Άρθρο στην εφημερίδα “ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ”_Δημόσια Πανεπιστήμια υπό ιδιωτική λογική_

(ΕΝΑ “ΥΒΡΙΔΙΟ” ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ;)

Τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου, στην αιχμή των διακοπών, ψηφίσθηκε στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, ένα ακόμη σημαντικό νομοσχέδιο. Με αυτό δημιουργείται το “Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδας”.

Η δημιουργία ενός ελληνικού διεθνούς πανεπιστημίου θα μπορούσε, υπό όρους και προϋποθέσεις, να ήταν ένα σημαντικό εκπαιδευτικό και πολιτισμικό γεγονός. Θα μπορούσαμε π.χ. να οραματισθούμε ένα τέτοιο ίδρυμα ως ένα ερευνητικό και εκπαιδευτικό κέντρο, που να προάγει την ιδέα του διαλόγου και της δημιουργικής συνύπαρξης των πολιτισμών ως απάντηση στις νεο-ψυχροπολεμικές ιαχές για την αναπόφευκτη σύγκρουση των πολιτισμών και τον πόλεμο των θρησκειών.

Με ένα τέτοιο σαφή ιδρυτικό σκοπό, και μια σαφή διαπολιτισμική ταυτότητα, το “Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδας” θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια δημόσια πολιτισμική επένδυση και να λειτουργήσει ως μια γέφυρα φιλίας, αλληλογνωριμίας και συνεργασίας ανάμεσα στους λαούς και τους πολιτισμούς της ευρύτερης περιοχής. Μέσα δε από ένα ανοιχτό διάλογο με τον ακαδημαϊκό κόσμο, θα μπορούσαν να προσδιορισθούν οι συγκεκριμένες δομές και η λειτουργία του Διεθνούς Πανεπιστημίου.

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο όμως, δημιουργεί ένα μόρφωμα, χωρίς σαφή ταυτότητα, που το διαπερνά μια αμηχανία σκοπών, ρόλων και αποστολής.

Η αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, αρχίζει με τη διαπίστωση ότι “είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι η Ελλάδα υπήρξε, παραδοσιακά, χώρα εξαγωγής φοιτητών … Είναι σκόπιμο, λοιπόν, να εξεταστεί η προοπτική αντιστροφής αυτής της κατάστασης και η Ελλάδα να γίνει μια χώρα εισαγωγής φοιτητών”. Θεμελιώνεται, έτσι, εδώ, μια οπτική του “ισοζυγίου πληρωμών” και προβάλλει ένας σκοπός εμπορικός – εισπρακτικός για το υπό ίδρυση “Διεθνές Πανεπιστήμιο”. Ακριβώς γι’ αυτό και ως “επίσημη γλώσσα” του υπό ίδρυση πανεπιστημίου ορίζεται η αγγλική, όρος, προφανώς, απαραίτητος, προκειμένου να προσελκυσθούν ευκολότερα οι αλλοδαποί φοιτητές – πελάτες. Για τον ίδιο λόγο, άλλωστε, προβλέπονται δίδακτρα, το ύψος των οποίων δεν είναι ακόμη γνωστό, αλλά και εμπορικές δραστηριότητες όπως η “πώληση υπηρεσιών και πληροφοριών” χωρίς να διευκρινίζονται το είδος των υπηρεσιών και των πληροφοριών ή οι αγορές προς τις οποίες αυτές θα απευθύνονται. Τέλος, για τον ίδιο λόγο στη Διοικούσα Επιτροπή του υπό ίδρυση πανεπιστημίου, μπορούν να συμμετέχουν πρόσωπα εκτός της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Ενώ από τα παραπάνω προκύπτει, λοιπόν, ένα ίδρυμα με σκοπούς, δομή και λειτουργία, εισπρακτικο-εμπορικούς, η ίδια η αιτιολογική έκθεση, “προσδοκά”, μέσα απ’ αυτό, ή επιδιώκει την ενίσχυση της “πολιτιστικής”, ακόμη και της “πολιτικής επιρροής” καθώς και την “ανάδειξη του ρόλου της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή”. Κάνει, τέλος, αναφορές στους αλλοδαπούς φοιτητές τους οποίους θέλει να γνωρίσουν την ελληνική πραγματικότητα, μέρος της οποίας, όμως προφανώς, δε θεωρείται η γλώσσα. Τίθενται, έτσι, κριτήρια και σκοποί, που ανεξάρτητα αν συμφωνεί κάποιος μαζί τους ή όχι, είναι, πάντως, διαφορετικού ποιοτικού επιπέδου, σε σύγκριση με τη σκοπιά του “ισοζυγίου πληρωμών”.

Η συζήτηση, μέσα στην Επιτροπή και οι απόψεις που ακούσθηκαν δείχνουν πως η αμφισημία αυτή δεν αφορά μόνο στην ταυτότητα του συγκεκριμένου υπό ίδρυση Διεθνούς Πανεπιστημίου, αλλά αντανακλά γενικότερες αντιλήψεις ως προς την προοπτική του εκπαιδευτικού συστήματος.

Αν δεχθούμε π.χ. όσα η αρμόδια Υπουργός είπε στην Επιτροπή, η κυβέρνηση θέλει το νέο αυτό πανεπιστήμιο, να λειτουργεί στα πλαίσια του Συντάγματος. Όμως υπήρξαν φωνές από βουλευτές της ΝΔ που “είδαν” στο νομοσχέδιο αυτό, μια ευκαιρία ή μια “ατραπό”, όπως ελέχθη, για να υπάρξει μια ρωγμή στη συνταγματική απαίτηση που θέλει τα ΑΕΙ “Δημόσια”.

Η υπουργός επέμεινε για το δημόσιο χαρακτήρα του πανεπιστημίου και πράγματι αυτό θα είναι τύποις δημόσιο. Η δομή και η λειτουργία του, όμως, υπόκειται σε μια σαφή ιδιωτικοοικονομική εμπορική λογική. Και, τουλάχιστον, ορισμένοι βουλευτές είδαν σ’ αυτό το κύριο πλεονέκτημά του.

Η υπουργός επέμεινε, στην αυτόνομη οντότητα του υπό ίδρυση πανεπιστημίου, στο μη ανταγωνιστικό του χαρακτήρα σε σχέση με τα υφιστάμενα πανεπιστήμια. Υπήρξαν, όμως, φωνές διαμαρτυρίας και σ’ αυτό, θεωρώντας πως, στόχευση της λειτουργίας του πανεπιστημίου αυτού πρέπει να είναι η άσκηση πιέσεων για την προσαρμογή και των υφιστάμενων πανεπιστημίων στις αρχές του ανταγωνισμού.

Το αρχικό κείμενο, προέβλεπε, τη δυνατότητα συνεργασίας του υπό ίδρυση πανεπιστημίου με ελληνικά ΑΕΙ. Μετά από προτάσεις, όμως προσετέθη η δυνατότητα συνεργασίας και με ιδρύματα της αλλοδαπής. Και γιατί όχι θα αναρωτηθεί κανείς. Μα η λογική της πρότασης ήταν η χρησιμοποίηση του πανεπιστημίου αυτού για συμπράξεις σε στρατηγικές “διείσδυσης”. Έτσι, ένα ακόμη γκρίζο τοπίο θεσμοθετήθηκε ικανό να λάβει στην πράξη τις πιο διαφορετικές εκδοχές.

Ακόμη, λοιπόν, και αν δεν είναι στις προθέσεις της κυβέρνησης έγινε σαφές πως για ορισμένες δυνάμεις το υπό ίδρυση διεθνές πανεπιστήμιο, υπ’ αυτήν την αμφίσημη ταυτότητά του, δημόσιο αλλά υπό ιδιωτικοοικονομική λογική, συνταγματικό αλλά και μέσο για την παράκαμψη του Συντάγματος, κατανοείται ως ένα “υβρίδιο” για το μελλοντικό πανεπιστήμιο γενικώς.

Αν αυτό είναι σωστό, η δημιουργία, η τελική μορφή και η λειτουργία του υπό ίδρυση πανεπιστημίου θα είναι πεδίο εκδήλωσης αντίρροπων δυνάμεων, συμφερόντων και απόψεων, όχι μόνο σε σχέση με το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο, αλλά και το εκπαιδευτικό σύστημα γενικότερα.

Ο διάλογος, συνεπώς, που δεν έγινε πριν τη συζήτηση αυτού του ν/σ έχει νόημα να γίνει έστω και μετά. Η έκδοση των αναγκαίων υπουργικών αποφάσεων και των προβλεπόμενων προεδρικών διαταγμάτων θα παρέχει σχετικές ευκαιρίες.

Αξιοπρόσεκτη, είναι, τέλος, η άρνηση της κυβέρνησης να προσκληθούν φορείς – όπως προτείναμε – για να εκθέσουν τις απόψεις τους σε σχέση με το ν/σ αυτό. Αξιοπρόσεκτη είναι και η θετική ψήφος του ΠΑΣΟΚ. Πολλοί βουλευτές του κατακεραύνωσαν το ν/σ. Στο τέλος, όμως, το ψήφισαν επί της αρχής του. Ποια αρχή όμως; Μήπως το ενοποιητικό στοιχείο, τελικά, είναι η κοινή πεποίθηση ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ότι μέσω της “ατραπού”, που ανοίγει αυτό το ν/σ, ωριμάζουν οι προϋποθέσεις για “μη κρατικά ΑΕΙ”;