Συνέντευξη στην εκπομπή «Πολιτική Κουζίνα» του EΡΤnews, στις δημοσιογράφους Γεωργία Σκιτζή και Γεωργία Σαδανά.
Το βίντεο της συνέντευξης
Σημεία από τη συνέντευξη
Σε σχέση με τον πληθωρισμό: Υπάρχουν αόρατοι μηχανισμοί φτωχοποίησης και πλουτισμού. Για παράδειγμα, όταν ακούμε ότι ανεβαίνει η τιμή του πετρελαίου, να είμαστε σίγουροι ότι θα κερδίσουν τα διυλιστήρια και ο κόσμος θα δυσκολευτεί περισσότερο. Όταν ανεβαίνουν τα επιτόκια, οι τράπεζες έχουν περισσότερα κέρδη, αλλά οι δανειολήπτες πιέζονται. Για τον πληθωρισμό πρέπει να ξέρουμε ότι είναι μηχανισμός φορολόγησης. Γιατί, ανεβαίνοντας οι τιμές των προϊόντων, αυξάνεται ο ΦΠΑ, η φορολογία. Κάποιες κυβερνήσεις στην Ευρώπη μειώνουν τη φορολογία, για να περιορίσουν την ακρίβεια. Η ελληνική κυβέρνηση μαζεύει τα χρήματα και μοιράζει ένα μέρος κατά το δοκούν.
Για τις ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα: Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας δείχνουν ότι το 80% ξένων επενδύσεων είναι εξαγορές υφιστάμενων επιχειρήσεων και ακινήτων. Έχουμε, δυστυχώς, πολύ λίγες επενδύσεις που αυξάνουν το παραγωγικό δυναμικό της χώρας και το εισόδημα. Και αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα. Θέλουμε κυρίως παραγωγικές επενδύσεις διότι, όπως πια όλοι αναγνωρίζουν, ο τουρισμός είναι πολύτιμος, αλλά η χώρα χρειάζεται και άλλα πράγματα.
Για τη συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων: Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, μοιράζεται τις ίδιες αξίες, έχει τις ίδιες ανάγκες, ας πούμε θα ήθελε να δει μια ενισχυμένη δημόσια εκπαίδευση, ένα ισχυρό δημόσιο σύστημα υγείας. Αν δούμε μάλιστα, ευρωπαϊκά στοιχεία διαπιστώνουμε ότι ο Έλληνας πολίτης δαπανά πολλά χρήματα, στους τομείς αυτούς, με αποτέλεσμα να υπάρχει αρνητική αποταμίευση. Άρα, υπάρχει ένας κοινωνικά προοδευτικός χώρος, ο όποιος, όπως και γενικά συμβαίνει, έχει κρίση εκπροσώπησης. Δεν ξέρει ποιο κόμμα τον εκφράζει καλύτερα- γι’ αυτό υπάρχει ο σημερινός κατακερματισμός- και πιστεύει ότι δεν ακούγεται η γνώμη του. Επομένως, η Αριστερά και ευρύτερα ο προοδευτικός χώρος, βιώνουν έντονα σήμερα την κρίση εκπροσώπησης, που επεκτείνεται και στη Δεξιά.

Σήμερα ζούμε τον επίλογο αυτού που ονομάστηκε φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ, όπου ένα μικρό κόμμα, μέσα σε μια μεγάλη κρίση κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του κόσμου, να κυβερνήσει, αλλά δεν μπόρεσε να αυτοανανεωθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ, από το 2023, δεν μπόρεσε να παίξει τον αναγκαίο συσπειρωτικό ρόλο. Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ είναι υπόλειμμα του μεγάλου ΠΑΣΟΚ, το οποίο προσπαθεί να ανανεωθεί, ενώ υπάρχουν και μικρότερα σχήματα. Συνεπώς, το κρίσιμο θέμα δεν είναι αν ο κ. Ανδρουλάκης θα πάρει μια ψήφο παραπάνω από τον κ. Τσίπρα, ή αν η ΕΛΑΣ θα πετύχει μεγαλύτερα ποσοστά. Το θέμα είναι -και χάρηκα που χθες ο Αλ. Τσίπρας το υπαινίχθηκε- να υπάρξει μια δύναμη που να παρουσιάσει ένα αξιόπιστο σχέδιο επανένωσης ή ενιαίας έκφρασης της Κεντροαριστεράς. Πιστεύω δε, ότι στο τέλος θα κερδίσει όχι αυτός που θα έχει κάποιες μονάδες παραπάνω από τον άλλον στην εκλογική μάχη, αλλά αυτός που θα παρουσιάσει ένα πειστικό σχέδιο για την ενδυνάμωση και ενιαία έκφραση του προοδευτικού χώρου. Γίνονται προσπάθειες προς αυτήν την κατεύθυνση από τον Αλέξη Τσίπρα, τις παρακολουθώ με ενδιαφέρον, τις κρίνω θετικές, αλλά δεν έχουν φτάσει το σημείο να δώσουν τη λύση για τον χώρο. Με αυτό το πνεύμα θα επικροτούσα μια δήλωση του κ. Ανδρουλάκη με την οποία να θέτει ως προτεραιότητα την ευρύτερη προοδευτική παράταξη. Και εν πάση περιπτώσει θα περίμενα και από τον κ. Ανδρουλάκη μια άποψη επί του θέματος, πώς βλέπει το μέλλον του προοδευτικού χώρου.
Θα ήθελα μια διαδικασία ανασύνθεσης του προοδευτικού, αριστερού χώρου με πρωτοβουλίες από τα πάνω, αλλά και πιέσεις από τα κάτω. Και προσωπικά θα στηρίξω ό,τι κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Υπάρχει αρκετός χρόνος μέχρι τις εκλογές και αν γίνουν οι σωστές κινήσεις από τώρα, όσο θα πλησιάζουμε στις εκλογές θα προκύπτουν και πεδία πυκνότερων πρωτοβουλιών και συνεργασιών.
Για τη σχέση του με τον Αλέξη Τσίπρα: Με τον κ. Τσίπρα είχα βιωματική σχέση μιας δεκαετίας και ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που τις βιωματικές σχέσεις τους τις τιμούν, ανεξαρτήτως του βαθμού συμφωνίας ή μη συμφωνίας σε διάφορα θέματα. Επομένως, η σχέση μου μαζί του έχει αυτή τη διάσταση, ενώ κατανοώ την προσπάθεια ενός νέου πολιτικού να συμβάλει στην ανανέωση της πολιτικής και θεωρώ απαράδεκτη την τοξικότητα με την οποία αντιμετωπίζεται ο Αλ. Τσίπρας από αντιπάλους του.
Για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ: Πιστεύω ότι η κυβέρνηση 2015-2019 θα επαναξιολογηθεί από την ιστορία και τους ιστορικούς κάποια στιγμή. Αυτή η κυβέρνηση παρέλαβε μια Ελλάδα «στον αέρα», χρεοκοπημένη, ένα δημοσιονομικό «ναρκοπέδιο», χωρίς να έχει ολοκληρωθεί το δεύτερο Μνημόνιο, ενώ είχε να αντιμετωπίσει και μια στρατηγική αριστερής παρένθεσης, η οποία στόχευε να προκαλέσει την κατάρρευση της κυβέρνησης ήδη από τον Μάρτιο. Και αυτή η κυβέρνηση υπογράφει τελικά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, υπογράφει την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές, από το 2017, δημιουργεί ένα απόθεμα ρευστότητας που κάλυπτε και καλύπτει τις δανειακές ανάγκες της χώρας, και προχωρά σε μια ρύθμιση χρέους, που δημιουργεί έναν διάδρομο σταθερότητας τουλάχιστον μέχρι το 2032. Θα περίμενα, λοιπόν, από τον κ. Μητσοτάκη να πει ότι ένας παράγοντας που βοήθησε τη δική του κυβέρνηση ήταν η κληρονομιά της προηγούμενης.
Για τον κίνδυνο ακυβερνησίας μετά τις εκλογές: Το Σύνταγμα μας επιτρέπει να πιστεύουμε πως ό,τι κι αν συμβεί η Δημοκρατία έχει λύσεις. Η λαϊκή ετυμηγορία είναι ιερή, πρέπει να ενθαρρύνουμε τους πολίτες να ψηφίσουν με την καρδιά και το μυαλό. Διακύβευμα των εκλογών είναι η σταθερότητα, μαζί με την αλλαγή. Όταν έχεις γεωπολιτικές ανακατατάξεις, πολέμους στη γειτονιά σου, κλιματική αλλαγή, οξύ δημογραφικό πρόβλημα, ανάγκη αλλαγής παραγωγικού μοντέλου κατά κοινή ομολογία, δεν μπορείς να μιλάς μόνο για σταθερότητα. Σταθερότητα σε τι, στην πτώση, στον «αργό θάνατο»; Χρειαζόμαστε την σταθερότητα του ποδηλάτη, που όσο γρηγορότερα τρέχει, τόσο σταθερότερος είναι. Όσο περισσότερες και ουσιαστικές αλλαγές κάνουμε τόσο μεγαλύτερή σταθερότητα μπορούμε να έχουμε.