Καταρρίπτοντας μύθους και ψέματα για το 2015

Θέλω να ευχαριστήσω τον Δημήτρη Μάρδα και τις εκδόσεις Καστανιώτη για το δώρο που μας κάνουν με το βιβλίο αυτό και την τιμή να είμαστε σήμερα εδώ να το συζητάμε.

Θέλω κι εγώ να τονίσω ότι το βιβλίο αποτελεί μία σημαντική συμβολή στην αποκατάσταση της αλήθειας για μία κρίσιμη και ιδιαίτερα πυκνή περίοδο της πρόσφατης ιστορίας μας. Μια περίοδο για την οποία έχουν κατασκευαστεί πολλά αφηγήματα και έχουν διατυπωθεί πολλοί μύθοι συχνά σε βάρος της αλήθειας και των πραγματικών  γεγονότων.

Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει το χάρισμα ότι ο συγγραφέας του δεν ενδιαφέρεται να ξαναγράψει την ιστορία, ενδιαφέρεται να καταγράψει αυτό που έγινε, να το καταλάβει και να αντλήσει συμπεράσματα από αυτή την εμπειρία. Αφενός παραθέτει τα γεγονότα αφετέρου ακόμα και όταν  εκφράζει κρίσεις ή προσφέρει ερμηνείες, το κάνει με συγκεκριμένη τεκμηρίωση. Και βεβαίως εδώ αναφερόμαστε σε  γεγονότα που έζησε ο ίδιος, δεν είναι γεγονότα που απλώς τα πληροφορήθηκε κατά κάποιο τρόπο. Από την άποψη αυτή δεν ξέρω αν έχουμε στη βιβλιογραφία μας άλλο βιβλίο που με τόσο αναλυτικό και συστηματικό τρόπο περιγράφει την καθημερινή διαχείριση του «ταμείου» του κράτους, διότι περί αυτού πρόκειται, και επομένως αποτελεί μια συμβολή για περαιτέρω έρευνα στα θέματα που συζητάμε.

Ο ασύμμετρος πόλεμος και η καθημερινή μάχη για τη πληρωμή των μισθών και των συντάξεων

Κεντρικός άξονας του βιβλίου είναι η καθημερινή μάχη για την πληρωμή των μισθών και των συντάξεων σε  συνθήκες δημοσιονομικής ασφυξίας και  ενός ασύμμετρου πολέμου με τους δανειστές. Ήταν μια κατάσταση που είναι δύσκολο να την κατανοήσει κάποιος εάν δεν την έχει ζήσει. Ήταν πρόβλημα που η αντιμετώπισή του εξαρτιόταν από πάρα πολλούς παράγοντες, υπουργούς, προέδρους ΔΕΚΟ, ΔΣ ασφαλιστικών Ταμείων και άλλων Οργανισμών,  Δημάρχους, Περιφερειάρχες· όλοι αυτοί έπρεπε να συμπράξουν για να συγκεντρωθεί το αναγκαίο ποσό σε αυτές τις έκτακτες συνθήκες. Όμως η τελική ευθύνη ανήκε κυρίως στον Δημήτρη Μάρδα. Το Κυβερνητικό Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής (ΚΥΣΟΙΠ), του οποίου ήμουν πρόεδρος  λειτουργούσε  ως το «τελευταίο καταφύγιο» για καταστάσεις ύστατης ανάγκης. Όταν τα πράγματα έφταναν στα δύσκολα και προσπαθούσαμε όλοι μαζί να κινητοποιηθούμε και να βρούμε κάποια λύση, παρά αυτήν την αγχωτική κατάσταση, ο Δημήτρης ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία του, ποτέ δεν έχανε ακόμα και το χιούμορ του και τελικά, παρά τις δυσκολίες, «ξύνοντας τον πάτο του βαρελιού» όλο και κάτι τελικά συγκεντρώναμε, αλλά βεβαίως όλο και πιο δύσκολα.

Το σενάριο «αριστερή παρένθεση» ήταν παγίδα για τη χώρα

Ο Δημήτρης Μάρδας δεν γράφει ως  ένας ουδέτερος χρονικογράφος, αναλύει με διεισδυτικότητα τις αιτίες και επισημαίνει τις ευθύνες όσων έφεραν τη χώρα και την κοινωνία σε μία τόσο δύσκολη κατάσταση. Με ημερομηνίες και με αριθμούς αποκαλύπτει πώς έστησαν αυτό που ονομάστηκε «αριστερή παρένθεση», που δεν ήταν παρά μία συνθήκη ασφυξίας από την άποψη των δημοσιονομικών πόρων και του διαθέσιμου πολιτικού χρόνου. Ήταν μία παγίδα, και θέλω να το τονίσω αυτό, όχι για την κυβέρνηση μόνο, κυρίως ήταν μια παγίδα για τη χώρα και την κοινωνία. Η κυβέρνηση μπορούσε να πέσει και να υπάρξει μία άλλη κυβέρνηση, αλλά εδώ είχαμε μία πηγή διακινδύνευσης που οι διαστάσεις της ίσως ακόμα δεν έχουν συνειδητοποιηθεί. Το βιβλίο λοιπόν του κ. Μάρδα εκτός από ένα πολύτιμο χρονικό είναι και ένα πολιτικό δοκίμιο, το οποίο με βάση τα γεγονότα και την πραγματικότητα δίνει ένα πλήγμα σε σκόπιμες ανακρίβειες, σε ψεύδη, σε μύθους που η πολιτική αντιπαλότητα έχει παράξει σε αφθονία, θα έλεγα, και συνεχίζει να παράγει στη χώρα μας.

Χρεοκοπία του παραγωγικού μοντέλου

Έχοντας πει αυτά, θα ήθελα να κάνω και κάποια γενικότερα σχόλια και κυρίως ήθελα να επισημάνω ορισμένους, κατά την άποψή μου, υποτιμημένους παράγοντες της χρεοκοπίας.

Για παράδειγμα κανείς δεν αμφισβητεί το ρόλο του δημοσιονομικού παράγοντα με την έννοια της διαχρονικής  δημοσιονομικής ανισορροπίας, που είπε στην αρχή ο κ. Παπαδόπουλος, αλλά και με την έννοια του δημοσιονομικού εκτροχιασμού 2008-2009. Ένας παράγοντας που νομίζω είναι υποτιμημένος ως πηγή κρίσεων και επισφάλειας για τη χώρα μας και τελικά ως μια αιτία των ελλειμμάτων και της χρεοκοπίας είναι το παραγωγικό πρότυπο, το αναπτυξιακό μοντέλο.

Με απλά λόγια δεν έχουμε βιώσιμο παραγωγικό σύστημα. Και με την οικολογική έννοια -είναι πολύ ενεργοβόρο- και με την τεχνολογική διάσταση -στηρίζεται σε χαμηλή τεχνολογική βάση- και με  την έννοια της διαρθρωτικής του ανταγωνιστικότητας. Δεν έχουμε, δηλαδή, ένα παραγωγικό σύστημα που να μπορεί να σταθεί στον διεθνή ανταγωνισμό και στο απαιτητικό πλαίσιο της ευρωζώνης χωρίς να παράγει ελλείμματα και ανισότητες. Όσο υπήρχε η δυνατότητα δασμολογικής προστασίας και υποτίμησης του νομίσματος, αυτό  συγκαλυπτόταν. Από το 1970 μέχρι το 1999 η δραχμή είχε υποστεί τεράστια υποτίμηση για να μπορεί να συγκρατείται το έλλειμμα στις εξωτερικές συναλλαγές. Με την ένταξη στην ευρωζώνη αυτός ο μηχανισμός πρόσκαιρης εκτόνωσης του προβλήματος δεν μπορούσε πλέον να εφαρμοστεί. Άλλωστε η κρίση εκδηλώθηκε με τα «δίδυμα» ελλείμματα, επομένως και μόνο αυτό να πάρει κανείς υπόψη του, θα διαπιστώσει ότι δεν αρκεί ο δημοσιονομικός παράγοντας για να την ερμηνεύσει. Η προσπάθεια που έκανε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν να  διαμορφώσει μία αναπτυξιακή στρατηγική που να απαντάει σε αυτό το πρόβλημα. Διότι έχουμε τη βαθιά πεποίθηση ότι αν δεν αναβαθμίσουμε παραγωγικά τη χώρα, με μία οικονομία βιώσιμη, με την έννοια της ανταγωνιστικότητας και της οικολογικής βιωσιμότητας, θα συνεχίσουμε να  έχουμε νέες κρίσεις και προβλήματα.

Επίσης, όσο η οικονομία, το παραγωγικό σύστημα παράγει κρίσεις, το κράτος θα παρεμβαίνει για να απορροφά μέρος του κόστους της κρίσης και αυτό θα δημιουργεί χρέη και ελλείμματα.

Η λιτότητα ως επιταχυντής της κρίσης

Ο δεύτερος υποτιμημένος παράγοντας είναι η στροφή στη λιτότητα στην  Ευρώπη το 2009. Το 2008 ξεσπάει η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, αντιμετωπίζεται αρχικά με μία δημοσιονομική επέκταση και αμέσως μετά, το 2009, γίνεται η στροφή στη λιτότητα και ίσως δεν είναι άνευ νοήματος ότι την ίδια περίοδο, Οκτώβριος του 2009, ορίζεται υπουργός οικονομικών της Γερμανίας ο κ. Σόιμπλε, προφανώς ως  ο πλέον κατάλληλος για την υλοποίηση της νέας γραμμής. Το γεγονός όμως ότι επιχειρείς να  αντιμετωπίσεις την ύφεση  με λιτότητα είναι σαν να ρίχνεις λάδι στη φωτιά. Αν επιχειρούσε σήμερα η Ευρώπη να κάνει την ίδια πολιτική με τον κορονοϊό θα είχαν διαλυθεί οι οικονομίες και οι κοινωνίες. Το ότι η Κομισιόν έθεσε στο περιθώριο, έστω προσωρινά, το Σύμφωνο Σταθερότητας, το ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δίνει άφθονη ρευστότητα αγοράζοντας ομόλογα χωρίς διακρίσεις, αυτό κράτησε όρθιες τις οικονομίες και τις κοινωνίες.

Ο αποκλεισμός από τις αγορές απαιτεί περαιτέρω έρευνα

Οι δημοσιονομικοί εκτροχιασμοί υπήρχαν και στο παρελθόν, όμως δεν οδηγούν πάντα ούτε αυτόματα σε αποκλεισμό από τις αγορές ή σε χρεοκοπία. Και σήμερα δημοσιονομικό εκτροχιασμό έχουμε με έλλειμμα 10%. Όμως το ευρύτερο πλαίσιο, που όπως είπαμε έχει διαμορφωθεί, αποτρέπει σήμερα  τη μετατροπή των δημοσιονομικών ελλειμμάτων σε κρίση εμπιστοσύνης και φερεγγυότητας. Για να συμβεί αυτό πρέπει να συντρέξουν και άλλοι παράγοντες και αυτό συνέβη το 2010 στη δική μας περίπτωση.

Ο τρίτος υποτιμημένος  λοιπόν παράγοντας είναι ο αποκλεισμός από τις αγορές και οι συνθήκες που οδήγησαν σε αυτόν. Η κυρία Κατσέλη το αναφέρει εκτενώς στο δικό της βιβλίο αλλά γενικά νομίζω δεν έχει συνειδητοποιηθεί ότι ο αποκλεισμός από τις αγορές για μία χώρα υπερχρεωμένη σημαίνει μηδενισμός, σχεδόν, της διαπραγματευτικής σου δύναμης. Άρα, κατά την άποψή μου,  παραμένει ανοιχτό το ερώτημα πώς από τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό  φτάσαμε στον αποκλεισμό από τις αγορές. Εδώ δεν υπάρχει αυτοματισμός, υπάρχουν υποκείμενα που έδρασαν. Είναι οι κερδοσκόποι ένα υποκείμενο; Είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα; Γιατί η ΕΚΤ παρενέβη στην αγορά ομολόγων μία εβδομάδα αφότου υπογράψαμε το μνημόνιο; Τι θα συνέβαινε αν είχε παρέμβει 2 μήνες πριν; Γιατί η Ελλάδα μπήκε σε μνημόνιο και η Ιταλία δεν μπήκε; Ήταν μόνο διαφορές οικονομικές ή ήταν και άλλες επιλογές, ότι δηλαδή η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία είναι μικρές χώρες άρα 700 δισεκατομμύρια ευρώ ήταν αρκετά για να υπάρξει  μηχανισμός διάσωσης, αλλά αν περιλάμβανε και την Ιταλία θα απαιτούντο πολύ περισσότερα, ίσως  2-3 τρισ. ευρώ;

Όλοι οι παραπάνω παράγοντες μαζί, βεβαίως με τους δημοσιονομικούς,  και τις καταστροφικές συνέπειες του πρώτου και του δεύτερου μνημονίου δημιούργησαν συνθήκες ακραίας επισφάλειας η οποία έλαβε επικίνδυνες διαστάσεις λόγω της συνειδητής προσπάθειας να παγιδευτεί η νέα κυβέρνηση σε μια άμεση αναγκαστική άνευ όρων παράδοση  ή να οδηγηθεί σε έναν πρόωρο «πνιγμό». Ήταν η λεγόμενη στρατηγική της «αριστερής παρένθεσης».

Η χώρα στην άκρη του γκρεμού

Την εν λόγω στρατηγική αναλύει ο Δημήτρης Μάρδας με πληρότητα. Η χώρα στις αρχές του 2015 ήταν μια χώρα στην άκρη του γκρεμού. Περιγράφει δε τη διπλή παγίδευση την οποία αντιμετώπισε η νέα κυβέρνηση μόλις ανέλαβε εξαιτίας της απουσίας ρευστότητας και πολιτικού χρόνου. Να αναφέρουμε συνοπτικά τους αριθμούς. Ο κ. Σταϊκούρας παρέδωσε 2,8 δισ. ευρώ, έτσι του είπε, αλλά μέχρι να αναλάβει καθήκοντα  ο Δημήτρης Μάρδας βρήκε 1,6 δισ. ευρώ. Προφανώς διότι γίνονταν συνεχώς πληρωμές σε διάφορες εκκρεμότητες που είχε αφήσει η προηγούμενη κυβέρνηση. Μέσα στον Φεβρουάριο υπήρχαν δόσεις για πληρωμή προς το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων  ύψους 1,8 δισ. ευρώ. Άρα στις 24 Φεβρουαρίου, πριν από την καταβολή των μισθών, το «ταμείο» ήταν μείον 400 εκατ. ευρώ, και σε κλίμακα έτους είχαμε υποχρεώσεις ύψους 22 δισ. ευρώ. Άρα παραδίδεις σε μία κυβέρνηση 2,8 δισ. ευρώ απόθεμα και πρέπει να πληρώσει 22 δισ. ευρώ υποχρεώσεις.

Επρόκειτο για μια τεράστια πηγή διακινδύνευσης για τη χώρα και για την κοινωνία. Και πρέπει να αναγνωριστεί ως επιτυχία ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με αυτές τις δυσκολίες όχι μόνο ανταποκρίθηκε στις συσσωρευμένες υποχρεώσεις αλλά και μπόρεσε να σχηματίσει ένα απόθεμα πάνω από 30 δισ. ευρώ το οποίο, επί τη ευκαιρία, αν υπήρχε το Μάϊο του 2010 σίγουρα θα έδινε χρόνο στην τότε κυβέρνηση να διαπραγματευτεί, εάν ήθελε να διαπραγματευθεί.

Η σκόπιμη επίσπευση των εξελίξεων

Η δεύτερη  διάσταση  της παγίδας είναι ο χρόνος. Όπως γνωρίζουμε η δανειακή σύμβαση του δεύτερου μνημονίου  έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2014. Το δεύτερο μνημόνιο όμως δεν είχε ολοκληρωθεί και ο τότε πρωθυπουργός αποφάσισε να φέρει νωρίτερα τις εκλογές, ενώ μπορούσαν να γίνουν τον Απρίλιο, και πήρε μία τεχνική παράταση της δανειακής σύμβασης για 2 μήνες, η οποία έληγε στις 28 Φεβρουαρίου.

Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε λίγο το σκηνικό αυτό. Στις 25 Ιανουαρίου εκλέγεται η  νέα κυβέρνηση, η κυβέρνηση παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης στις 8 Φεβρουαρίου και στις 28 του ίδιου μήνα λήγει η δανειακή σύμβαση, μένει μετέωρη η χώρα, δεν έχει καμία μορφή στήριξης ούτε από την ΕΚΤ. Τι μπορούσε να κάνει  η κυβέρνηση σε 20 μέρες; Να ασκήσει δημοσιονομική πολιτική, να σχεδιάσει αναπτυξιακή πολιτική, να οργανώσει διαπραγμάτευση; Θεωρώ ότι εδώ επιβεβαιώνεται αυτό που είπα, ότι μιλάμε για πηγές τεράστιας διακινδύνευσης, όχι για την κυβέρνηση μόνο, αλλά για τη χώρα και την κοινωνία.

Ριζικά καλύτερη συμφωνία απαιτούσε ευνοϊκότερους συσχετισμούς και ισχυρότερες ευρωπαϊκές συμμαχίες

Το βασικό ερμηνευτικό σχήμα που διαπερνά το βιβλίο του κ. Μάρδα  είναι ότι ο στόχος που είχαμε ως κυβέρνηση ήταν σωστός. Και ο στόχος ήταν για ένα άλλο μείγμα πολιτικής με στοιχεία αναπτυξιακής προοπτικής και στήριξης της κοινωνίας, έπειτα από την τεράστια καθίζηση που είχε υποστεί, και να το πετύχουμε αυτό στο πλαίσιο της Ευρώπης, στο πλαίσιο της ευρωζώνης. Ο στόχος ήταν σωστός αλλά η μέθοδος πολέμου, η «μέθοδος Βαρουφάκη», όπως το λέει, ο Δ. Μάρδας ήταν λάθος.

Θα μου επιτρέψετε εδώ μία αποκλίνουσα άποψη. Η αποκλίνουσα άποψη δεν αφορά βεβαίως το στόχο αλλά τις αιτίες  των δυσκολιών κατά την προσπάθεια επίτευξής του. Θεωρώ ότι γενικά έχει υπερτιμηθεί ο ρόλος του κ. Βαρουφάκη στο πλαίσιο της κυβέρνησης και ειδικά κατά τη  διαπραγμάτευση. Βεβαίως ο κ. Βαρουφάκης ήταν υπουργός οικονομικών, ήταν η δημόσια φωνή της κυβέρνησης και της χώρας στο εξωτερικό, κάτι που απαιτούσε υψηλή αίσθηση  ευθύνης και πνεύμα ομαδικό, κάτι που δεν ήταν από τα προσόντα του συγκεκριμένου υπουργού.  Άρα και λάθη και αδυναμίες και αρνητικές συνέπειες υπήρξαν, δεν υπάρχει αμφιβολία για αυτό. Όμως από τον Μάρτιο ήδη άρχισε να συνειδητοποιείται το πρόβλημα ότι η «μέθοδος Βαρουφάκη» είχε δείξει τα όρια της, καθώς αυτό που προσδοκούσαμε με τη συμφωνία του Φεβρουαρίου δεν μπορούσε να υπάρξει, ότι υπήρχε ορατός κίνδυνος δημοσιονομικής ασφυξίας άρα και «πνιγμού», επομένως έπρεπε να προχωρήσουμε πιο αποφασιστικά, να πετύχουμε μία συμφωνία η οποία αν ήταν αυτή που επιδιώκαμε θα την εφαρμόζαμε, διαφορετικά θα τη θέταμε υπόψιν του ελληνικού λαού, όπως και έγινε. Από τότε αυτή ήταν η κεντρική σκέψη μας. Από τον Απρίλιο ο συντονισμός των διαπραγματεύσεων πέρασε και επίσημα πλήρως στην ευθύνη των κ. Τσακαλώτου και του κ. Χουλιαράκη και όπου χρειαζόταν ήταν άμεση η εμπλοκή και του Πρωθυπουργού. Και όμως οι πιέσεις, οι τρικλοποδιές και  οι εκβιασμοί δεν σταμάτησαν. Τείνω λοιπόν να πιστεύω ότι πέρα από ένα σημείο, ο κ. Βαρουφάκης, άθελά του, αξιοποιήθηκε από τους δανειστές ως άλλοθι για να καλύπτουν δικές τους αντιφάσεις, ασυνέπειες και ιδιοτέλειες. Μπορούσε λοιπόν να υπάρξει μια καλύτερη συμφωνία; Όποια απάντηση και αν δώσουμε εκ των υστέρων στο ερώτημα αυτό θα έχει βαθμούς αυθαιρεσίας. Τούτων δοθέντων η δίκη μου άποψη είναι η εξής: οριακά καλύτερη συμφωνία, μπορούσε ενδεχομένως να υπάρξει αν η μεθοδολογία της δεύτερης  φάσης ήταν η ίδια εξ αρχής. Και σ’ αυτό έχει δίκιο ο κ. Μάρδας. Όμως ριζικά καλύτερη έκβαση της διαπραγμάτευσης σε αντιστοιχία με τις αρχικές μας φιλοδοξίες περνούσε μέσα από την Ευρώπη, με την έννοια ότι προϋπέθετε ευνοϊκότερους συσχετισμούς, δυνατότητα ισχυρότερων συμμαχιών σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

Δηλαδή η ριζικά καλύτερη συμφωνία δεν ήταν θέμα απλώς χειρισμών ή διαπραγματευτικών τακτικών, ήταν θέμα δημιουργίας ισχυρότερων συμμαχιών στην Ευρώπη, για τρεις λόγους:

Πρώτον ήταν ο φόβος του contagion, όπως έλεγαν τότε, ήταν ο φόβος της μετάδοσης. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ έπαιρνε μία συμφωνία καλύτερη από αυτήν που είχε δοθεί στην Ισπανία ή την Ιρλανδία, υπήρχε ο φόβος ότι αυτό θα έδινε ώθηση σε προοδευτικές δυνάμεις και κινήματα που αναπτύσσονται σε αυτές τις χώρες. Άρα ορισμένοι τουλάχιστον κύκλοι ήταν αποφασισμένοι να μην υποχωρήσουν. Απέναντι σε αυτό το αντιδραστικό μέτωπο, οι δυνάμεις που αντιδρούσαν ήταν διάσπαρτες, ασυντόνιστες και λιγότερο αποφασιστικές.

Δεύτερον,  ειδικά μετά  το PSI δεν ήταν εύκολο να δούμε μία λύση μόνο για το ελληνικό χρέος χωρίς αυτή η λύση να μπορεί να ισχύσει και για άλλες ευρωπαϊκές  χώρες που ήταν υπερχρεωμένες. Γιατί οι χώρες της Ευρώπης, μετά το PSI, ήταν και δανειστές της Ελλάδας αλλά και οφειλέτες οι ίδιες, άρα έπρεπε μία ρύθμιση για την Ελλάδα να έχει ευρύτερη εφαρμογή. Η λύση που τελικά πετύχαμε, που έκανε το χρέος βιώσιμο μέχρι το 2032,  δεν περιλάμβανε όλα  όσα θα θέλαμε, όμως αποδείχτηκε σημαντική, και  κατέστη εφικτή ακριβώς  διότι και άλλες χώρες τη στήριξαν, καθώς μπορεί να φανεί χρήσιμη και για αυτές στο μέλλον.

Τρίτον, η επίτευξη μιας ριζικά καλύτερης λύσης προϋπέθετε μια συνολικότερη μετατόπιση της ΕΕ, μια αλλαγή των κανόνων. Η σύγκρουση δεν ήταν με την Ευρώπη αλλά για την Ευρώπη. Οι δυνάμεις που ήθελαν μια τέτοια μετατόπιση υπήρχαν αλλά όπως είπα ήδη ήταν διάχυτες, κινούντο σε διαφορετικές ταχύτητες, δεν συγκροτούσαν ένα ενιαίο μπλοκ και η δίκη μας τακτική το πρώτο διάστημα, αντί να κερδίζει συμμάχους, δυσκόλευε τη θέση όσων ήθελαν να βοηθήσουν. Η σύγκρουση για την Ευρώπη έτεινε να εκλαμβάνεται ως σύγκρουση με την Ευρώπη.

Το μέλλον της Ευρώπης περνά μέσα από την αλλαγή των συσχετισμών

Άρα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι με την ένταξή μας στην Ευρώπη και με την παγκοσμιοποίηση οι ριζικές λύσεις απαιτούν αλλαγή υποδείγματος. Η αλλαγή υποδείγματος μπορεί να ξεκινήσει από μία χώρα αλλά τελικά το νέο υπόδειγμα εδραιώνεται μόνο αν υπάρξει μία ευρύτερη μετατόπιση και της ίδιας της Ευρώπης. Μέχρι τότε όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς με πολιτική βούληση,  σχέδιο,  και συμμαχίες, να επιτύχεις ένα συσχετισμό που να σου επιτρέψει να έχεις ένα θετικότερο αποτέλεσμα. Το θέμα είναι επίκαιρο διότι είναι πολύ κρίσιμο τί θα γίνει με το Σύμφωνο σταθερότητας, ποιο δημοσιονομικό καθεστώς θα υπάρξει στην Ευρώπη μετά την πανδημία, κατά πόσον οι αποκλείσεις και τα χάσματα που έχουν ανοίξει θα μπορέσουν να κλείσουν ή θα διευρυνθούν.  Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρώ, όπως είπα και στην αρχή, ότι το βιβλίο του Δημήτρη Μάρδα είναι μία πηγή γνώσεων αλλά και αναστοχασμού, επιτρέπει προβληματισμό για  το παρελθόν και μαθήματα  για το μέλλον.

 

* Με βάση την ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Μάρδα 2015 το ημερολόγιο του τρόμου [Η διαπραγμάτευση, ο εκβιασμός και το «παίγνιο»  με το κρατικό ταμείο στη δίνη των αριθμών], Εκδόσεις Καστανιώτη, 2020