Άρθρο στην εφημερίδα “ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ”_Περισσότερη δουλειά, λιγότερα λεφτά_

Τα μέτρα που προωθεί η κυβέρνηση, σχετικά με τη μείωση του κόστους των υπερωριών και τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, ουδεμία άμεση θετική συσχέτιση έχουν με τη βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Ούτε θα ανακόψουν τη μετεγκατάσταση ελληνικών επιχειρήσεων σε χώρες χαμηλού εργατικού κόστους.

Μοναδικός στόχος, των μέτρων αυτών, είναι, πρώτον η αλλαγή των μεριδίων των μισθών και των κερδών, στο συνολικό προϊόν, σε όφελος των δεύτερων. Δεύτερος στόχος είναι η αντικατάσταση, στην πράξη, των συλλογικών διαπραγματεύσεων με την υποχρεωτική κρατική διαιτησία.

Θυμίζω ότι, επειδή η κρατική διαιτησία είναι συνήθως μεροληπτική υπέρ της εργοδοσίας, καταργήθηκε, επί οικουμενικής κυβέρνησης, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των κομμάτων, μαζί και της Ν.Δ.   Τώρα, η κυβέρνηση την επαναφέρει σε ισχύ, πηγαίνοντάς μας πίσω, στη δεκαετία του ’50.

 Ας επιστρέψουμε όμως στο ζήτημα της ανταγωνιστικότητας. Το να μπορεί ο εργοδότης να υποχρεώνει τον εργαζόμενο να εργάζεται για 10 ή και περισσότερες ώρες, δεν κάνει τον εργαζόμενο πιο παραγωγικό.  Αντίθετα, ενδέχεται η παραγωγικότητα να μειωθεί, κατά τις τελευταίες ιδίως ώρες ενός τόσο παρατεταμένου ωραρίου. Όπως είναι πολύ πιθανό να αυξηθούν και τα εργατικά ατυχήματα αν δε βελτιωθούν δραστικά τα μέτρα υγιεινής και ασφάλειας.  Σε ό,τι αφορά τη μετεγκατάσταση ελληνικών επιχειρήσεων σε χώρες χαμηλού εργατικού κόστους, το πρόβλημα είναι υπαρκτό, αλλά μεγεθύνεται σκόπιμα. Εκείνο που κρύβουν τα σχετικά δημοσιεύματα είναι το εξής: Αν μια επιχείρηση δεν είναι ανταγωνιστική στην Ελλάδα, δύσκολα γίνεται ανταγωνιστική στη Βουλγαρία. Πολλές από τις επιχειρήσεις που πάνε στη Βουλγαρία μετά από λίγο κλείνουν.

 Διότι, η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από ένα ευρύτερο φάσμα παραγόντων.

 Ο Έλληνας εργαζόμενος, εργάζεται το χρόνο 1.816 ώρες, κατά μέσο όρο, ενώ στην Ε.Ε. ο αντίστοιχος εργαζόμενος εργάζεται 1.517 ώρες, σχεδόν δύο μήνες λιγότερο και όμως έχει υψηλότερη παραγωγικότητα.  Ο Ευρωπαίος εργαζόμενος, εκτός του ότι δουλεύει λιγότερο, αμείβεται καλύτερα. Και όμως οι οικονομίες των χωρών αυτών είναι πιο ανταγωνιστικές.

Παράδοξο;  Όχι.  Είναι η ουσία του προβλήματος. Ο Έλληνας δουλεύει δύο μήνες περισσότερο και έχει χαμηλότερες αποδοχές, διότι πληρώνει ένα έλλειμμα επιχειρηματικότητας και πολιτικής. Και στην υπόλοιπη Ευρώπη υπάρχει καπιταλισμός. Ο τρόπος όμως με τον οποίο επιδιώκεται η αύξηση της παραγωγικότητας και ο τρόπος με τον οποίο διανέμεται το παραγόμενο πλεόνασμα, δημιουργεί μεγάλες διαφορές, ακόμη και στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Οι Έλληνες εργαζόμενοι, αλλά και η κοινωνία ως σύνολο, πληρώνουμε για μια επιχειρηματικότητα, που ενδιαφέρεται για το άμεσο, το βραχυπρόθεσμο κέρδος, που δεν επενδύει στη γνώση, την έρευνα και την αναβάθμιση του εργατικού δυναμικού, αλλά χρησιμοποιεί το τελευταίο ως αναλώσιμο εμπόρευμα. Κυρίως, όμως, πληρώνουμε, χρόνια τώρα, μια πολιτική που, αντί να τιθασεύει αυτή, την ενυπάρχουσα στον καπιταλισμό, εκμεταλλευτική λογική, την επιβραβεύει και την ενισχύει, όπως κάνουν και τα τελευταία μέτρα.

 Συνεπώς δεν είναι στραβός ο γιαλός. Οι κυβερνήσεις μας στραβά αρμενίζουν.