Συνέντευξη στην εφημερίδα “ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ”_Πλήρη στοιχεία για τα ομόλογα_

1) Ως γνωστόν στις επόμενες ημέρες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εισηγηθεί την έξοδο της ελληνικής οικονομίας από τη διαδικασία της επιτήρησης. Η κυβέρνηση και ο υπουργός Οικονομίας αισθάνονται υπερήφανοι γιατί αυτό επιτεύχθηκε με τη διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και με ταυτόχρονη μείωση του ποσοστού ανεργίας. Ποια είναι τα δικά σας σχόλια.

Η άρση της επιτήρησης δεν προσφέρεται για πανηγυρισμούς.

Πρώτο, γιατί δε συνεπάγεται αλλαγή πολιτικής για τους εργαζόμενους.

Δεν αποκλείεται μάλιστα να έχουν αναληφθεί και δεσμεύσεις το περιεχόμενο των οποίων δε θα το πληροφορηθούμε παρά μόνο μετά τις εκλογές. Το βέβαιο είναι ότι οι μισθοί θα συνεχίσουν να είναι υπό “επιτήρηση” με πρόσχημα αυτή τη φορά το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών και την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού.

Δεύτερο, γιατί η επιτήρηση έφυγε αλλά τα προβλήματα μένουν.

Συγκεκριμένα η μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων δεν έγινε με αντιμετώπιση των αιτιών που τα δημιουργούν. Ούτε η φοροδιαφυγή περιορίσθηκε ούτε η αποτελεσματικότητα των δαπανών βελτιώθηκε. Αντίθετα, η μείωση των ελλειμμάτων έγινε, κυρίως, με τη μείωση των δημόσιων επενδύσεων, την αύξηση του ΦΠΑ και τη βοήθεια των “ειδικών” εκτός προϋπολογισμού λογαριασμών. Συνεπώς οι συνθήκες που οδήγησαν στη δημοσιονομική ελλειμματικότητα δεν εξαλείφονται, αλλά αναπαράγονται. Δεν οδηγούμαστε σε έξοδο από το τούνελ, αλλά μπαίνουμε σε νέα στενωπό.

2) Ο Συνασπισμός, σχολιάζοντας τις δηλώσεις του επιτρόπου Χ. Αλμούνια περί διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας αλλά και το δεδηλωμένο στόχο της κυβέρνησης για την επίτευξη ισοσκελισμένων προϋπολογισμών έως το 2010, κάνει λόγο για «νέα επιτήρηση». Με αυτή την κριτική δεν στηρίζετε όμως τη μεταφορά των οικονομικών βαρών στις επόμενες γενιές;

Όχι, το θέμα είναι πολύ σοβαρό και δεν έχει συνειδητοποιηθεί στη χώρα μας. Η “επιτήρηση” για την οποία συζητούμε, αφορούσε στην περίπτωση του υπερβολικού “δημοσιονομικού ελλείμματος”. Όμως, στην Ε.Ε. αναπτύσσεται μια υπόγεια, επί του παρόντος, συζήτηση που έχει να κάνει με το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών, το οποίο στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα διευρύνεται επικίνδυνα. Και διατυπώνονται απόψεις για την ανάγκη μιας νέας επιτήρησης και λήψης μέτρων περιοριστικών για τις χώρες αυτές. Η σχετική συζήτηση αναμένεται να αρχίσει το φθινόπωρο και καλό είναι να προετοιμασθούμε για να δούμε σε τι ακριβώς αποσκοπεί.

 Σε ό,τι αφορά τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, το θέμα βεβαίως είναι πώς επιτυγχάνει κανείς την ισοσκέλιση. Η ισοσκέλιση του προϋπολογισμού με περικοπή των δημόσιων επενδύσεων, των μισθών ή των κοινωνικών δαπανών, απλώς μεταφέρει το έλλειμμα στην ανάπτυξη, την απασχόληση και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Κι αυτό δεν είναι ό,τι το καλύτερο ούτε για τις παρούσες ούτε για τις μελλοντικές γενιές.

3) Ας έρθουμε στο ζήτημα των σύνθετων ομολόγων. Έχετε ζητήσει επανειλημμένως από την κυβέρνηση πλήρη στοιχεία για το ποια ταμεία αγόρασαν σύνθετα επενδυτικά προϊόντα. Πιστεύετε ότι οι διαστάσεις της υπόθεσης δεν έχουν αποκαλυφθεί πλήρως;

Βεβαίως και δεν έχουν αποκαλυφθεί. Για παράδειγμα, δε γνωρίζουμε ακόμη ποια ασφαλιστικά ταμεία αγόρασαν ποια ομόλογα.

Πέραν αυτού, πρέπει αυτά τα “δομημένα ομόλογα” να αποτιμηθούν, αφού, όπως φαίνεται, ορισμένα τουλάχιστον πουλήθηκαν στα ταμεία “με καπέλο”. Τέλος, πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στα ταμεία που το επιθυμούν, να επιστρέψουν, χωρίς ζημία, τα ομόλογα αυτά στους εκδότες τους.

4) Τους τελευταίους μήνες έχει ασκηθεί από αυστηρή έως και υπερβολική κριτική στις επενδυτικές επιλογές των ασφαλιστικών ταμείων. Εσείς που έχετε ασχοληθεί αρκετά με το ζήτημα, συμμερίζεστε καθόλου την ανησυχία ότι αυτή η κριτική μπορεί να οδηγήσει σε επιλογές με ιδιαίτερα χαμηλές αποδόσεις;

Τα διαθέσιμα των ασφαλιστικών ταμείων έχουν δεινοπαθήσει από όλες τις κυβερνήσεις μεταπολεμικά. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90 εκατατίθεντο υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδας και ετοκίζοντο με επιτόκια χαμηλότερα του πληθωρισμού, με αποτέλεσμα να χαθούν όχι μόνο τα όποια αποθεματικά αλλά και μέρος των εισφορών των ασφαλισμένων. Μετά τα ταμεία χρησιμοποιήθηκαν από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ για τη στήριξη του χρηματιστηρίου. Και τώρα έχουμε την εξαπάτηση πολλών ταμείων με τα υψηλού κινδύνου σύνθετα προϊόντα. Είναι πιθανό, λοιπόν, πράγματι να υπάρξει μια ενοχοποίηση κάθε ενεργητικής πολιτικής αξιοποίησης της περιουσίας των ταμείων.

Δυστυχώς όμως, υπό συνθήκες καπιταλισμού, όχι μόνο η αποδοτική διαχείριση, αλλά και η ασφάλεια των διαθεσίμων των ταμείων απαιτεί τη διαφοροποίηση των τοποθετήσεων και τη διασπορά των κινδύνων. Απαιτεί, δηλαδή, μια συνετή, διαφανή και θεσμικά θωρακισμένη επενδυτική πολιτική που θα υπηρετεί τα συμφέροντα των ασφαλισμένων.

5) Ο πρόεδρος του ΣΥΝ Αλέκος Αλαβάνος υποστήριξε πρόσφατα στη Βουλή ότι μετά την υπόθεση των ομολόγων η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ δεν έχουν πια το δικαίωμα να μιλούν για αύξηση του χρόνου συνταξιοδότησης ή για μείωση των συντάξεων. Ορισμένοι υποστηρίζουν όμως ότι αυτή η οπτική καθιστά σχεδόν αδύνατη κάθε συζήτηση για την επίλυση του ασφαλιστικού…

Αντίθετα, αυτό που είπε ο Α. Αλαβάνος, θέτει το θέμα των προϋποθέσεων για να γίνει διάλογος. Κανείς δε μπορεί να συζητά με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά περιλαμβανομένου και του ενδεχόμενου του θανάτου του! Κάποιες προϋποθέσεις, κάποιες εγγυήσεις είναι αναγκαίο να τεθούν. Διαφορετικά, δε νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος.

6) Σύμφωνα με τις περισσότερες έρευνες κοινής γνώμης η πλειονότητα των πολιτών ζητεί μεταρρυθμίσεις ή αν θέλετε διαρθρωτικές αλλαγές στην ελληνική οικονομία. Εσείς τι απαντάτε σε όσους σας κατηγορούν ότι είστε καχύποπτοι σε κάθε αλλαγή στο οικονομικό πεδίο;

Δεν είμαστε απλά καχύποπτοι. Είμαστε αντίθετοι σε ψευδεπίγραφες πολιτικές που, υπό το πρόσχημα των “αναγκαίων μεταρρυθμίσεων”, αναδιανέμουν εισοδήματα και δικαιώματα υπέρ των ισχυρών, παραδίδουν κοινωνικά αγαθά στην ιδιωτική κερδοσκοπία και αφήνουν τους πολίτες, το περιβάλλον και την κοινωνία συνολικά αθωράκιστη απέναντι σε ανεξέλεγκτες δυνάμεις της αγοράς. 

Πιστεύουμε ότι υπάρχουν διαφορετικές επιλογές και λύσεις στα κοινωνικά και τα οικονομικά προβλήματα. Το θέμα, επομένως, είναι ποιες μεταρρυθμίσεις, με ποιο περιεχόμενο, ποιος καρπώνεται τα οφέλη και ποιος καταβάλλει τις θυσίες. Κάποιοι φοβούνται μια τέτοια συζήτηση. Γι’ αυτό και την υποκαθιστούν με επικοινωνιακά τρικ και στερεότυπα.

7) Τι είδους μεταρρυθμίσεις θα έπρεπε, κατά τη γνώμη σας, να προωθούνται ή έστω να συζητούνται;

Το θέμα δεν αφορά μόνο τη δική μας κοινωνία, αλλά και την Ευρώπη και τον κόσμο συνολικά.

Και τούτο γιατί ζούμε μια ιστορική εποχή που η παραγωγικότητα της εργασίας και ο πλούτος αυξάνουν ραγδαία, όμως η κατανομή των εισοδημάτων γίνεται σε βάρος της εργασίας, το κοινωνικό κράτος συρρικνώνεται, η κοινωνική ασφάλιση απειλείται, οι κοινωνικές και οι περιφερειακές ανισότητες παίρνουν προκλητικές διαστάσεις.

Ταυτόχρονα, ο τρόπος παραγωγής, αλλά και τα πρότυπα κατανάλωσης που έχουν διαμορφωθεί, λειτουργούν σε βάρος του περιβάλλοντος και προκαλούν κλιματικές αλλαγές και περιβαλλοντικές κρίσεις.

Χρειάζονται, συνεπώς, παντού ριζικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που να οδηγούν στην αναδιανομή του πλούτου υπέρ των οικονομικά ασθενέστερων, στη στήριξη του κοινωνικού κράτους, στη διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, που να οδηγούν σε μια αειφόρο ανάπτυξη, σε πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης κοινωνικά δίκαια και οικολογικά συμβατά.

Αυτή πιστεύουμε είναι η “άλλη ατζέντα” των αλλαγών και μεταρρυθμίσεων που ήδη προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη, μέσα από τις αντιθέσεις που γεννά η παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού και οξύνει η νεοφιλελεύθερη εκδοχή της.

8) Τον τελευταίο καιρό ανακινείται και πάλι η συζήτηση για το ενδεχόμενο συνεργασίας του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ με αφορμή δηλώσεις στελεχών της αξιωματικής αντιπολίτευσης (Αννα Διαμαντοπούλου) αλλά και της Αριστεράς (Σ. Πιτσιόρλας, Λ. Κύρκος). Εσείς θεωρείται ότι μπορούν να υπάρξουν περιθώρια συνεννόησης;

Άλλο “περιθώρια συνεννόησης” και άλλο δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας. Σ’ ότι αφορά το δεύτερο, ούτε το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ ούτε ο εκλογικός νόμος, ούτε το δικομματικό πολιτικό πλαίσιο προσδίδουν στο θέμα αυτό κάποια ρεαλιστική και αξιόπιστη υπόσταση. Συνεπώς, μόνο η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών και η ανατροπή του δικομματισμού μπορούν να δημιουργήσουν προϋποθέσεις ουσιαστικής συζήτησης μιας τέτοιας προοπτικής.

Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πεδία συνεργασίας και κοινής δράσης στη Βουλή και στην κοινωνία, τα οποία μπορούν και πρέπει να αξιοποιούνται και να διευρύνονται.