Αριστερή διακυβέρνηση: Εμπειρίες και προοπτικές

Ομιλία στη παρουσίαση του βιβλίου των Δημοσθένη Γεωργοπούλου και Λόη Λαμπριανίδη, «Θέλουμε Ανάπτυξη; Μια βιωματική εμπειρία με ιστορικές και θεωρητικές αναφορές» (εκδόσεις Ποταμός, 2021).

Το βίντεο της ομιλίας 

 

Σημεία από την ομιλία

Έχει υποστηριχθεί ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς σε συνθήκες καπιταλισμού είναι μία διαρκής αντίφαση (Κ. Δουζίνας). Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι, όπως έχει επισημάνει ο Μαρξ, οι άνθρωποι δημιουργούν την δική τους ιστορία τους αλλά το κάνουν σε συνθήκες που δεν τις επιλέξαν οι ίδιοι αλλά είναι δοσμένες, κληροδοτημένες από το παρελθόν. Έτσι, λοιπόν, η κυβέρνηση της Αριστεράς καλείται να κυβερνήσει σε χρόνο και συνθήκες που δεν επέλεξε η ίδια, και να δράσει σε ένα πλαίσιο το οποίο πρέπει να αλλάξει και όχι να συντηρήσει. Άρα από τη μια πρέπει να αλλάξει το υπάρχον και από την άλλη πρέπει να το διαχειριστεί, αφού λειτουργεί μέσα σε αυτό. Είναι μια πορεία σε τεντωμένο σχοινί, δηλαδή να μπορέσει να ανταποκριθεί τόσο σε άμεσες διαχειριστικές ανάγκες όσο και σε ανάγκες μετασχηματισμού της οικονομίας, της κοινωνίας και του κράτους καθώς είναι υπαρκτός ο κίνδυνος τόσο να παγιδευτεί σε διαχειριστικά αδιέξοδα όσο και να απογειωθεί από την πραγματικότητα και να απομονωθεί από τη κοινωνία. Με την έννοια αυτή η αριστερή διακυβέρνηση συνίσταται στην ικανότητα μιας αριστερής πολιτικής δύναμης να μετατρέψει αυτή την αντίφαση σε δύναμη προωθητική, διαμορφώνοντας για αυτό τις αναγκαίες κοινωνικές συμμαχίες και τους ευνοϊκούς συσχετισμούς.

Το βιβλίο των Λόη Λαμπριανίδη και Δημοσθένη Γεωργόπουλου αναφέρεται σε μια τέτοια συγκεκριμένη προσπάθεια. Αναδεικνύει τις δυνατότητες αλλά και τα προβλήματα που συνεπάγεται η προσπάθεια συνδυασμού στην πράξη της αποτελεσματικής διαχείρισης και του μετασχηματισμού. Και η ανάλυση τέτοιων εμπειριών που έλαβαν χώρα ειδικά στις δύσκολες συνθήκες της περιόδου 2015-2019 είναι μια αναντικατάστατη πηγή γνώσης και άντλησης μαθημάτων για το μέλλον.

Κρίση αναπτυξιακού μοντέλου

Μια δεύτερη επισήμανση που θα ήθελα να κάνω εισαγωγικά είναι ότι ακριβώς επειδή ασκήσαμε εξουσία για πρώτη φορά, σε ένα τόσο σύνθετο και δύσκολο περιβάλλον, υπάρχουν πλευρές του κυβερνητικού μας έργου που δεν είναι ευρύτερα γνωστές, καθώς κι εμείς οι ίδιοι δεν τις έχουμε επαρκώς αναδείξει. Το υπό συζήτηση βιβλίο φωτίζει τέτοιες υποτιμημένες πτυχές του κυβερνητικού έργου. Αναφέρεται στην εμπειρία σχεδιασμού νέων αναπτυξιακών πολιτικών αλλά και αλλαγής υφιστάμενων θεσμών, κάτι πολλές φορές πιο δύσκολο. Το βιβλίο, επίσης, αναφέρεται στο ευρύτερο αναπτυξιακό πρόβλημα, τη σχέση του με τη χρεοκοπία της χώρας και διατυπώνει σκέψεις αλλά και συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση του.

Στο πλαίσιο αυτό το βιβλίο συζητά τις βαθύτερες διαχρονικές αιτίες, πέρα από τις δημοσιονομικές, της χρεοκοπίας που ζήσαμε πρόσφατα ως χώρα και που έχουν ως υπόβαθρο το αναπτυξιακό και παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας. Η πρόσφατη κρίση, λένε οι συγγραφείς, δεν ήταν συγκυριακή αλλά κυρίως διαρθρωτική, κρίση του αναπτυξιακού υποδείγματος. Επομένως, τονίζουν, η αύξηση του ΑΕΠ στο πλαίσιο του υφιστάμενου υποδείγματος, ακόμη και αν είναι εφικτή δεν αρκεί για την υπέρβαση της κρίσης. Είναι μια διαπίστωση που έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά, είχαμε περιόδους ανάκαμψης αλλά όχι υπέρβαση της κρίσης, αλλά είναι επίκαιρη και σήμερα.

Η ελληνική οικονομία, όπως αναλύουν οι συγγραφείς, εδώ και δεκαετίες είναι παγιδευμένη στην παγίδα των χωρών του μέσου εισοδήματος. Είναι μία κατάσταση διλημματική με την έννοια ότι η Ελλάδα πιέζεται τόσο από τις χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος όσο και από τα κράτη με υψηλή τεχνολογία άρα πρέπει να κάνει μια επιλογή η οποία θα αποδώσει μακροχρόνια.

Παραγωγική αναβάθμιση και όχι εσωτερική υποτίμηση

Η παρατήρηση που θα ήθελα να κάνω εδώ είναι ότι με την ένταξη στο ευρώ το δίλημμα αυτό δυστυχώς τείνει να απαντηθεί, εάν δεν υπάρξει ριζική ανατροπή της ισχύουσας πολιτικής, σε βάρος της εργασίας. Και τούτο γιατί όσο είμασταν εκτός ευρώ, οι ανισορροπίες και οι αντιθέσεις προσωρινά αμβλυνόταν ή συγκαλύπτονταν με τη δασμολογική προστασία, είτε με τη νομισματική υποτίμηση. Όταν αυτοί οι μηχανισμοί εκτόνωσης των ανισορροπιών δεν μπορούσαν πλέον να εφαρμοστούν, διέξοδο έδωσε πρόσκαιρα ο μηχανισμός της αύξησης του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους.

Όταν και αυτός ο μηχανισμός έφθασε στα όριά του, ο μηχανισμός εξισορρόπησης που επιβλήθηκε ήταν η εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή, η μείωση των μισθών με τα γνωστά αποτελέσματα. Όλα αυτά καταδεικνύουν ότι όρος για να μείνουμε στο ευρώ, αλλά με βιώσιμο τρόπο, είναι να πετύχουμε την παραγωγική αναβάθμιση σε συνδυασμό με τη μείωση των ανισοτήτων, και αυτό ακριβώς προτείνουν οι συγγραφείς. Επομένως, εδώ μιλάμε για ένα θεωρητικό σχήμα το οποίο όμως έχει άμεση πολιτική πρακτική εφαρμογή και είναι εντελώς επίκαιρο, είναι η πολιτική πρόκληση του σήμερα. Είναι η πολιτική πρόκληση που μπορούμε και συζητούμε γιατί το 2018 καταφέραμε να τελειώσουμε με τα μνημόνια.

Για ένα ολοκληρωμένο αναπτυξιακό σχεδιασμό

Οι συγγραφείς αναδεικνύουν την αναγκαιότητα της αναπτυξιακής στρατηγικής για ένα νέο υπόδειγμα βιώσιμης και δίκαιης ανάπτυξης και αναλύουν στοιχεία της συγκεκριμένης αναπτυξιακής στρατηγικής που κατάρτισε και είχε αρχίσει να υλοποιεί η προηγούμενη κυβέρνηση μετά την έξοδο από τα μνημόνια και την επιτήρηση. Επισημαίνουν ότι το νέο παραγωγικό πρότυπο προϋποθέτει την δημιουργία νέων χρηματοδοτικών εργαλείων που να επιτρέπουν τη στοχευμένη χρηματοδότηση, έναν νέο αναπτυξιακό νόμο, διαδικασίες στρατηγικού σχεδιασμού και νέες πολιτικές σε μία σειρά από τομείς. Όλα αυτά αποτελούν αναγκαιότητες και προϋποθέσεις για ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα. Αλλά ο χρόνος των θεσμικών αλλαγών δεν συμπίπτει με την κλίμακα του πολιτικού χρόνου. Δηλαδή ο πολιτικός χρόνος είναι δεδομένος, κάποια πράγματα πρέπει να γίνονται μέσα σε μία τετραετία ή και πολύ συντομότερα για πολιτικούς λόγους. Όμως οι θεσμικές αλλαγές απαιτούν συχνά πολύ μακρύτερο χρόνο για να σχεδιαστούν, να υλοποιηθούν και να αρχίσουν να αποδίδουν.

Μετασχηματίζοντας το κράτος και όχι εργαλειοποιώντας το

Το γεγονός αυτό μας υποχρεώνει να χρησιμοποιήσουμε και παλιά εργαλεία, υφιστάμενους θεσμούς. Μπορούν όμως παλιά εργαλεία και παρωχημένοι θεσμοί να υπηρετήσουν νέες πολιτικές; Μια εργαλειακή προσέγγιση για το κράτος αποφαίνεται ότι αυτό, βεβαίως, είναι εφικτό. Το κράτος κατανοείται στη περίπτωση αυτή όπως το τηλεκοντρόλ, όποιος το κρατάει στο χέρι του μπορεί να βάλει όποιο κανάλι θέλει. Η δική μας εμπειρία δεν το επιβεβαιώνει αυτό, αντίθετα έδειξε πως η αλλαγή παραγωγικού υποδείγματος και η εφαρμογή μιας πολιτικής μετασχηματισμού είναι μια πολύ πιο απαιτητική υπόθεση, και σε αυτό είναι πολύτιμη η ανάλυση που κάνει το βιβλίο. Η εμπειρία μας δείχνει ότι παλιά εργαλεία μπορούν να υπηρετήσουν νέους σκοπούς μόνο εάν ενταχθούν σε ένα νέο αξιακό, προγραμματικό, θεσμικό πλαίσιο. Και επίσης πολλές φορές δεν αρκεί αυτό αλλά πρέπει να μετασχηματιστούν τα ίδια τα εργαλεία για να μπορέσουν να λειτουργήσουν μετασχηματιστικά.

Το παράδειγμα του Αναπτυξιακού Νόμου

Ο αναπτυξιακός νόμος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα διότι όχι μόνο ήταν ένα παλιό εργαλείο, αλλά ήταν και ένας απαξιωμένος θεσμός που είχε λειτουργήσει ως εργαλείο άσκησης πελατειακής πολιτικής από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Εξαιτίας αυτού, υπήρχε υπερφόρτωση με επενδυτικά σχέδια αμφίβολης ποιότητας χωρίς να υπάρχουν πόροι για να χρηματοδοτηθούν. Τελικά κατέληξε να είναι και εστία διαφθοράς, γεγονός που προκάλεσε εισαγγελική έρευνα. Αυτό που πρωτίστως ενδιέφερε τόσο τις κυβερνήσεις του παρελθόντος όσο και μέρος της επιχειρηματικής τάξης ήταν η «ένταξη» στον νόμο. Αυτό εξασφάλιζε τη θετική επικοινωνιακή εικόνα στην κυβέρνηση και την καταβολή της προκαταβολής στον επιχειρηματία. Όταν, ανέλαβε η δική μας κυβέρνηση δεν γινόταν δεκτές αιτήσεις-είχαν σταματήσει από το καλοκαίρι του 2014- διότι οι πόροι είχαν προ πολλού εξαντληθεί, το πρόβλημα είχε καταστεί γνωστό και η όλη διαδικασία είχε αξιολογηθεί  αρνητικά από το DG REGIO, την αρμόδια υπηρεσία της ΕΕ.

Μπορείς, λοιπόν, έναν τέτοιο απαξιωμένο θεσμό να τον κάνεις εργαλείο μετασχηματισμού και εφαρμογής μιας προοδευτικής πολιτικής; Νομίζω ότι το θέμα έχει ενδιαφέρον διότι δεν αφορά μόνο αυτήν την περίπτωση. Η απάντηση είναι θετική υπό όρους, δηλαδή ναι, μπορεί ένας απαξιωμένος θεσμός να εξυγιανθεί, να ανασυγκροτηθεί, να εξοπλισθεί με νέες διαφανείς διαδικασίες και δικλείδες ασφαλείας για να μην υπάρξουν τα παλιά προβλήματα και με αυτό το τρόπο μπορεί να υπηρετήσει μία νέα πολιτική. Σε καμία όμως περίπτωση αυτό δεν υποκαθιστά την ανάγκη να δημιουργηθούν στην πορεία και ριζικά νέοι θεσμοί που να αντιστοιχούν στο περιεχόμενο του νέου παραγωγικού υποδείγματος που θέλουμε να διαμορφώσουμε.

Αναζητώντας χρυσές τομές

Από την άποψη αυτή θεωρώ πολύ σημαντική μία ακόμα συνεισφορά του βιβλίου η οποία είναι η εξής: δεν μας περιγράφει ένα «θρίαμβο», δεν μας περιγράφει μία εύκολη επιτυχία στο πεδίο του σχεδιασμού νέων πολιτικών, ή όπως είπα του μετασχηματισμού παλαιών εργαλείων, αντίθετα μας περιγράφει τη βασανιστική, επίπονη και επίμονη προσπάθεια που πρέπει να γίνει, προκειμένου να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα το οποίο τελικά, όπως αναφέρει το βιβλίο, συχνά επιτυγχάνεται με συμβιβασμούς. Δηλαδή πρέπει να συμβιβάσεις το καινοτόμο που θα ήθελες να κάνεις, με την ανάγκη να υπηρετήσεις άμεσες ανάγκες οι οποίες είναι επείγουσες. Επομένως πρέπει να βρεις τη χρυσή τομή.

Αυτή η εμπειρία πρέπει να λειτουργήσει ως πηγή σκέψης και για το μέλλον. Πώς πρέπει να προετοιμαστούμε, ούτως ώστε την επόμενη φορά αυτή η εμπειρία να είναι ήδη ένα κεκτημένο, έχοντας πάντα κατά νου ότι μπορεί πάλι οι συνθήκες να είναι διαφορετικές; Είναι προφανές ότι το προοδευτικά νέο, το εναλλακτικό πρέπει να προετοιμαστεί. Διαφορετικά η πίεση των αναγκών υποχρεώνει είτε την υιοθέτηση άμεσα διαθεσίμων «εύκολων» λύσεων που είναι συνέχεια του παλιού μοντέλου και του τρόπου διακυβέρνησης είτε την καταφυγή σε αυτοσχεδιασμούς της στιγμής με αμφίβολα αποτελέσματα.

Η ανάγκη διαμόρφωσης αναπτυξιακών εργαλείων

Θα τελειώσω με μία αναφορά που γίνεται στο βιβλίο για τη διαπραγμάτευση, δεδομένου ότι η αλλαγή του Αναπτυξιακού Νόμου και η διάθεση δημοσίων πόρων για την ενίσχυση των επενδύσεων απαιτούσε τη σύμφωνη γνώμη των Θεσμών. Έχουμε, λοιπόν, τη διαπραγμάτευση της κυβέρνησης, δια του υπουργού και του γενικού γραμματέα, με τους θεσμούς των δανειστών για τον νέο Αναπτυξιακό Νόμο και όπως αναφέρει το βιβλίο οι θεσμοί ήταν αρνητικοί, δεν ήθελαν να υπάρχει καν μηχανισμός ενίσχυσης των επενδύσεων και νέος Αναπτυξιακός Νόμος.

Το θέμα έχει ενδιαφέρον διότι το ίδιο είχαμε και με την διαπραγμάτευση για την Αναπτυξιακή Τράπεζα, ούτε την Αναπτυξιακή Τράπεζα ήθελαν, το ίδιο έγινε και με τη διαπραγμάτευση για τη δημιουργία μίας μορφής bad bank για τα κόκκινα δάνεια, ούτε αυτό ήθελαν και πολλά άλλα συναφή παραδείγματα. Το επιχείρημα των δανειστών ήταν το δημοσιονομικό, δεν ήθελαν, δηλαδή, αύξηση των δημοσίων δαπανών. Όμως αυτό ήταν το πρόσχημα. Ο βασικός λόγος της αρνητικής τους στάσης ήταν ότι δεν ήθελαν να υπάρχουν στα χέρια της κυβέρνησης πολιτικά αναπτυξιακά εργαλεία και θεσμοί προσανατολισμού της ανάπτυξης. Και δεν το ήθελαν είτε διότι ιδεολογικά πίστευαν ότι την ανάπτυξη την κάνουν οι αγορές, άρα κάθε παρέμβαση στις αγορές δημιουργεί στρεβλώσεις, είτε διότι δεν ήθελαν η κυβέρνηση και ειδικά κυβέρνηση της Αριστεράς να έχει στα χέρια της μοχλούς ανάπτυξης.

Μάλιστα οι θεσμοί των δανειστών δεν ήταν μόνοι τους σε αυτήν τη θέση. Στη περίπτωση της Αναπτυξιακής Τράπεζας ο ΣΕΒ ήταν μέχρι τέλους αρνητικός. Αρνητικός ήταν αρχικά και ο σημερινός Πρωθυπουργός. Βεβαίως λόγω των προβλημάτων που δημιούργησε στην οικονομία η πανδημία του κορωνοϊού η σημερινή κυβέρνηση διευκολύνθηκε από την ύπαρξη της Αναπτυξιακής Τράπεζα προκειμένου να ασκήσει μια πολιτική διοχέτευσης δανείων και σε έναν αριθμό μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και όχι μόνο σε μεγάλες όπως κυρίως έκαναν οι τράπεζες. Φοβούμαι όμως ότι η κυβέρνηση βλέπει την Αναπτυξιακή Τράπεζα ως ένα βραχίονα για να δίνει χρήματα στις τράπεζες και οι τράπεζες να χορηγούν δάνεια με δικά τους κριτήρια και επιλογές. Αντίθετα εμείς θέλουμε η Αναπτυξιακή Τράπεζα να έχει αυτόνομη δράση, να μπορεί να αντλεί κεφάλαια από τις αγορές και να οργανώνει τη στήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων καθώς και τη χρηματοδότηση επενδύσεων βραδείας απόδοσης και μακράς διάρκειας.

Τελειώνω, ευχαριστώντας το Λόη Λαμπριανίδη και το Δημοσθένη Γεωργόπουλο για τη σημαντική εργασία τους με τη βεβαιότητα ότι θα έχει συνέχεια από τους ιδίους αλλά και ότι θα δώσει ερεθίσματα για να υπάρξουν και άλλες συνεισφορές.