Συνέντευξη στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ”_ Να βάλουμε τέλος στο χειμώνα της Αριστεράς_

Καθώς έχουμε μπροστά μας το βασικό μενού του προεκλογικού αγώνα, με τα οικονομικά μέτρα των κομμάτων να ανακοινώνονται το ένα μετά το άλλο, υπάρχει όντως θέμα αντιγραφής των προγραμμάτων Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ;

Μα το λένε οι ίδιοι. Η Ν.Δ. κατηγορεί, χρόνια τώρα, το ΠΑΣΟΚ ότι αντιγράφει την πολιτικής της. Και ο νέος ηγέτης του ΠΑΣΟΚ κατηγόρησε τη Ν.Δ. για το αντίστροφο. Άλλωστε το ΠΑΣΟΚ, ιδίως όταν απευθύνεται στους επιχειρηματίες προβάλλει ως πλεονέκτημά του, ότι κάνει αυτά που πρέπει  να γίνουν με λιγότερες κοινωνικές συγκρούσεις απ’ ότι αν τα ίδια τα έκανε η Ν.Δ.

Ακριβώς γι’ αυτό δεν έχουν άδικο οι νέοι ιδίως άνθρωποι που θεωρούν ότι και τα δύο μεγάλα κόμματα κοινώς τους «δουλεύουν». Και πάντως δεν είναι αβάσιμο το εύρημα όλων των δημοσκοπήσεων σύμφωνα με το οποίο η μεγάλη πλειοψηφία της κοινής γνώμης πιστεύει ότι τα προγράμματα των δύο μεγάλων κομμάτων είναι παρόμοια.

Πράγματι οι βασικοί πυλώνες των προγραμμάτων και των δύο κομμάτων είναι οι ιδιωτικοποιήσεις και η απελευθέρωση των αγορών. Και τα δύο κόμματα αποφεύγουν να δεσμευτούν για την προστασία των δημοσίων αγαθών, τη μείωση της ανεργίας, την πάταξη της ακρίβειας, την προστασία του περιβάλλοντος. Συνεπώς, όποιο κόμμα και αν κερδίσει οι βασικές τάσεις σε ότι αφορά την διεύρυνση των ανισοτήτων, κατά την άποψή μου, θα συνεχιστούν.

Αυτή η πλειοδοσία φοροαπαλλαγών μπορεί να ισχύει; Υπέρ ποίων και σε βάρος ποίων άλλων τελικά θα είναι;

Ίσως είναι το μόνο βέβαιο. Διότι, η θέσπιση των αφορολόγητων αποθεματικών ψηφίστηκε ήδη στη Βουλή. Αλλά και η μείωση των φορολογικών συντελεστών επί των κερδών, που έχουν υποσχεθεί και τα δύο κόμματα, δημιουργεί ήδη προσδοκίες στις αγορές και το χρηματιστήριο που η διάψευσή τους θα έχει κόστος για την όποια  κυβέρνηση.

Οι φοροαπαλλαγές είναι προφανώς μονομερείς, αφού αυξάνουν την ανισότητα του φορολογικού συστήματος.

Ως προς τις συνέπειες εύλογο είναι ότι και οι μισθωτοί και άλλες κοινωνικές ομάδες θα διεκδικήσουν τη φορολογική τους ελάφρυνση. Αυτό έπρεπε ήδη να είχε γίνει. Χωρίς όμως τη συνολικότερη φορολογική μεταρρύθμιση η μείωση των φορολογικών εσόδων θα αυξήσει τις πιέσεις για μείωση των κοινωνικών δαπανών, δεδομένου ότι τόσο η ΝΔ όσο και ο νέος ηγέτης του ΠΑΣΟΚ έχουν δεσμευτεί ότι θα σεβαστούν το Σύμφωνο Σταθερότητας και το όριο που θέτει ως προς το δημόσιο έλλειμμα.

Πρόκειται για κλασσική νεοφιλελεύθερη συνταγή: «αν θες να εκβιάσεις την κοινωνία να δεχθεί μείωση των κοινωνικών δαπανών μείωσε τη φορολογία».

Η μείωση της φορολογίας ακούγεται ευχάριστα από το εκλογικό σώμα, αλλά η αύξηση του δημόσιου ελλείμματος το τρομάζει. Έτσι η μείωση των κοινωνικών δαπανών εμφανίζεται ως μονόδρομος προκειμένου να μην ξεφύγει το δημόσιο έλλειμμα.

Σε ότι αφορά την άποψη ότι η μείωση της φορολογίας επί των κερδών θα φέρει επενδύσεις, ανάπτυξη, απασχόληση, αποτελεί το «φύλλο συκής»  κάθε ταξικής επιλογής.

Όταν ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς κάνει λόγο για φορολογική μεταρρύθμιση τι εννοεί και τι είναι εφικτό να πετύχει κινητοποιώντας τους εργαζόμενους;

Λόγω του μεγάλου δημοσίου χρέους που έχουμε και λόγω των μεγάλων κοινωνικών ελλειμμάτων, η φορολογική μεταρρύθμιση πρέπει να έχει ένα δίδυμο στόχο. Πρέπει  να κάνει το σύστημα δικαιότερο και ταυτόχρονα ν’ αυξάνει τα συνολικά φορολογικά έσοδα.

Ο σκληρός πυρήνας των φορολογικών ανισοτήτων δεν είναι οι άμεσοι φόροι, όπως γενικά θεωρείται,  αλλά οι έμμεσοι φόροι. Είναι οι πιο αφανείς φόροι αλλά και οι πιο επώδυνοι και για τη λαϊκή αφαίμαξη αλλά και για τη λεγόμενη «ανταγωνιστικότητα».  Εδώ λοιπόν μπορούν να γίνουν παρεμβάσεις και ανακατανομές.

Το δεύτερο είναι η ελάφρυνση της φορολογίας της μισθωτής εργασίας.

Τρίτο είναι η φοροδιαφυγή και η παραοικονομία που ενώ σε ορισμένους τομείς έχει περιοριστεί σε άλλους έχει γιγαντωθεί.

Τέλος, υπό συζήτηση πρέπει να τεθεί μια γενικότερη αναδιάρθρωση του φορολογικού συστήματος σε ότι αφορά την κατανομή μεταξύ κεντρικών και τοπικών φόρων.

Σε ότι αφορά  τους εργαζόμενους, και τις κινητοποιήσεις τους το κρίσιμο θέμα είναι η ενότητα των εργαζομένων και η αποτελεσματικότητα των αγώνων τους. Η «κουλτούρα»  των χωριστών κινητοποιήσεων ακόμη και για κοινούς στόχους κάθε άλλο παρά βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση.

Η Αριστερά  πρέπει να ξαναβρεί την ικανότητα να ενώνει και όχι να χωρίζει, να συσπειρώνεται η ίδια και όχι να κατακερματίζεται. Και αυτό είναι το μήνυμα της προσπάθειας που εκφράζεται με την πρωτοβουλία για τη συσπείρωση της Αριστεράς, και τα ενωτικά ψηφοδέλτια στα οποία και εμείς συμμετέχουμε.

Στη σημερινή πραγματικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να ελπίζει ο εργαζόμενος σε ένα καλύτερο κοινωνικό κράτος και σε ισχυρή κοινωνική ασφάλιση;

Το κοινωνικό κράτος και η Κοινωνική Ασφάλιση δεν αποτελούν αυτοφυείς  θεσμούς ή ιδιότητες του καπιταλισμού.  Του επιβλήθηκαν με κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες. Η ύπαρξή τους και η ποιότητά τους είναι σε απόλυτη συνάρτηση με τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς.

Σήμερα οι τομείς αυτοί ιδίως της ασφάλισης και της υγείας έχουν γίνει χώροι επένδυσης και συσσώρευσης ιδιωτικών κεφαλαίων και διεκδικούν την ανακατανομή της «αγοράς»  -έτσι το αντιλαμβάνονται – προς όφελός τους. Θέλουν π.χ. την κοινωνική ασφάλιση συμπληρωματική της ιδιωτικής και όχι το αντίστροφο.

Το πρόβλημα είναι ότι ενώ έχουμε έναν παγκόσμιο φιλελευθερισμό δεν έχουμε μια παγκόσμια Αριστερά, αφού η σοσιαλδημοκρατία έχει προσαρμοστεί σ’ αυτές τις απαιτήσεις. Ειδικά στην Ευρώπη  ενώ έχουμε μια υψηλού βαθμού ενότητα του κεφαλαίου οι δυνάμεις της εργασίας και της Αριστεράς μόλις τώρα αρχίζουν να ανιχνεύουν τη δική τους απάντηση. Η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ, οι συζητήσεις για ένα κοινό Ευρωπαϊκό Κόμμα της Αριστεράς, η διαμόρφωση μιας νέας  αριστερής συνείδησης ιδίως στη Νεολαία, που θέλει να δρα  τοπικά, σκεφτόμενη ευρωπαϊκά και παγκόσμια είναι πηγές ελπίδας που αξίζει να ενισχυθούν.

Η φυγή του μεγάλου κεφαλαίου στα φτηνά εργατικά χέρια από την Ανατολική Ευρώπη και την Ασία μπορεί να αντιμετωπισθεί  σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης;

Όχι κάτι τέτοιο δεν είναι ορατό. Γι’ αυτό πρέπει να συζητήσουμε τι μπορούμε να κάνουμε.

Το πρώτο είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι τα φτηνά εργατικά χέρια ούτε συνιστούν ούτε μπορούν να αποτελέσουν  «συγκριτικό πλεονέκτημα» της χώρας μας. Πρέπει  συνεπώς να στραφούμε σε οικονομικές δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Το δεύτερο είναι να ενισχύσουμε μορφές επιχειρηματικής δράσης όπως είναι η δημόσια επιχειρηματικότητα, οι μικρές επιχειρήσεις, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, οι συνεταιρισμοί, ακόμα και μορφές της λεγόμενης «κοινωνικής οικονομίας»,. στις οποίες ο σκοπός του κέρδους  θα μπορούσε να συνυπάρξει με άλλους σκοπούς συμβατούς με την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή. Βεβαίως όλα αυτά αποτελούν γραμμές «προωθητικής άμυνας» και «κόκκους  άμμου» στα γρανάζια του καπιταλισμού, ώσπου  ο κόσμος της εργασίας, στο πλαίσιο ενός νέου διεθνισμού,  να μπορέσει  να επιβάλλει, νέες μορφές ισότιμης διεθνούς επικοινωνίας και συνεργασίας.

Η Αριστερά δεν περνά ευτυχείς μέρες διεθνώς. Μήπως θα πρέπει να περιμένουμε να ολοκληρωθεί ο κύκλος της παγκοσμιοποίησης, για να έχουμε  και την Αριστερά στην καινούργια της μορφή;

Τώρα πρέπει να τρέξουμε προς την αντίστροφη κατεύθυνση. Να αποκτήσουμε  την κουλτούρα  της ενότητας μέσα από τη διαφορετικότητα, της προωθητικής σύνθεσης μέσα από τις διαφορές, να ξαναγίνουμε αριστερές και αριστεροί  με τους όρους και τις απαιτήσεις της εποχής μας, με πιο βαθιές και θεμελιώδεις ,  αξιακές, πολιτισμικές και κοινωνικές αναφορές.

Άλλωστε, τα πρώτα χελιδόνια, σποραδικά ακόμα και με αβέβαιο φτερούγισμα, υπαρκτά όμως, μας λένε πως όχι μόνο πρέπει αλλά και μπορούμε  να αλλάξουμε κι εμείς εποχή, να βάλλουμε τέλος στο χειμώνα της Αριστεράς.

Με τα ενωτικά ψηφοδέλτια του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, η αρχή έγινε.  Η εκλογική ενίσχυσή τους θα μπορούσε να επιταχύνει τις εξελίξεις  και στην Αριστερά και στην κοινωνία.

Είναι γεγονός ότι στις συνθήκες της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, αλλά και της ευρωπαϊκής ενοποίησης, διαμορφώνεται μια νέα αριστερή συνείδηση που υπερβαίνει το εθνοκεντρικό πλαίσιο το οποίο κυριάρχησε  κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.  Επίσης, η διαμόρφωση της αριστερής συνείδησης στη χώρα μας στο παρελθόν επηρεάστηκε σημαντικά από τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού καπιταλισμού παρά από τις καθολικές και θεμελιώδεις ιδιαιτερότητές του, από τα αιτήματα της οικονομικής ανάπτυξης και του (αστικού ) εκσυγχρονισμού. Έτσι, είμαστε αριστεροί στην Ελλάδα αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα ήμασταν αριστεροί αν ζούσαμε, ας πούμε, στην Ελβετία.

Τέλος, οι όροι διαμόρφωσης της αριστερής συνείδησης στη χώρα μας επηρεάσθηκαν  και τραυματίσθηκαν  από διασπάσεις και οξείες διαμάχες στο εσωτερικό της Αριστεράς. Καλλιεργήθηκε έτσι μια έξαρση του υποκειμενισμού και μια λατρεία της διαφορετικότητας εντός της  Αριστεράς. Γεμίσαμε την Αριστερά με επίθετα και προσδιορισμούς για να ξεχωρίσουμε μεταξύ μας περισσότερο παρά έναντι των αντιπάλων μας.