Άρθρο στο περιοδικό “ΚΡΑΜΑ”_Ανάπτυξη με σχέδιο και κοινωνική δικαιοσύνη_

Κεντρικός στόχος της Κυβέρνησης, όπως η ίδια διακηρύσσει, είναι η «επιτάχυνση της ανάπτυξης». Με τον τρόπο αυτό, υποστηρίζει, θα αντιμετωπισθούν τα κοινωνικά και τα δημοσιονομικά δεινά.

 Στο όνομα του στόχου αυτού, η κυβέρνηση μειώνει δραστικά τους συντελεστές φορολόγησης των κερδών  και των μερισμάτων (από 35% στο 25% ως το 2007). Θεσμοθετεί γενναιόδωρα κίνητρα για επενδύσεις και αποσυνδέει τη χορήγησή τους από την υποχρέωση δημιουργίας θέσεων εργασίας. Αμνηστεύει την παράνομη φυγάδευση κεφαλαίων στο εξωτερικό και νομιμοποιεί τη φοροδιαφυγή τους. Επεκτείνει τις ιδιωτικοποιήσεις σε τομείς των υποδομών και των συλλογικών αγαθών. Ακολουθεί πολιτική καθήλωσης των αυξήσεων των αποδοχών στα όρια του πληθωρισμού.

 Με δύο λόγια, στο όνομα της επιτάχυνσης της ανάπτυξης η Κυβέρνηση επιχειρεί να εφαρμόσει και να νομιμοποιήσει τη νεοφιλελεύθερη συνταγή αξιοποιώντας για το σκοπό αυτό και τους δρόμους που έστρωσαν οι τελευταίες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

 Το αν η πολιτική αυτή θα οδηγήσει κάποτε στην επιτάχυνση της ανάπτυξης δεν είναι καθόλου βέβαιο. Το μόνο βέβαιο είναι ότι, πριν αυτό συμβεί, έχουμε ήδη μια «αντίστροφη αναδιανομή» εισοδημάτων σε βάρος του κόσμου της εργασίας και των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων. Επίσης η συρρίκνωση της κοινωνικής βάσης της ανάπτυξης και η διεύρυνση των ανισοτήτων δεν αποκλείεται καθόλου να οδηγήσουν σε κρίση και αναπτυξιακή εμπλοκή.

 Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η ανάπτυξη από μόνη της δεν αποτελεί λύση, στα προβλήματα της ανεργίας, της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά είναι παράγοντας επιδείνωσής τους εφόσον δεν υπόκειται εξαρχής σε κοινωνικές δεσμεύσεις, σε οικολογικές προδιαγραφές, και δίκαιη διανομή του εισοδήματος. Το νεοφιλελεύθερο αναπτυξιακό πρότυπο οδηγεί σε μια ανάπτυξη που αυξάνει τα κέρδη αλλά όχι την απασχόληση και τους μισθούς.

 Η Ιρλανδία είχε τους πιο εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης από όλες τις χώρες της Ευρώπης. Έχει όμως τον υψηλότερο δείκτη φτώχειας, υψηλότερο κατά μία  μονάδα και από τον αντίστοιχο δείκτη στη χώρα μας. Οι ΗΠΑ είναι η πιο πλούσια χώρα του κόσμου, αλλά έχει το πιο οξύ πρόβλημα κοινωνικού αποκλεισμού και το πιο υψηλό ποσοστό ανασφάλιστου και χωρίς ιατρική περίθαλψη πληθυσμού.

 Η αντιμετώπιση της ανεργίας, της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού απαιτεί συνεπώς μια ανάπτυξη ριζικά διαφορετική που να υπηρετεί τις ανάγκες και τους ανθρώπους και όχι τη μέγιστη αύξηση των κερδών. Το σύνθημα «οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη» δεν είναι αφηρημένο σύνθημα αλλά κριτήριο συγκεκριμένο και σαφές, για το περιεχόμενο των πολιτικών επιλογών.

 Χρειάζεται λοιπόν ένα κοινωνικό και πολιτικό κίνημα, που θα αντισταθεί στη συντελούμενη ήδη, στο όνομα της επιτάχυνσης της ανάπτυξης, αντίστροφη αναδιανομή. Αλλά και θα διεκδικεί ταυτόχρονα μια διαφορετική ανάπτυξη με σαφείς οικολογικές και κοινωνικές δεσμεύσεις και προδιαγραφές.

 Αυτό σημαίνει βεβαίως, ότι η ανάπτυξη και οι αποφάσεις που αφορούν σε αυτήν, δεν μπορούν να αφεθούν στο «αόρατο χέρι» των αγορών. Ο στρατηγικός σχεδιασμός της ανάπτυξης από την κοινωνία και τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς της, γίνεται ξανά δραματικά επίκαιρος και εξαιρετικά αναγκαίος.

 Όπως και το ισχύον Σύνταγμα προβλέπει, ένα τέτοιο μεσομακροπρόθεσμο σχέδιο είναι ανάγκη να καταρτισθεί και να αποτελέσει τη βάση ενός δημόσιου διαλόγου.

 Μια δεύτερη ιδέα είναι ότι για την επίτευξη μιας τέτοιας ανάπτυξης πρέπει να στηριχθούμε όχι μόνο στο υλικό Κεφάλαιο, την τεχνολογία, και τη γνώση. Σημασία έχουν  και ορισμένα παραμελημένα, αλλά σημαντικά, «άυλα υλικά». 

 Η κοινωνική αλληλεγγύη, η ουσιαστική δημοκρατία, η διαφάνεια και η κοινωνική συμμετοχή, δεν αποτελούν άσχετα προς την ανάπτυξη ζητήματα. Αποτελούν  αντιθέτως, υπό προϋποθέσεις, πηγές πλούτου, ένα άυλο κεφάλαιο που μπορεί να γίνει η βάση για μια ανάπτυξη ποιοτικά διαφορετική και κοινωνικά πιο δίκαιη.