Παρέμβαση σε εκδήλωση της Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ στη βουλή_Ασφαλιστικό Σύστημα_

Να ευχαριστήσω εκ μέρους της Κ.Ο. τους φορείς που εκπροσωπήθηκαν, τους φίλους που μας τίμησαν με την παρουσία τους.

Νομίζω ότι είναι κοινή διαπίστωση ότι αυτή η ανοιχτή συνεδρίαση της Κ.Ο. μετεξελίχθηκε σε ένα χώρο προβληματισμού όπου κατατέθηκαν αρκετές ιδέες και προτάσεις τις οποίες η Κ.Ο. και η γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να μελετήσουν.

Από τη συζήτηση που έγινε, διαπιστώθηκε ότι το πρόβλημα της κοινωνικής ασφάλισης έχει ιδιομορφίες, διότι ενώ έχει γενικές παραμέτρους που εύκολα κανείς μπορεί να τις αντιληφθεί, o κάθε χώρος, το κάθε ταμείο έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες. Και όταν μιλάμε για πρακτικά θέματα, για νομοθετήματα ή για συγκεκριμένες ρυθμίσεις, αυτό δε μπορεί να αγνοείται.

Πιστεύω ότι θα πρέπει να κρατήσουμε και να μελετήσουμε την ιδέα που διατυπώθηκε ότι ίσως πρέπει να δούμε και κάποια μόνιμη δομή, η οποία θα έχει το χαρακτήρα ενός φόρουμ διαλόγου, διατύπωσης θέσεων και επεξεργασιών, ανταλλαγής απόψεων, παρακολούθησης των εξελίξεων και οργάνωσης κοινών δράσεων.

Μια τρίτη παρατήρηση είναι ότι ενισχύθηκαν τα επιχειρήματα και τεκμηριώθηκε ακόμη περισσότερο η ανάγκη απόσυρσης αυτού του νομοσχεδίου. 

Έρχομαι τώρα στα συγκεκριμένα:

Επιβεβαιώθηκε ότι δεν έγινε συγκεκριμένος διάλογος πριν την κατάθεση του συγκεκριμένου ν/σ. Μας το είπε ο εκπρόσωπος του Δικηγορικού Συλλόγου, κ. Παξινός, μας το είπε ο εκπρόσωπος του ΤΕΕ, κ. Αλαβάνος, μας το είπε ο κ. Μπαλαούρας από την ΤτΕ, μας το είπαν όλοι οι φορείς. Αυτό το οποίο η κυβέρνηση έκανε πριν το νομοσχέδιο ήταν κάποιες γενικές συζητήσεις, αν θυμάστε στην Επιτροπή της βουλής, από την οποία εμείς αποχωρήσαμε μετά την πρώτη συνεδρίαση, διατυπώνοντας την εξής θέση: Δεν είμαστε κατά του διαλόγου, θα είμαστε για διάλογο όταν έχουμε συγκεκριμένη πρόταση της κυβέρνησης. Επομένως αυτό που είπε ο κ. Ρωμανιάς είναι απολύτως σωστό. Ο διάλογος θα έπρεπε να αρχίσει όταν η κυβέρνηση κατέληξε σ’ ένα νομοσχέδιο. Και ο διάλογος έπρεπε να γίνει πρώτα με τους φορείς και μετά με τις πολιτικές δυνάμεις. Επειδή ακριβώς δεν τηρήθηκε αυτός ο βασικός κανόνας της δημοκρατίας, δε μπορεί αυτό το νομοσχέδιο να τεθεί σε ψήφιση. Πρέπει να αποσυρθεί.

Εδώ φάνηκε ακόμη πιο καθαρά ότι το νομοσχέδιο αυτό δε θίγει απλώς ώριμα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, δεν αυξάνει απλώς όρια ηλικίας, δε μειώνει απλά επικουρικές συντάξεις. Απειλεί το ασφαλιστικό σύστημα με σοβαρά νέα προβλήματα. Φορτώνει το ΙΚΑ με άγνωστης έκτασης νέα βάρη και υπάρχουν ορατοί κίνδυνοι, να δημιουργηθεί μια χαώδης κατάσταση εάν το νομοσχέδιο ψηφισθεί. Διότι θα φανεί στην πράξη και στην πορεία το πρόβλημα που δημιουργεί αυτή η ανισότητα καταστάσεων, η ανισότητα όρων συνταξιοδότησης και παροχών. Όλα αυτά θα βγουν στην επιφάνεια με διάφορους τρόπους. Διότι με αυταρχικό και βίαιο τρόπο πάει να ισοπεδώσει και όχι να λύσει προβλήματα. Και τίθεται και ένα ευρύτερο θέμα δημοκρατίας. Βεβαίως υπάρχει κυβέρνηση η οποία εκλέχτηκε από το λαό. Αλλά είναι κυβέρνηση μειοψηφίας. Πώς μπορεί μια κυβέρνηση μειοψηφίας να δεσμεύει το μέλλον, μιας κοινωνίας σε τόσο ζωτικά θέματα.

Για τους λόγους αυτούς εμείς θα επιμείνουμε μέχρι τέλους στην απόσυρση αυτού του νομοσχεδίου. Και καλούμε σήμερα τον κόσμο να έρθει μαζί μας εδώ στη βουλή, στην εκδήλωση που οργανώνει ο ΣΥΡΙΖΑ, για να υπάρξει μια πίεση.

Από τη συζήτηση εμπλουτίστηκε σε πάρα πολλά σημεία μια εναλλακτική λύση η οποία υπάρχει. Μια εναλλακτική λύση που το εναλλακτικό εδώ αφορά και το περιεχόμενο, αφορά όμως και κρίσιμες διαστάσεις της διαδικασίας. Εγώ συγκράτησα αυτό που μας είπε ο κ. Ρωμανιάς, ότι σε όλες τις χώρες, εκεί που έγινε τουλάχιστον διάλογος, ήταν διάλογος που κράτησε χρόνια και όχι μέρες. Και συγκράτησα και την πρότασή του, την οποία προφανώς θα μελετήσουμε, για ένα σχέδιο ενοποίησης Ταμείων σε ένα χρονικό ορίζοντα δεκαπενταετίας. Και βέβαια ενισχύθηκε η εναλλακτική πρόταση με ιδέες σ’ ό,τι αφορά και το περιεχόμενό της.

Και θα μου επιτρέψετε να τελειώσω εξειδικεύοντας ορισμένα σημεία της  πρότασης την οποία μας παρουσίασε ο Αλέκος Αλαβάνος προηγούμενα.

Θα ξεκινήσω με αυτό που επίσης ελέχθη, ότι το πρόβλημα του ασφαλιστικού στη χώρα μας είναι πρόβλημα εσόδων. Δεν πάσχουμε από μεγάλες συντάξεις, μεγάλες παροχές, πάσχουμε από ελλείμματα εσόδων. Πάσχουμε επίσης από την ιδιαιτερότητα ότι τα αποθεματικά, η αποθεματική ικανότητα των Ταμείων στη χώρα μας για τους γνωστούς λόγους κατακρεουργήθηκε, καταστράφηκε από τη δεκαετία του ’70, του ’80 και ακόμη νωρίτερα. Μιλώντας για το πρόβλημα των πόρων, δε θα πρέπει να υποθέσουμε ότι το πρόβλημα της κοινωνικής ασφάλισης είναι θέμα χρημάτων και μόνο. Ένα παράδειγμα θα πω. Η πιο πλούσια χώρα του κόσμου, είναι οι ΗΠΑ. Στην ίδια όμως αυτή χώρα 45 εκατ. άνθρωποι δεν έχουν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Αλλά δεν είναι οι πόροι που έλειψαν στην Αμερική, είναι η απουσία πολιτικής βούλησης για ένα σύστημα που θα καλύπτει όλους τους πολίτες. Η πολιτική όμως διαμορφώνεται με βάση τα κινήματα και τους συσχετισμούς δυνάμεων. Άρα, σε τελευταία ανάλυση, το πρόβλημα της κοινωνικής ασφάλισης είναι πρόβλημα κινημάτων, είναι πρόβλημα πολιτικής, είναι πρόβλημα συσχετισμών. Και  ακριβώς όταν εμείς διατυπώνουμε προτάσεις, στόχους διεκδίκησης.

Σε ό,τι αφορά λοιπόν τον οικονομικό πυρήνα του προβλήματος:

Πρώτο είναι το θέμα της εισφοροδιαφυγής. Ήτανε πολύτιμη η συμβολή του εκπροσώπου του ΙΚΑ, ο οποίος είναι και ο προϊστάμενος της υπηρεσίας ελέγχου. Όπως αναγνώρισε και η κα Πετραλιά σε γραπτή ομιλία της η εισφοροδιαφυγή υπολογίζεται σε 6 δις € το χρόνο. Να δούμε τι σημαίνει το νούμερο αυτό. Συνολικά, όπως έχει πει ο κ. Αλογοσκούφης, ο ελληνικός προϋπολογισμός έχει μεταβιβάσει στο ασφαλιστικό σύστημα τα τελευταία δέκα χρόνια περίπου 100 δις €. Εάν υπολογίσουμε όχι 6 δις € αλλά 5 δις €, διότι υπάρχει μια αυξητική τάση, την εισφοροδιαφυγή, σημαίνει ότι από τα 100 δις, τα 50 δις του προϋπολογισμού δεν είναι ενίσχυση στην κοινωνική ασφάλιση, είναι χρηματοδότηση του κόστους της εισφοροδιαφυγής.  Στην ουσία είναι μεταβίβαση φόρων στις επιχειρήσεις και στην εργοδοσία για το μη μισθολογικό κόστος της εργασίας.

Επομένως εδώ προκύπτει ένα πολύ σημαντικό αίτημα κι αυτό είναι η δραστική αντιμετώπιση της εισφοροδιαφυγής.

Δεύτερο είναι το πρόβλημα της φορολογίας, η ανάγκη δηλαδή μεταρρύθμισης του φορολογικού συστήματος και ανακατανομής των φορολογικών βαρών. Με το υφιστάμενο φορολογικό σύστημα, όταν λέμε να πληρώσει το κράτος, σημαίνει να πληρώσουν οι μισθωτοί είτε με το ΦΠΑ είτε με το φόρο εισοδήματος. Αυτή είναι η δομή του φορολογικού συστήματος σήμερα. Επομένως, για μας η δεύτερη μεγάλη πρόταση είναι: να πληρώσουν αυτοί που δεν πληρώνουν.  Η πρότασή μας αυτή είναι συγκεκριμένη και την έχουμε κάνει από την ίδρυση του Συνασπισμού. Επανεξέταση όλων των φοροαπαλλαγών, αρχίζοντας από τους βουλευτές και φτάνοντας στην εκκλησία, τους εφοπλιστές, τα χρηματιστήρια κλπ. Αυτή είναι η πρότασή μας: Επανεξέταση όλων των φοροαπαλλαγών, επαναξιολόγηση της ανάγκης ύπαρξής τους και όπου κριθεί ότι είναι αναγκαίες οι φοροαπαλλαγές να το συζητήσουμε.  Όπου κριθεί ότι είναι πρόκληση για την κοινωνία, όπως είναι οι περισσότερες τουλάχιστον να καταργηθούν. Με τον τρόπο αυτό, μπορούν να βρεθούν πόροι υπέρ της κοινωνικής ασφάλισης χωρίς να αυξηθεί η επιβάρυνση των μισθωτών και των άλλων εργαζομένων.

Τρίτο: Όμως τα φορολογικά έσοδα πρέπει να καλύπτουν και άλλες ανάγκες. Πού έχουμε μεγάλα ελλείμματα όπως υγεία, παιδεία, έρευνα κλπ. Πέραν της φορολογίας, λοιπόν, πρέπει να δούμε και άλλες πηγές. 

Εκτός από τα φορολογικά έσοδα, το κράτος έχει και μη φορολογικά έσοδα. Έχει περιουσία ακίνητη, κινητή, επιχειρήσεις που δίνουν μερίσματα. Μόνο ο ΟΠΑΠ τα τέσσερα τελευταία χρόνια έχει διανείμει μερίσματα ενός δις επτακοσίων εκατομμυρίων ευρώ. Άρα, μέρος της δημόσιας περιουσίας -με διάφορες μορφές που μπορούμε να συζητήσουμε- πρέπει να δεσμευθεί υπέρ της κοινωνικής ασφάλισης. Καμία ιδιωτικοποίηση, ούτε μια μετοχή κερδοφόρας επιχείρησης. Δέσμευση υπέρ της κοινωνικής ασφάλισης. Οι ασφαλισμένοι το δικαιούνται. Είναι και ένας τρόπος αυτός επιστροφής μέρους των ληστεφθέντων ή εξανεμισθέντων αποθεματικών.

Τέταρτη πρόταση.  Τα ασφαλιστικά ταμεία είναι κοινωνικοί θεσμοί, αλλά είναι και μπορούν να είναι οικονομικά υποκείμενα. Σας επισημαίνω ότι αν οι κυβερνήσεις δεν παρενέβαιναν, η Εθνική Τράπεζα Ελλάδας θα ήταν σήμερα ιδιοκτησία των ταμείων. Τράπεζα των ταμείων ήταν ουσιαστικά η Εθνική Τράπεζα. Με παρεμβάσεις των κυβερνήσεων, δεν επιτρεπόταν στα ταμεία να συμμετέχουν σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου. Και θυμάστε και πρόσφατα τον κ. Αλογοσκούφη, την προσπάθεια που έκανε να πιέσει τα ταμεία να φύγουν από την Εθνική όταν έγινε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου για την εξαγορά της τούρκικης τράπεζας. Αλλά, πέραν αυτού, στο διάστημα των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ πολλές φορές ετέθη θέμα δημιουργίας τράπεζας από τα ταμεία. Λόγω της αντίδρασης των τραπεζών, δεν προχώρησε. Υπάρχουν και άλλες προτάσεις από μελετητές, ειδικούς ότι τα ταμεία μπορούν να ασκήσουν και άλλες δραστηριότητες που προσιδιάζουν στον χαρακτήρα τους. Και να έχουν επομένως και κέρδη από αυτή τη δραστηριότητα. Εμείς αυτή τη στιγμή δεν διατυπώνουμε συγκεκριμένη πρόταση επ’ αυτού. Όμως, θεωρούμε ότι είναι ένα κεφάλαιο ανοικτό στις δυνατότητες των ταμείων. Να το συζητήσουν οι ίδιοι οι ασφαλισμένοι πρώτα από όλα, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.

Πέμπτο: Τελειώνω με μία πρόταση που δεν  έχει συζητηθεί στην Ελλάδα αλλά θέλω να την αναφέρω. Συζητήθηκε στη Σουηδία, δεν υλοποιήθηκε ούτε εκεί, γιατί υπήρξαν αντιδράσεις. Διατυπώθηκε από έναν οικονομολόγο Γερμανό τον Μέιντνερ ο οποίος ήταν σύμβουλος ας πούμε της αντίστοιχης σουηδικής ΓΣΕΕ. Η πρότασή του προέβλεπε ότι σε όλες τις επιχειρήσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές,  πάνω από ένα μέγεθος, π.χ. με πάνω από πενήντα εργαζόμενους, δεσμεύεται κάθε χρόνο ένα μικρό ποσοστό των κερδών, υπέρ της κοινωνικής ασφάλισης με τον εξής τρόπο: Εκδίδονται μετοχές για το ποσοστό αυτό των κερδών, άρα τα κεφάλαια μένουν μέσα στην επιχείρηση. Οι μετοχές πάνε στα ταμεία, αλλά δεν είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμες. Τα ταμεία διατηρούν στο χαρτοφυλάκιό τους αυτή την περιουσία και κάθε χρόνο έχουν έσοδα μερίσματα. Και η πρόταση αυτή, που θα πρέπει φυσικά να συζητηθεί και να συγκεκριμενοποιηθεί, στις ελληνικές συνθήκες, νομιμοποιείται εκτός των άλλων και από το γεγονός ότι τα αποθεματικά των ταμείων ήδη τη δεκαετία του ’50 χρησιμοποιήθηκαν από τις κυβερνήσεις και ουσιαστικά έχουν ενσωματωθεί στη μεταπολιτευτική οικονομική ανάπτυξη. Τα ταμεία και μέσω αυτών οι ασφαλισμένοι, πρέπει να θεωρούν τους εαυτούς τους, και για το λόγο αυτό, «μετόχους» αυτής της ανάπτυξης και του συσσωρευμένου πλούτου δημόσιου και ιδιωτικού. Η προαναφερθείσα πρόταση γνωστή και ως «Μέιντνερ Πλαν» δίνει μια συγκεκριμένη μορφή στο αίτημα αυτό.

This message is only visible to admins.
Problem displaying Facebook posts.
Click to show error
Error: An access token is required to request this resource. Type: OAuthException

Latest Twetter Feeds

YDragasakis @YDragasakis
RT @atsipras:Η μετατροπή της επιστρεπτέας προκαταβολής σε μη επιστρεπτέα ενίσχυση και η γενναία ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους, εί… https://t.co/V2yqsD6x20
RT @atsipras:Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μου σήμερα στο Ίλιον, ιδιοκτήτες μικρομεσαίων επιχειρήσεων & εργαζόμενοι εξέφρασαν τ… https://t.co/W9t0LnARAs
RT @atsipras:Καλωσορίζουμε την επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας στο Ιόνιο. Και βεβαίως καλωσορίζουμε και εσάς κ. Μητσοτάκ… https://t.co/5E2qT6k6ZS
RT @atsipras:Και τελικά η «προδοτική Συμφωνία των Πρεσπών» έγινε τώρα τόσο επωφελής για τα συμφέροντα της χώρας, ώστε να απαιτεί… https://t.co/6DwOHNmM5v
RT @atsipras:Αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υποχωρούσε στις ασφυκτικές πιέσεις του κ. Μητσοτάκη και της ακροδεξιάς και δεν είχε την υπευθ… https://t.co/thn3L44H4N

Επικοινωνία

Μέγαρο Βουλής
10021, Αθήνα

τηλ (+30) 210 – 370 7299
(+30) 210 – 370 7972

e-mail
ydragasakis@parliament.gr