«Η μάχη κατά της διαφθοράς είναι μάχη για τη Δημοκρατία»

Επιτρέψτε μου να καλωσορίσω τους συνεργάτες μας από τον Οργανισμό Συνεργασίας και Ανάπτυξης τον ΟΟΣΑ και να διατυπώσω αντί χαιρετισμού ορισμένες σκέψεις για το θέμα που συζητούμε, από μια πολιτική σκοπιά.

Συχνά αναφερόμαστε στις οικονομικές διαστάσεις της κρίσης, αναφερόμαστε στις κοινωνικές διαστάσεις της όμως υπάρχει και μια τρίτη διάσταση που δεν πρέπει να μας διαφεύγει της προσοχής μας και αυτή είναι ότι ζούμε και μια κρίση εμπιστοσύνης. Εμπιστοσύνη προς τη δυνατότητα του κράτους να αντιμετωπίζει τους πολίτες με ισονομία, εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς της δημοκρατίας και τα Κόμματα και το πολιτικό σύστημα να εκφράζουν τις ανάγκες της κοινωνίας και να στέκονται κοντά στους πολίτες, πρωτίστως στους πολίτες δεν έχουν φωνή, εμπιστοσύνη τελικά προς την ίδια την κοινωνία μας στο κατά πόσο δηλαδή μπορούμε ως κοινωνία να κάνουμε σχέδια και να τα υλοποιούμε.

Η διαφθορά είναι κρίσιμη, διότι επιτείνει το πρόβλημα της εμπιστοσύνης και γι’ αυτό το φαινόμενο αυτό πρέπει να το θεωρήσουμε εξ αρχής απαράδεκτο τόσο από ηθική, όσο και από πολιτική πλευρά.

Το φαινόμενο βεβαίως της διαφθοράς δεν είναι καινούργιο στη χώρα μας, αλλά δεν είναι και αποκλειστικά ελληνικό. Άλλωστε η διαφθορά και οι πρακτικές της, διεθνοποιούνται στην εποχή μας και δεν είναι μυστικό ότι οι μεγάλες υποθέσεις διαφθοράς που αντιμετωπίσαμε στην Ελλάδα, πολλές από αυτές είχαν διαπλοκή και ξένων εταιρειών, τόσο στις τηλεπικοινωνίες όσο και στη βιομηχανία φαρμάκων και αλλού.

Λαμβάνοντας υπόψη την τελευταία επισήμανση είναι πραγματικά εξωπραγματικές και ανιστόρητες, άρα και εκ του πονηρού ορισμένες αναφορές που εμφανίζουν το φαινόμενο της διαφθοράς ως περίπου ιδιοσυγκρασιακό γνώρισμα της ελληνικής κοινωνίας. Κάτι που έχει να κάνει με τη γονίδιο των Ελλήνων.

Αντίθετα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι παρά τα όσα με ευκολία όπως είπα λέγονται μερικές φορές η ελληνική κοινωνία που βεβαίως υποφέρει από το πρόβλημα της διαφθοράς, ταυτόχρονα η ίδια αυτή κοινωνία έχει επιδείξει και επιδεικνύει ισχυρές αντοχές.

Μετά, και παρά τα εννιά χρόνια ύφεσης και πολύχρονης λιτότητας η ελληνική κοινωνία διαπερνάται από μεγάλες μαζικές πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, αθόρυβες αλλά πολύ ουσιαστικές. Βλέπουμε επίσης την ίδια την ελληνική κοινωνία να αντιμετωπίζει τους πρόσφυγες και το προσφυγικό πρόβλημα εμπνεόμενη από τις αξίες του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης.

Θα ήταν όμως μεγάλο λάθος να θεωρήσουμε ότι πίσω από αυτές τις αντοχές δεν υπάρχουν προβλήματα τα οποία έχουν κλονίσει τη συνοχή της κοινωνίας. Και ακριβώς λόγω των προβλημάτων αυτών, που αντιμετωπίζουμε, η ανοχή όπως ήδη είπα σε φαινόμενα όπως η διαφθορά, μεγάλη ή μικρή, είναι για τη δική μας Κυβέρνηση κυριολεκτικά μηδενική. Και το έχουμε δείξει και θα συνεχίσουμε να το δείχνουμε έμπρακτα και όχι στα λόγια, προς πάσα κατεύθυνση οπότε και όπου χρειαστεί.

Ποιες είναι όμως οι αιτίες γι’ αυτή την πολύμορφη κρίση εμπιστοσύνης που ανέφερα νωρίτερα και ποια η σχέση της με τη διαφθορά; Μακρές θεωρητικές συζητήσεις σε όλο τον κόσμο, αλλά και εμπειρίες πολλών χωρών έχουν οδηγήσει σε ένα νομίζω κοινά αποδεκτό συμπέρασμα, ότι το υπόβαθρο της κρίσης εμπιστοσύνης βρίσκεται στη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, στην υποβάθμιση του δημοσίου συμφέροντος και των κοινών αγαθών, στην καταπάτηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και όλα αυτά σε συνδυασμό ταυτόχρονα με φαινόμενα όπως η ασυδοσία των συμφερόντων, η ατιμωρησία των υπευθύνων, η ασυλία των ισχυρών, σε ένα περιβάλλον γενικότερης απορρύθμισης και συχνά επιβράβευσης ακραίων ατομικιστικών συμπεριφορών. Φαινόμενα, που γιγαντώθηκαν στο ιδεολογικό θερμοκήπιο του νεοφιλελευθερισμού.

Η διαφθορά στις ποικίλες εκδοχές της είναι μια μορφή εκδήλωσης αυτών των παθογενειών. Και ακριβώς αυτές οι παθογένειες βρήκαν πεδίο ανάπτυξης στην Ελλάδα τις προηγούμενες δεκαετίες, όταν στο πλαίσιο ενός πολιτικού συστήματος που λειτουργούσε ως ένα δικομματικό καρτέλ, ήμασταν  μάρτυρες της σύμφυσης κράτους και οικονομικών συμφερόντων.

Η σύμφυση αυτή εκδηλώθηκε εκτός των άλλων μέσα και από το τρίγωνο της διαπλοκής που συγκροτούσαν οι σχέσεις των δύο μεγάλων τότε Κομμάτων, των Τραπεζών και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, αλλά και μέσα από τη διασπάθιση πολλές φορές των κοινοτικών πόρων. Όλη αυτή η επιζήμια δραστηριότητα εκινείτο ενάντια στο δημόσιο συμφέρον.

Υπό το πρίσμα αυτό η καταπολέμηση της διαφθοράς και η μάχη για την ανάκαμψη του δημοσίου συμφέροντος ούτως ώστε να έρθει στο κέντρο της πολιτικής, έχει μια κεντρική θα έλεγα θέση στην ατζέντα και στις προτεραιότητες της παρούσας Κυβέρνησης.

Αντιμετωπίζουμε το θέμα αυτό ως ένα ζήτημα βαθιά πολιτικό, που αφορά την ίδια τη δημοκρατία, την εμπέδωση του κράτους Δικαίου, την καταπολέμηση των ανισοτήτων και των αδικιών, αλλά και ως προϋπόθεση για να εμπεδωθεί το νέο κοινωνικό ήθος που σέβεται το συλλογικό συμφέρον ως ένα από τα βάθρα της μεταμνημονιακής Ελλάδας που πρέπει, θέλουμε και μπορούμε να δημιουργήσουμε όλοι μαζί.

Άλλοι πιο αρμόδιοι θα μιλήσουν στη συνέχεια για τα όσα σημαντικά έχουν επιτευχθεί ήδη στον τομέα αυτό, αλλά και τα ακόμη πιο σημαντικά που σχεδιάζονται και το επόμενο διάστημα με τη βοήθεια που προσφέρει και η τεχνική και επιστημονική συνεργασία με τον ΟΟΣΑ.

Προσωπικά θα ήθελα στο σημείο αυτό απλώς να ξεχωρίσω τρία διακριτά επίπεδα που έχει η στρατηγική μας σε σχέση με την καταπολέμηση της διαφθοράς, που το καθένα έχει τη δική του θα έλεγα ξεχωριστή και αυτόνομη σημασία.

Το πρώτο επίπεδο είναι το πιο άμεσο και είναι αυτό που αναφέρεται σε συγκεκριμένα συμπτώματα, συγκεκριμένες περιπτώσεις, εμβληματικές περιπτώσεις διαφθοράς. Το επίπεδο αυτό, είναι σημαντικό διότι μέσω των συγκεκριμένων παραδειγμάτων η κοινωνία πείθεται ότι η πολιτική εφαρμόζεται με συνέπεια και συνέχεια, χωρίς διακρίσεις αποσιωπήσεις ή συγκαλύψεις, κάτι που δυστυχώς αποτελούσε όχι μόνο εξαίρεση αλλά μερικές φορές και κανόνα στο παρελθόν.

Αυτό όμως δεν αρκεί. Όσα μεμονωμένα περιστατικά και αν εντοπιστούν, ακόμη κι αν το φαινόμενο πρόσκαιρα περιοριστεί, δεν θα εξαλειφθεί αν οι αιτίες που το δημιουργούν παραμένουν σε ισχύ.

Το δεύτερο επίπεδο πολιτικής παρέμβασης είναι αυτό της εξάλειψης συγκεκριμένων αιτιών καθώς και η διασφάλιση αποτελεσματικών συστημάτων ρύθμισης και ελέγχου σε περιοχές που λειτουργούν ως εστίες διαφθοράς.

Τα αντικείμενα που θα απασχολήσουν τη σημερινή ημερίδα, αλλά και άλλα που περιλαμβάνονται στο συνολικότερο πρόγραμμα της συνεργασίας με τον ΟΟΣΑ, ανήκουν κυρίως σε αυτή την κατηγορία παρεμβάσεων, σχεδιασμού και άσκησης δημόσιας πολιτικής σε τομείς όπως είπα όπου υπάρχουν παθογένειες και αιτίες που πρέπει να αντιμετωπίσουμε.

Καθώς όμως η διαφθορά είναι πρόβλημα κληρονομημένο όχι μόνο από το άμεσο αλλά και από το πιο μακρινό παρελθόν του συστήματος διακυβέρνησης στη χώρα μας, υπάρχει ο κίνδυνος οι όποιες δράσεις να παραμείνουν αποσπασματικές και αυτό συνέβη επίσης στο παρελθόν.  Οι όποιες δράσεις δηλαδή είχαν περιορισμένα αποτελέσματα λόγω της υποχώρησης Κυβερνήσεων σε ισχυρά συμφέροντα και κοινωνικές ομάδες ειδικών συμφερόντων, αλλά και γιατί οι εν λόγω δράσεις δεν εντάσσονταν πάντα σε ένα ευρύτερο στόχο, τον στόχο δηλαδή της αλλαγής του υποδείγματος διακυβέρνησης.

Αναδεικνύεται έτσι ένα τρίτο επίπεδο που αφορά στις πιο γενικές, πέρα των όποιων ειδικών, αιτίες του φαινομένου που όπως είπα δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για τα φαινόμενα της εκτεταμένης διαφθοράς. Εδώ αναφέρομαι στην ίδια τη λειτουργία του κράτους και της Διοίκησης, αναφέρομαι στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και αναφέρομαι στην λειτουργία της ίδιας της κοινωνίας.

Πρέπει αυτά τα τρία υποσυστήματα να αλλάξουν παράλληλα ούτως ώστε να δημιουργηθούν συνθήκες οι οποίες αποτρέπουν, περιορίζουν, τιμωρούν με την ηθική και νομική έννοια του όρου τα φαινόμενα αυτά.

Αναφέρομαι στην ανάγκη να περάσουμε από λογικές ανάθεσης εξατομικευμένων εξυπηρετήσεων, ρουσφετιού όπως λέγεται καμία φορά και πελατειακών σχέσεων σε μια κοινωνία δικαιωμάτων, όπου οι πολίτες έχουν δικαιώματα, τα απολαμβάνουν και τα διεκδικούν. Και άρα δεν χρειάζεται να ζητήσουν παρακαμπτήριους οδούς και ταυτόχρονα έχουμε μια πολιτική η οποία εξασφαλίζει καθολική πρόσβαση και ίσες ευκαιρίες σε όλους τους πολίτες για να προσεγγίσουν τα δικαιώματα αυτά.

Άρα επενδύουμε σε μια πολιτική που κατανοεί τη διαφθορά ως σύμπτωμα βαθύτερων κοινωνικών πολιτικών και πολιτισμικών παραγόντων και αιτιών και θέτει ως στόχο το ξερίζωμά τους. Με αυτή την έννοια βεβαίως μιλάμε για μια διαδικασία που πρέπει να είναι διαρκής.

Με τις σκέψεις αυτές εύχομαι πραγματικά παραγωγικές εργασίες στη σημερινή ημερίδα. Θα ήθελα να ευχαριστήσω από μέρους της Κυβέρνησης όλους και όλες εργάζονται αθόρυβα και συστηματικά, υπό δύσκολες πολλές φορές συνθήκες για την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος σε αυτό το κρίσιμο μέτωπο της καταπολέμησης της διαφθοράς.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω επίσης τον ΟΟΣΑ και τα στελέχη του για τη βοήθεια που μας προσφέρουν και είμαι βέβαιος ότι θα ανταποκριθεί όλο αυτό το έργο στις μεγάλες προσδοκίες που επενδύουμε σε αυτό.

*Ομιλία στην ημερίδα με θέμα «Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς – Πρόγραμμα τεχνικής βοήθειας από τον ΟΟΣΑ».