που έγιναν και να προχωρήσουμε μπροστά.

 

 

Σε ό,τι αφορά στην Ευρώπη, μια φράση μόνο θα πω. Όσα λέγονται είναι δικαιολογημένα. Δεν πρέπει όμως να αντιμετωπίσουμε την κρίση της Ευρώπης με όρους «ανάδελφου έθνους». Δεν είμαστε μόνοι μας. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε την κρίση της Ευρώπης ως μια συστημική κρίση. Και άρα πρέπει να δούμε τι μπορεί να προκύψει με την παρέμβαση της αριστεράς απʼ αυτή την κρίση. Θα προκύψει μια άλλη μορφή ενωμένης Ευρώπης; Θα προκύψει διάσπαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως την ξέρουμε σήμερα; Θα προκύψει μια –ενδεχομένως– γερμανοκεντρική Ευρωπαϊκή Ένωση, ένας άλλος πόλος Ευρωμεσογειακής Ένωσης; Εγώ δεν μπορώ να απαντήσω σʼ αυτά τα ερωτήματα. Θέλω όμως να είμαστε –ως αριστερά– μέσα στο αριστερό κίνημα της Ευρώπης, θέλω να είμαστε τμήμα του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, θέλω  το εθνικό μας σχέδιο, διότι χρειαζόμαστε εθνικό σχέδιο, να εντάσσεται σε μια ευρωπαϊκή και, ει δυνατόν, σε μια παγκόσμια αριστερή, προοδευτική δυναμική.

 

 

Έρχομαι στην προσωπική μου εμπειρία. Θέλω να πω, αυτοκριτικά, ότι στα χρόνια που ήμουν βουλευτής δεν ασχολούμουν αρκετά με τα εσωτερικά του κόμματος. Μέσα από μια λανθασμένη –όπως διαπιστώνω– αίσθηση καθήκοντος και επειδή η δουλειά του βουλευτή δεν τελειώνει ποτέ, θεωρούσα ότι άλλοι είναι αρμόδιοι να ασχολούνται με το κόμμα. Διαπιστώνω, λοιπόν, ότι έχουν αλλάξει πολλά πράγματα και δυστυχώς προς το χειρότερο τα τελευταία χρόνια.

 

 

Πάντα είχαμε τάσεις. Τώρα αυτό που έχουμε δεν είναι τάσεις μέσα σʼ ένα κόμμα. Εδώ έχουμε ένα δημόσιο χώρο για να λειτουργούν οι τάσεις, οι παρέες και οι παράγοντες. Μέσα σʼ αυτό το κλίμα, προσπάθησα να δημιουργηθούν κάποιες συλλογικές υποδομές. Είμαστε το μόνο κόμμα του ελληνικού κοινοβουλίου που ο κάθε βουλευτής –έτσι δούλευα και εγώ–  δουλεύαμε μόνοι μας διότι κάποτε ήμαστε λίγοι, 5-6 βουλευτές, τώρα είμαστε περισσότεροι. Δεν έχουμε μια συλλογική υποδομή να παρακολουθεί τη δουλειά και να παράγει κάποιο αποτέλεσμα.

 

 

Στο γερμανικό κόμμα της Αριστεράς μιλούσα πριν κάποιου μήνες με κάποιον σ/φο, ο οποίος είναι υπεύθυνος του πολιτικού σχεδιασμού του γερμανικού κόμματος, και τον ρωτούσα με τι ασχολείται τώρα. Μου απαντάει λοιπόν ότι εργάζεται για τις Προεδρικές εκλογές του 2013. Δουλεύουν δηλαδή με κάποιο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Εδώ δεν έχουμε κάτι τέτοιο. Πέρα από τα τμήματα, ορισμένα από τα οποία κάνουν μια αξιόλογη δουλειά, δεν έχουμε επιτελικά όργανα ή θεσμούς διαλόγου. Η διαπίστωσή μου είναι η εξής: ότι, παρόλα αυτά, με πολύ μεγάλη προσπάθεια, μπορούν να γίνουν κάποια πράγματα. Όσο όμως το κόμμα λειτουργεί ως άθροισμα τάσεων είναι πολύ δύσκολο να σταθεί κάτι συλλογικό. Πρέπει τα πρόσωπα να έχουν αντοχές μεγάλες. Διότι για ό,τι γίνεται υπάρχει δυσπιστία Σε ρωτούν σε ποια τάση ανήκει αυτό; Όταν απαντήσεις, μα εγώ δουλεύω για το κόμμα, κάποιοι σε κοιτούν κάπως παράξενα.

 

 

Η δική μου γνώμη λοιπόν είναι η εξής. Πρέπει να υπάρξει μια δεσμευτική συμφωνία από αυτό το Συνέδριο, η οποία να απαντάει με τρόπο συγκεκριμένο σε τρία τουλάχιστον ζητήματα.

 

 

Πρώτον, πώς αποφασίζουμε, πώς συνθέτουμε, πώς παράγουμε πολιτική; Βγαίνει το κάθε στέλεχος στα κανάλια, ανακοινώνει την καλή του ιδέα, και μετά προσπαθούμε να δούμε τι λέει το κόμμα; Αν το θέλουμε έτσι να το κάνουμε έτσι. Ή κατατίθενται οι ιδέες, οι προτάσεις σε κάποια συλλογικά όργανα και μετά την ανταλλαγή απόψεων προκύπτει μια θέση και, εν πάση περιπτώσει, όποιος έχει διαφορετική άποψη λέει τη θέση του κόμματος, λέει και τη δική του αν το θεωρεί απαραίτητο;

 

 

Δεύτερο, εάν δεν επέρχεται σύνθεση πλήρης και έχουμε πλειοψηφία και μειοψηφία, τι γίνεται σʼ αυτή την περίπτωση; Πού είναι τα όρια της μειοψηφίας, πού είναι τα όρια τελικά της κάθε τάσης; Νομίζω ότι πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η ελεύθερη έκφραση των ιδεών, ο σεβασμός των δικαιωμάτων της μειοψηφίας πρέπει να έχει ως όριό του την ενιαία έκφραση του κόμματος και προς την κοινωνία και προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

 

 

Τρίτο σημείο είναι τι είδους Πρόεδρο θέλουμε.  Ακούστηκαν και πριν αναφορές σε προηγούμενους Προέδρους. Προσωπικά τη διαδρομή του Ν. Κωνσταντόπουλου τη θεωρώ θετική. Θεωρώ ότι βοήθησε ο Κωνσταντόπουλος. Είναι άλλο θέμα αν εμείς δεν μπορέσαμε να το  αξιοποιήσουμε, να δημιουργήσουμε ένα κόμμα πιο συνεκτικό. Γενικότερα υπάρχει κενό ηγετικού μοντέλου, να το πω έτσι.

 

 

Η θέση μου είναι η εξής. Πιστεύω ότι κανείς μας δεν θέλει έναν Πρόεδρο να λειτουργεί μόνος του, με συμβούλους, με συνεργάτες. Πιστεύω ότι θέλουμε έναν Πρόεδρο που να είναι πρώτος μεταξύ ίσων, εκφραστή συλλογικών οργάνων του κόμματος. Για να έχουμε τέτοιον Πρόεδρο, πρέπει να δημιουργήσουμε τέτοια όργανα. Πρέπει να συγκροτηθούν τέτοια όργανα που να μπορούν να σκέφτονται, να αποφασίζουν, να σχεδιάζουν, να εκτελούν, να στηρίζουν τις συλλογικές αποφάσεις, να ελέγχουν τον Πρόεδρο. Εάν δεν το πετύχουμε αυτό, δεν μπορούμε να έχουμε το αποτέλεσμα το οποίο θέλουμε.

 

 

Αυτές είναι μερικές πρακτικές σκέψεις. Με την ευκαιρία αυτή, να προσθέσω ότι δεν θεωρώ εσωστρέφεια το να «κοιτάξουμε το σπίτι μας», εάν μπάζει νερά, εάν πέφτουν σοβάδες, εάν γκρεμίζονται οι τοίχοι. Με τι αξιοπιστία θα πάμε έξω, στο ΣΥΡΙΖΑ, στην κοινωνία, ως αξιόπιστοι εταίροι και φερέγγυοι συνομιλητές αν έχουμε τόσα και τέτοια προβλήματα;

 

 

Θέλω σ/σες και σ/φοι, αντί επιλόγου, να πω το εξής. Έχω, νομίζω, αποδείξει, αυτό που κάνετε και σεις και κάνουμε όλοι. Ποτέ δεν εξάρτησα την προσφορά μου στην Αριστερά από τη θέση μου σε αξιώματα ή σε όργανα…………………………………………………………………….    

 

Το χειροκρότημά σας με τιμά προσωπικά. Θα προτιμούσα όμως στο μέλλον τέτοιες αναφορές να θεωρούνται τόσο αυτονόητες που να μην προκαλούν χειροκροτήματα. Θέλω λοιπόν να πω, επειδή είμαστε ένα κόμμα που δεν έχει πολιτική στελεχών και που ο καθένας διαχειρίζεται τον εαυτό του, την αξιοπρέπειά του, με δική του ευθύνη απέναντι στο αριστερό κίνημα. Έτσι και εγώ κάνω τη δική μου «αυτοδιαχείριση». Το 2000, έχοντας κλείσει δέκα χρόνια στη Γραμματεία, αποφάσισα να μην είμαι πάλι στη Γραμματεία. Τον Οκτώβρη του 2009, είπα ότι δεν θα είμαι πάλι υποψήφιος βουλευτής. Σήμερα κλείνω περίπου τριάντα χρόνια, μέλος Κεντρικών Επιτροπών. Επιτρέψτε μου να μην είμαι υποψήφιος. Θα προσπαθήσω να βοηθήσω με άλλους τρόπους. Ευχαριστώ.