Άρθρο στην εφημερίδα “ΕΞΠΡΕΣ”_Οικονομικές Εξελίξεις_

ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Το 2008 μπήκε με πολλές αβεβαιότητες. Οι «αναταράξεις» στο χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ αποδείχθηκαν μια σοβαρή κρίση, οι συνέπειες της οποίας τείνουν να πάρουν διεθνείς διαστάσεις. Και τώρα τα ερωτήματα έχουν μετατεθεί και αφορούν στην έκταση, το βάθος και τη διάρκεια της ύφεσης της αμερικανικής οικονομίας, που κατά πολλούς είναι ήδη σε εξέλιξη.

Έχει διαμορφωθεί έτσι μια κατάσταση ομηρίας της παγκόσμιας οικονομίας από τις αμερικάνικές εξελίξεις, τουλάχιστον μέχρι να διευκρινισθούν οι νέες τάσεις και από τον κανόνα αυτό δεν ξεφεύγει και η ελληνική.

Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, οι κρίσεις και οι συνέπειές τους τείνουν να παίρνουν παγκόσμιες διαστάσεις ανεξάρτητα από το πού είναι το επίκεντρό τους. Το έδειξε άλλωστε αυτό η μεγάλη πτώση και η συνεχιζόμενη αστάθεια των χρηματιστηρίων μαζί και του ελληνικού.

Ο ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Ένα πρώτο ερώτημα που προκύπτει στο πλαίσιο αυτό, αφορά στον προϋπολογισμό και τις εύθραυστες έτσι κι αλλιώς ισορροπίες του. Ο κ. Αλογοσκούφης ισχυρίζεται ότι δε βλέπει το λόγο κάποιας αναθεώρησής του, αλλά αυτό ίσως τελικά αποδειχθεί απλά ένας ευσεβής πόθος.

Πράγματι, ο αρμόδιος επίτροπος της Ε.Ε. κ. Αλμούνια έχει ήδη προαναγγείλει ότι οι εαρινές προβλέψεις αναμένεται να αναθεωρήσουν προς τα κάτω τους αναμενόμενους ρυθμούς ανάπτυξης και προς τα άνω τους αναμενόμενους ρυθμούς πληθωρισμού για ολόκληρη την ευρωζώνη.

Αναθεώρηση συνεπώς θα υπάρξει. Εκείνο που δεν είναι από τώρα γνωστό είναι η έκτασή της. Αν ο ρυθμός ανάπτυξης στη χώρα μας πέσει κάτω από 3,8% (το αρνητικό σενάριο του προγράμματος σταθερότητας), τότε οι στόχοι του προϋπολογισμού ίσως αποδειχθούν ανέφικτοι και η ανάγκη λήψης πρόσθετων εισπρακτικών μέτρων θα γίνει επιτακτική.

Η λήψη τέτοιων μέτρων δε θα είναι, από πολλές απόψεις, μια απλή υπόθεση. Η αύξηση του ΦΠΑ π.χ. δεν είναι μια εύκολη λύση. Όχι μόνο λόγω των κοινωνικών συνεπειών που θα έχει, αλλά και λόγω του πληθωριστικού χαρακτήρα της. Η εφαρμογή ενός έντονα πληθωριστικού μέτρου σε μια περίοδο που η κυβέρνηση, και όχι άδικα, ανησυχεί από την αναζωπύρωση του πληθωρισμού, θα συνιστά μια ακόμη αντίφαση στην πολιτική της.

ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΚΑΙ ΕΙΣΟΔΗΜΑ

Η κυβέρνηση άλλωστε είναι ήδη υπόλογη στο μέτωπο αυτό. Ενώ η ακρίβεια φουντώνει απειλητικά, η κυβέρνηση αντί να ανακόψει το κύμα αυτό το πυροδότησε εγκρίνοντας μεγάλες αυξήσεις όπως π.χ. στα τιμολόγια της ΔΕΗ που θα έχουν αλυσιδωτές και πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις. Στη συνέχεια, κάνει εκκλήσεις στους μισθωτούς να μη διεκδικήσουν αυξήσεις για να μην ανατροφοδοτηθεί ο πληθωρισμός.

Έτσι, όμως, η κυβέρνηση υποκριτικά υπεκφεύγει από το πραγματικό πρόβλημα και το πρόβλημα είναι σοβαρό, διότι η ακρίβεια που ζούμε δεν είναι μόνο ποσοτική, αλλά είναι και ποιοτική και δεν είναι ίδια για όλους.

Πρόκειται για μια ανατροπή των οικογενειακών προϋπολογισμών για δύο κυρίως κοινωνικές ομάδες: τα σχετικά πιο φτωχά και τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΣΥΕ, η «διατροφή» για τα σχετικά εύπορα κοινωνικά στρώματα καταλαμβάνει το 10% – 12% του οικογενειακού τους προϋπολογισμού. Για τα φτωχά στρώματα όμως το αντίστοιχο ποσοστό υπερβαίνει το 30%. Ο παγκόσμιος δείκτης της τιμής των τροφίμων παρουσίασε αύξηση 9% το 2006 και 40% το 2007. Η αύξηση αυτή δεν αυξάνει απλά το απλά το κόστος ζωής, ανατρέπει τον οικογενειακό προϋπολογισμό, κατά πρώτο λόγο των φτωχών νοικοκυριών, αλλά, αν συνεχισθεί, η επίπτωση θα γίνει αισθητή και στα νοικοκυριά με μεσαία εισοδήματα.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα χρεωμένα νοικοκυριά. Κάθε αύξηση του ονομαστικού επιτοκίου, αν δε αντισταθμίζεται από την ονομαστική αύξηση των εισοδημάτων τους (μισθών, συντάξεων κλπ) απειλεί την ομαλή εξυπηρέτηση των δανείων τους. Ή αντίστροφα, η ομαλή εξυπηρέτηση των δανείων στην περίπτωση αυτή απαιτεί την εσωτερική αναδιάρθρωση των οικογενειακών προϋπολογισμών (την περικοπή δηλαδή άλλων δαπανών) που δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να γίνει, από τα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα.

Είναι προφανές ότι οι εργαζόμενοι θα διεκδικήσουν μισθολογικές αυξήσεις που να αντισταθμίζουν τα βάρη αυτά συν εκείνα που τους επιρρίπτει η κυβέρνηση με τη φορολογική και τη γενικότερη πολιτική της. Εξ αντικειμένου, επομένως, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις θα εξελιχθούν σε μια αντιπαράθεση των εργαζομένων τόσο προς την εργοδοσία όσο και προς την κυβέρνηση και την πολιτική της.

ΑΛΛΑΓΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Και δε θα έχουν άδικο σ? αυτό. Η υπό εξέλιξη χρηματοπιστωτική κρίση δείχνει τα αποτελέσματα της απορύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αποκαλύπτει την πλήρη ανεπάρκεια των συστημάτων εποπτείας, δείχνει τελικά τα όρια των αγορών και μιας ανάπτυξης που στηρίζεται αποκλειστικά στη μεγιστοποίηση του κέρδους. Και αυτό δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ.

Η κρίση που ζούμε δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι και μια κρίση της επικρατούσας πολιτικής.

Στην περίπτωση της χώρας μας. για παράδειγμα, 15 περίπου χρόνια ιδιωτικοποιήσεων, απελευθέρωσης των αγορών και ταχύτατης πιστωτικής επέκτασης, οδήγησαν σε μια ισχυρή και διαρκή οικονομική μεγέθυνση, στο δεύτερο σε διάρκεια και ισχύ ανοδικό οικονομικό κύκλο που γνωρίσαμε μετά το Β? παγκόσμιο πόλεμο. Όμως, αυτή η σχετικά ισχυρή και διαρκής ανάπτυξη, δεν οδήγησε σε άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων ούτε στη μείωση των οικονομικών ανισορροπιών. Αντίθετα, οδήγησε στην υπερχρέωση μεγάλου αριθμού νοικοκυρών στις τράπεζες, στη διάχυση της φτώχειας σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, στην υπερσυγκέντρωση και την υπερσυσσώρευση του πλούτου, στην επιβάρυνση του περιβάλλοντος και στην επικίνδυνη διεύρυνση των ελλειμμάτων των εξωτερικών συναλλαγών. Αυτή η ανάπτυξη, δηλαδή, με τα συγκεκριμένα οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, οδήγησε στη διαμόρφωση εκείνων των συνθηκών που λειτουργούν σήμερα ως υπόβαθρο της κρίσης που ζούμε, τώρα στις ΗΠΑ, αύριο στη χώρα μας.

Τώρα ολοένα και πιο πολλοί το αναγνωρίζουν. Η ανάπτυξη μέσω δανεσιμού και ασύδοτης επέκτασης των πιστώσεων οδηγεί αναπόφευκτα σε φούσκες και σε κρίσεις. Τα χαμηλά επιτόκια βοήθησαν την FED να βρει μια διέξοδο από το σπάσιμο της χρηματιστηριακής «φούσκας» του 1999-2000. Η διέξοδος, όμως, εκείνη ήταν ο μηχανισμός που εξέθρεψε ή επιτάχυνε την επόμενη φούσκα στην αγορά ακινήτων. Γενικότερα, η ανεξέλεγκτη αύξηση των πιστώσεων οδηγεί σε μια ανατίμηση των περιουσιακών στοιχείων και στη συνέχεια αυτά τα ανατιμημένα περιουσιακά στοιχεία γίνονται η βάση για μια νέα επέκταση των πιστώσεων κ.ο.κ.

Το κυνήγι του κέρδους, ο ανελέητος ανταγωνισμός και η απουσία ρυθμιστικών πλαισίων κάνουν φρενήρη το ρυθμό με τον οποίον αναπτύσσεται αυτό το κερδοσκοπικό σπιράλ και κάνουν αναπόφευκτη την κατάληξή του σε φούσκες και κρίσεις.

Η τρέχουσα κρίση, συνεπώς, σηματοδοτεί με τον τρόπο της ένα βαθύτερο αίτημα για μια μεγάλη αλλαγή σε ό,τι αφορά στο μοντέλο ανάπτυξης, τις προωθητικές του δυνάμεις και την κατανομή των καρπών της ανάπτυξης. Οι πιστώσεις δε θα πάψουν να αποτελούν ένα μέσο χρηματοδότησης της ανάπτυξης και διεύρυνσης της κατανάλωσης. Δε μπορεί όμως η πιστωτική πολιτική να αποτελεί επί μακρόν τον κύριο αν όχι και τον αποκλειστικό μηχανισμό δημιουργίας ενεργούς ζήτησης. Χρειάζονται, συνεπώς, νέοι μοχλοί ανάπτυξης, βασισμένοι σε μια αναδιανομή των εισοδημάτων, τη διεύρυνση και την αναβάθμιση των δημόσιων αγαθών.