«Η κρίση αποκαλύπτει τα φυσικά και τα κοινωνικά όρια του καπιταλισμού”_ Ομιλία στην ημερίδα του ΣΥΝ με θέμα:” Κρίση, Μνημόνιο & Περιβάλλον: τάσεις, αντιστάσεις, εναλλακτικές”

 

“Η ΚΡΙΣΗ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ”

 

1. Μια πολυδιάστατη κρίση

 

Κάθε κρίση του καπιταλισμού αποκτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της από τις ιδιαιτερότητες της ιστορικής εποχής στην οποία η εν λόγω κρίση εκτυλίσσεται.

 

Από την άποψη αυτή ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της τωρινής κρίσης είναι οι πολλαπλές διαστάσεις της και ειδικότερα η διαπλοκή της οικονομικής και της οικολογικής κρίσης, γεγονός που προσδίδει στην κρίση αυτή εξαρχής αξιακό και πολιτισμικό περιεχόμενο.

 

Ενώ όμως για τις οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού έχουμε σημαντικά θεωρητικά εργαλεία για να τις αναλύουμε, και πολλές ιστορικές εμπειρίες που μας βοηθούν να τις κατανοήσουμε, η οικολογική κρίση αποτελεί ένα σχετικά νέο από ιστορική άποψη φαινόμενο και επί μακρόν παραμελημένο στη θεωρητική μας παράδοση, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και διεθνώς.

 

Είναι λοιπόν αξιέπαινη αυτή η πρωτοβουλία του τμήματος Περιβάλλοντος και Οικολογίας του Συνασπισμού, την οποία και θα μου επιτρέψετε να αξιοποιήσω για να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις, κυρίως σε ό,τι αφορά στη σχέση οικονομικής και οικολογικής κρίσης.    

 

2. Κοινωνικά και φυσικά όρια της συσσώρευσης και αξιοποίησης του κεφαλαίου

 

Η οικολογική κρίση υποδηλώνει την αυξανόμενη σημασία των εξωτερικών ορίων, δηλαδή των φυσικών και των περιβαλλοντικών ορίων στην οικονομική δραστηριότητα και τη συσσώρευση του κεφαλαίου, καθώς και τη στενότερη διαπλοκή αυτών των εξωτερικών ορίων με τις εσωτερικές αντιφάσεις και τα κοινωνικά όρια του καπιταλισμού. Συνεπώς η οικολογική κρίση αν και έχει τη δική της, σχετικά αυτόνομη, πορεία και δυναμική, δεν συνιστά μια ανεξάρτητη κρίση που απλά υπάρχει παράλληλα με την κρίση της κεφαλαιακής συσσώρευσης, αλλά συνδέεται με πολλούς τρόπους μαζί της.

 

Αυτή η αλληλεξάρτηση ανάμεσα στα κοινωνικά και τα φυσικά όρια του κεφαλαίου ορίζει το οικολογικό ζήτημα, κατά τη γνώμη πολλών, ως τη μεγαλύτερη πρόκληση για μια ανανέωση της μαρξιστικής σκέψης και του περιεχομένου του  σοσιαλισμού στον 21ο αιώνα. Αυτό επιβάλλει τη διεύρυνση της μαρξιστικής κριτικής του καπιταλισμού, ώστε αυτή να περιλάβει την κριτική στον παραγωγισμό και την αναπτυξιολογία, δηλαδή στην παραγωγή και την ανάπτυξη ως αυταξία, ανεξάρτητα από τα τα φυσικά όριά και το κοινωνικό περιεχόμενό τους .

 

Για τους λόγους αυτούς η οικολογική διάσταση αποκτά στις μέρες μας βαρύνουσα σημασία στις στρατηγικές της ανάπτυξης και συσσώρευσης, στους τρόπους ρύθμισης της οικονομίας, και μετακινεί τα οικολογικά θέματα από το περιθώριο στο κέντρο της σύγχρονης πολιτικής.

 

Η οικολογική κρίση, κατά κάποιον τρόπο, μας υπενθυμίζει το γεγονός ότι οι φυσικές συνθήκες παραγωγής πλούτου έχουν σημασία ανάλογη με τις κοινωνικές συνθήκες.

 

Τα φυσικά και περιβαλλοντικά όρια είναι σημαντικά όχι μόνο στην περίπτωση της βαριάς βιομηχανίας αλλά και σε κάθε οικονομική δραστηριότητα, ακόμη κι αν αυτή δεν μολύνει άμεσα το περιβάλλον, όπως ο τουρισμός ή η οικιστική δραστηριότητα, αν η ανάπτυξη των δραστηριοτήτων αυτών δεν λαμβάνει υπόψη της τη λεγόμενη «φέρουσα ικανότητα» των φυσικών συστημάτων. 

 

Η έννοια όμως των φυσικών ορίων δεν είναι γυμνή από κοινωνικό περιεχόμενο. Για παράδειγμα οι ακτογραμμές, αν και εκτεταμένες στην περίπτωση της χώρας μας, είναι πεπερασμένες, άρα η τουριστική ανάπτυξη πάνω σ’ αυτές έχει φυσικά όρια. Όλοι θα ήθελαν ένα σπίτι δίπλα στο κύμα, αλλά αυτό δεν μπορεί να συμβεί καταρχήν λόγω των φυσικών ορίων αλλά όχι μόνο. Το καθεστώς ιδιοκτησίας και ο συγκεκριμένος τρόπος χρήσης και «αξιοποίησης» των ακτών προσδίδει σ’ αυτά τα φυσικά όρια και κοινωνικό περιεχόμενο. Η ρύθμιση τέτοιων αγαθών, που δεν μπορούν να αυξάνουν πέραν κάποιων φυσικών ή κοινωνικών ορίων ή λειτουργούν στην πράξη ως φυσικά μονοπώλια λόγω της μοναδικότητάς τους, δεν μπορεί να γίνει μέσω των αγορών.  Χρειάζονται πολιτικές αποφάσεις και άλλοι μηχανισμοί πέραν της αγοράς , γεγονός που διαμορφώνει ένα πεδίο  διαρκούς έντασης και συγκρούσεων ανάμεσα σε αυτήν την ανάγκη κοινωνικής ρύθμισης και την ανάγκη του κεφαλαίου για διαρκή και ανεμπόδιστη επέκταση.

 

3. Η νέα κατανομή πόρων και τα νέα παραγωγικά και καταναλωτικά   πρότυπα

 

Η διαπίστωση αυτή μας μεταφέρει από το πεδίο της θεωρίας σε εκείνο της πράξης. Θα προσπαθήσω να δείξω τη σχέση αυτή στο πεδίο ορισμένων συγκεκριμένων προβλημάτων.

 

Ένα πρώτο πρόβλημα είναι η ανακατανομή των πόρων της κοινωνίας με κριτήρια κοινωνικά αλλά και λειτουργικά. Για παράδειγμα η αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής συνιστά μια παράμετρο αυτής της ανακατανομής. Ο παράκτιος και ο νησιωτικός χαρακτήρας της χώρας επιβάλλει έγκαιρη και σχεδιασμένη δράση στο πεδίο αυτό. Υπολογίζεται ότι θα απαιτηθούν επί σειρά ετών δημόσιες δαπάνες για υποδομές και άλλα προγράμματα της τάξης του 1% – 2% του ΑΕΠ ετησίως. Όμως η ανάγκη αυτή προσκρούει στο γεγονός ότι οι δαπάνες για τους τόκους για την εξυπηρέτηση του συσσωρευμένου δημόσιου χρέους αναμένεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, σε σχέση με το 2009, κατά 3 – 4 ποσοστιαίες μονάδες επί του ΑΕΠ. Το  γεγονός αυτό καθιστά ανέφικτη τη διάθεση των αναγκαίων πόρων για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.

 

Διαπιστώνουμε έτσι ότι η ικανοποίηση των οικολογικών αναγκών, από την άποψη των πόρων, περνά μέσα από τον αγώνα για μια δίκαιη και βιώσιμη διέξοδο από την κρίση του χρέους, την αναδιανομή και τη μείωση των εξοπλισμών , δηλαδή μέσα από αιτήματα που αφορούν στον πυρήνα της οικονομικής κρίσης.

 

Από την άλλη πλευρά, η παραδοσιακή διέξοδος από την κρίση του χρέους είναι η παραγωγή νέου εισοδήματος, δηλαδή η ανάπτυξη και η δίκαιη διανομή και αναδιανομή. Όμως αυτή η λύση προσκρούει πλέον σε κοινωνικά και φυσικά όρια. Η οικολογική κρίση δεν μας επιτρέπει μια ανάπτυξη με λογικές «fast track», παραβλέποντας δηλαδή ή υποβαθμίζοντας τις οικολογικές παραμέτρους. Η κρίση του χρέους κάνει επομένως ακόμη πιο αναγκαία μια ανάπτυξη κοινωνική και οικολογική, που θα δημιουργεί απασχόληση και εισοδήματα χωρίς να επιβαρύνει το περιβάλλον.

 

Η πολιτική οικολογία λοιπόν και το οικολογικό κίνημα έχουν αναντικατάστατο ρόλο προκειμένου να αναδειχθούν νέα παραγωγικά πρότυπα, νέες πηγές αλλά και νέοι τρόποι ανάπτυξης, νέες ιεραρχήσεις αναγκών και νέοι τρόποι ικανοποίησής τους, που να είναι οικολογικά συμβατοί. Και αυτό δεν αφορά μόνο στην παραγωγή αλλά και την ενέργεια, τις μεταφορές, την κατανάλωση. Για να βγούμε λοιπόν από την κρίση του χρέους χρειαζόμαστε μια οικολογική και κοινωνική ανάπτυξη. Και γι’ αυτό το ζητούμενο δεν είναι απλά κάποιοι πράσινοι κλάδοι ή κάποιες πράσινες πινελιές πάνω σε ένα αντι – οικολογικό μοντέλο ανάπτυξης.

 

Μια τόσο ρηχή κατανόηση της ανάγκης για έναν νέο τρόπο ανάπτυξης δεν συνιστά πραγματικά βιώσιμη διέξοδο, αλλά θέτει τις βάσεις των μελλοντικών κρίσεων και ενδεχομένως και της μελλοντικής φούσκας, από την οποία μια τέτοια κρίση θα ξεκινήσει, όπως τώρα συνέβη με τις τράπεζες.

 

Η πρόκληση που η οικολογική κρίση δημιουργεί είναι πολύ σοβαρότερη αφού αυτή καθιστά αναγκαίο έναν γενικότερο οικολογικό μετασχηματισμό των αντιλήψεων, των μεθόδων και της πρακτικής της αναπτυξιακής διαδικασίας, των παραγωγικών και των καταναλωτικών προτύπων, με τη λογική των κοινωνικών αναγκών και όχι της μεγιστοποίησης του κέρδους.

 

4. Η συσσώρευση κεφαλαίου ως συσσώρευση υποχρεώσεων: Κοινωνικό και οικολογικό χρέος

 

Αυτή η αλληλεξάρτηση οικονομικής και οικολογικής κρίσης δεν περιορίζεται μόνο στο ζήτημα της κατανομής των πόρων. Έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος.

 

Είναι γνωστό ότι πολλές φορές οι συνέπειες της ανθρώπινης δράσης στο περιβάλλον εκδηλώνονται με μια χρονική υστέρηση. Παραδείγματος χάριν  οι εκπομπές καυσαερίων σήμερα θα θερμάνουν την ατμόσφαιρα δεκαετίες μετά.

 

Εφόσον λοιπόν δεν λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή αυτών των συνεπειών είναι σαν να συσσωρεύεται ένα αφανές «οικολογικό χρέος», που θα πρέπει να εξοφληθεί πριν οι καταστροφές καταστούν μη αναστρέψιμες. Αυτό το οικολογικό χρέος, λόγω του άναρχου τρόπου της ανάπτυξης και των ανεπαρκειών της οικολογικής πολιτικής, στη χώρα μας είναι υψηλό. Περιλαμβάνει καταστροφές και υποβαθμίσεις περιβάλλοντος, δαπάνες διαχείρισης οικολογικά ευαίσθητων οικοσυστημάτων, επενδύσεις και υποδομές για την αποτροπή νέων καταστροφών κλπ.

 

Αυτό όμως δεν διαφέρει κατά πολύ από αυτό που συμβαίνει και στη σφαίρα της οικονομίας. Κι εδώ οι συνέπειες των επιλογών είναι συχνά ετεροχρονισμένες. Ο Μαρξ π.χ. χαρακτήριζε τα κρατικά ομόλογα σαν συναλλαγματικές προείσπραξης μελλοντικών φόρων. Πράγματι πολιτικές επιλογές του παρελθόντος που οδήγησαν σ’ ένα άδικο και διάτρητο φορολογικό σύστημα, δαπανηρούς εξοπλισμούς και έργα επίδειξης, όπως η ολυμπιάδα, και τελικά οι συνέπειες του δανεισμού εμφανίζονται αργότερα με τη μορφή της πίεσης για αύξηση των φόρων ή περικοπής δαπανών.   

 

Με ανάλογο τρόπο, αν στη φάση ενός αναπτυξιακού κύκλου ο παραγόμενος πλούτος δεν διανέμεται δίκαια, αν επαρκές μέρος του δεν επενδύεται σε δημόσια αγαθά και οι φόροι δεν έχουν κοινωνική ανταποδοτικότητα, τότε διαμορφώνεται ένα κοινωνικό χρέος το οποίο συνειδητοποιείται στη φάση της κρίσης, όταν η τελευταία αποκαλύπτει τις ανεπάρκειες των κοινωνικών δικτύων ασφαλείας και των κοινωνικών υποδομών. Στη χώρα μας αυτό το κοινωνικό χρέος είναι ιδιαίτερα μεγάλο λόγω και της επί δεκαετίες αφαίμαξης των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων από το κράτος, γεγονός που εκδηλώνεται σήμερα μαζί με άλλους παράγοντες φυσικά με την κρίση της κοινωνικής ασφάλισης.

 

Τόσο το κοινωνικό όσο και το οικολογικό χρέος αποτελούν δύο από τις πλέον υποτιμημένες διαστάσεις της κρίσης που ζούμε, ίσως επειδή δεν αφορούν στους πιστωτές αλλά στα αδύναμα τμήματα της κοινωνίας αλλά και στο μέλλον της κοινωνίας συνολικά, ενώ είναι προφανές πως μαζί με το δημοσιονομικό χρέος αποτελούν έναν ενιαίο σύνολο.

 

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι στην πορεία της οικονομικής δράσης συσσωρεύονται ταυτόχρονα χρέη και υποχρεώσεις με τη μορφή κοινωνικών, οικολογικών και δημοσιονομικών χρεών, ο συνδυασμός των οποίων καθιστά τη διέξοδο από την κρίση δύσκολη, προβληματική και πάντως ατελή, υπό την έννοια ότι, ακόμη και αν η οικονομική κρίση ξεπεραστεί, αφήνει πίσω της οικολογικά και κοινωνικά «χρέη» και άλυτες αντιθέσεις, που επιβαρύνουν το μέλλον.

5. Νέος τρόπος ανάπτυξης

 

Το γεγονός αυτό επιβάλλει μια ριζική επανεξέταση των όρων και του περιεχομένου της ανάπτυξης. Η συσσώρευση υποχρεώσεων οικονομικών, οικολογικών και δημοσιονομικών έχει οδηγήσει σ’ ένα αδιέξοδο το οποίο θα εντείνεται όσο η καταπολέμηση της φτώχειας και των ανισοτήτων, και η προστασία του περιβάλλοντος δεν γίνονται δεσμευτικοί αφετηριακοί σκοποί της ανάπτυξης. Αυτό όμως μπορεί να γίνει μόνο σε αντίθεση με τη λογική του κεφαλαίου, δηλαδή τους ιδιοτελείς σκοπούς και τα κερδοσκοπικά κίνητρα. Είναι όμως επείγον η αντίθεση αυτή να λυθεί προς όφελος της κοινωνίας και των αναγκών της. Η σημερινή λοιπόν κρίση, ιδιαίτερα λόγω της διαπλοκής της οικολογικής και οικονομικής της διάστασης, προσδίδει έναν αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα στον αγώνα για την υπέρβασή της, υπό την έννοια ότι η λογική των αναγκών της κοινωνίας και του περιβάλλοντος είναι σε άμεση αντίθεση με τη λογική του κεφαλαίου για την αντιμετώπιση της κρίσης του με την άνοδο της κερδοφορίας του.

 

Αντί ενός τρόπου ανάπτυξης που συσσωρεύει χρέη κοινωνικά, οικολογικά, δημοσιονομικά, και την ικανοποίηση των οποίων μεταθέτει διαρκώς στο μέλλον, γίνεται αναγκαίος ένας τρόπος ανάπτυξης ο οποίος αντί να συσσωρεύει χρέη, θα συσσωρεύει αποθέματα προκειμένου να αντιμετωπισθούν μελλοντικοί κίνδυνοι, ορατοί και μετρήσιμοι, όμως ακόμη και λιγότερο ορατοί αλλά πιθανοί με βάση το νόμο των πιθανοτήτων, όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Μαρξ στην εισαγωγή του στο «κριτική στο πρόγραμμα της Γκόττα». Χρειαζόμαστε δηλαδή μια διανομή πριν τη διανομή, με την οποία θα δεσμεύεται ένα μέρος του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος, όχι για την ικανοποίηση των τρεχουσών αναγκών της κοινωνίας αλλά για τη διασφάλιση της ύπαρξης και της αναπαραγωγής της, δηλαδή του μέλλοντός της. Πρόκειται για μια διανομή που δεν έχει να κάνει με τη δικαιοσύνη ή τη βελτίωση της κοινωνικής ζωής αλλά με τις προϋποθέσεις της ύπαρξής της .      

 

Ένα δεύτερο πεδίο δραστικών επανακαθορισμών είναι εκείνο που αναφέρεται στους μηχανισμούς παραγωγής των αναγκών, στους παράγοντες που διαμορφώνουν την ιεράρχησή τους και τους τρόπους ικανοποίησής τους μέσω μιας προβληματικής που συχνά αποκαλείται κοινωνική ή αλληλέγγυα οικονομία των αναγκών, ως ανταγωνιστική προς την πολιτική οικονομία του κεφαλαίου και του κέρδους . 

 

6. Οι άμεσοι κίνδυνοι

 

Η πολυδιάστατη κρίση που ζούμε αναδεικνύει λοιπόν τόσο τα κοινωνικά όσο και τα φυσικά όρια της συσσώρευσης του κεφαλαίου ιδιαίτερα υπό το νεοφιλελεύθερο καθεστώς του αχαλίνωτου χρηματιστικού καπιταλισμού. Αντιμέτωπες με την οργή του κόσμου οι κυβερνήσεις, μαζί και η ελληνική, προσπαθούν να εκτονώσουν τις κοινωνικές πιέσεις κάνοντας τα στραβά μάτια απέναντι στους περιβαλλοντικούς περιορισμούς. Καλλιεργείται δηλαδή η αντίληψη σύμφωνα με την οποία, εξαιτίας της «έκτακτης κατάστασης», η προστασία του περιβάλλοντος μπορεί να περιμένει. Όσα προηγήθηκαν βεβαιώνουν πόσο επικίνδυνη είναι μια τέτοια αντίληψη. Στο μεταξύ η άνοδος της τιμής των τροφίμων και των καυσίμων κάνει τις κοινωνικές διαστάσεις της κρίσης ακόμη πιο εκρηκτικές. Ποιος θα υποστεί τις συνέπειες; Θα αντιμετωπισθούν αυτά τα νέα βάρη με συμπίεση των κερδών ή με ακόμη μεγαλύτερη συμπίεση των μισθών και των λαϊκών εισοδημάτων; Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι οι ιδιωτικοποιήσεις και η εκποίηση δημόσιας περιουσίας, το γνωστό πρόγραμμα των 50 δις ευρώ, θα έχει βαρύτατες οικολογικές συνέπειες.  Τέλος δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι όλες οι νέες επενδύσεις που συζητούνται ή προτείνονται ως ελκυστικές δυνατότητες για το εγχώριο και το ξένο κεφάλαιο βρίσκονται στο χώρο των υποδομών, της ενέργειας, των λιμανιών, των υδάτων κλπ, σε χώρους δηλαδή δημόσιων αγαθών ή κρίσιμων για τη ζωή της κοινωνίας. Δεν αποκλείεται να δούμε, στο όνομα της «πράσινης ανάπτυξης», να διαμορφώνεται ένας νέος επιδοτούμενος και κρατικοδίαιτος καπιταλισμός, με κύριο αντικείμενο την κερδοσκοπική διαχείριση δημόσιων αγαθών και υποδομών.

 

Η κρίση λοιπόν αυτή επιβάλλει την ανάπτυξη τόσο της κοινωνικής όσο και της οικολογικής εγρήγορσης και δράσης, και μας υποχρεώνει να συνειδητοποιήσουμε με ακόμη πιο ουσιαστικό τρόπο ότι πολιτική οικολογία και Αριστερά στον 21ο αιώνα έχουν καταστεί δύο αξεχώριστες έννοιες. Το θέμα πλέον δεν είναι πώς να συνδέσουμε ή να ενώσουμε οικολογία και Αριστερά, αφού η Αριστερά της εποχής μας είτε θα είναι επί της ουσίας οικολογική είτε δεν θα είναι Αριστερά.     

This message is only visible to admins.
Problem displaying Facebook posts.
Click to show error
Error: An access token is required to request this resource. Type: OAuthException

Latest Twetter Feeds

YDragasakis @YDragasakis
RT @atsipras:Καλωσορίζουμε την επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας στο Ιόνιο. Και βεβαίως καλωσορίζουμε και εσάς κ. Μητσοτάκ… https://t.co/5E2qT6k6ZS
RT @atsipras:Και τελικά η «προδοτική Συμφωνία των Πρεσπών» έγινε τώρα τόσο επωφελής για τα συμφέροντα της χώρας, ώστε να απαιτεί… https://t.co/6DwOHNmM5v
RT @atsipras:Αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υποχωρούσε στις ασφυκτικές πιέσεις του κ. Μητσοτάκη και της ακροδεξιάς και δεν είχε την υπευθ… https://t.co/thn3L44H4N
RT @atsipras:Το μήνυμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι σαφές: Στηρίζουμε την επανεκκίνηση των διερευνητικών για υφαλοκρηπίδ… https://t.co/MluvmPIJ9F
RT @atsipras:Στην πρωτολογία μου παρέθεσα δηλώσεις με την αρνητική στάση κορυφαίων στελεχών της ΝΔ όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ εκδήλ… https://t.co/hMpEBjinfz

Επικοινωνία

Μέγαρο Βουλής
10021, Αθήνα

τηλ (+30) 210 – 370 7299
(+30) 210 – 370 7972

e-mail
ydragasakis@parliament.gr