Ομιλία σε ημερίδα του ΤΕΕ για την κοινωνική ασφάλλιση_”Από την τριμερή στην τετραμερή χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης”

   ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΙΜΕΡΗ ΣΤΗΝ ΤΕΤΡΑΜΕΡΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ

                     ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

 

Για μια ακόμη φορά το ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης έρχεται στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης με τόνους δραματικούς, σ’ ένα κλίμα κινδυνολογίας αν όχι και πανικού, ως ένα έκτακτο ή συγκυριακό πρόβλημα, ενώ πρόκειται για ένα πρόβλημα χρόνιο, το κορυφαίο, μαζί με την ανεργία, διαρθρωτικό πρόβλημα της κοινωνίας μας. Ακόμη χειρότερα, το ασφαλιστικό προβάλλεται ως ένα πρόβλημα αυτόνομο και αυθύπαρκτο, ενώ βρίσκεται σε στενή αλληλεξάρτηση με το ζήτημα της απασχόλησης και των εργασιακών σχέσεων, καθώς και με εκείνο της διανομής και της αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου, με το μοντέλο ανάπτυξης γενικότερα.

 

Η πρωτοβουλία του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας να οργανώσει την ημερίδα αυτή, αλλά και το συγκεκριμένο πλαίσιο που έχει τεθεί από τους οργανωτές παρέχουν μια καλή ευκαιρία για ουσιαστική συζήτηση επί των υπαρκτών προβλημάτων.

 

Στην εισήγησή μου αυτή θα αναφερθώ αρχικά στη φύση του ασφαλιστικού μας προβλήματος και στο κόστος της αδράνειας και της ακολουθούμενης κατά τις τελευταίες δεκαετίες πολιτικής. Στη συνέχεια θα αναφερθώ, εντελώς συνοπτικά, στις επιπτώσεις της γενικότερης καπιταλιστικής κρίσης που ζούμε πάνω στην κοινωνική ασφάλιση και τέλος θα αναφερθώ στις προοπτικές του συστήματος, καταθέτοντας και ορισμένες σκέψεις και προτάσεις επ’ αυτού.

 

       Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΜΑΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ  

           ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

 

Σε ό,τι αφορά τη φύση του ασφαλιστικού μας προβλήματος, οι ως τώρα παρεμβάσεις που έγιναν κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες το αντιμετωπίζουν ως ένα πρόβλημα παροχών. Έτσι τα μέτρα που ελήφθησαν κατευθύνθηκαν κυρίως στη συμπίεση των παροχών και στη συρρίκνωση των δικαιωμάτων, ιδίως των νέων ασφαλισμένων, εισάγοντας έτσι επικίνδυνες ανισότητες και αντιθέσεις στο εσωτερικό του. Όμως οι παρεμβάσεις αυτές αποδείχτηκαν ατελέσφορες και το πρόβλημα της βιωσιμότητας του συστήματος δεν αντιμετωπίστηκε ακριβώς γιατί το ασφαλιστικό μας πρόβλημα είναι πρωτίστως ένα πρόβλημα εσόδων, καθώς και ανορθολογικής διαχείρισης και οργάνωσης.

 

Η πρώτη διάσταση του προβλήματος είναι ότι το ασφαλιστικό μας σύστημα είναι αθωράκιστο και απροετοίμαστο για να ανταποκριθεί στις μελλοντικές του ανάγκες. Το πρόβλημα αυτό έχει τις ρίζες του στις δεκαετίες του ’50, του ’60, του ’70 και του ’80 όταν οι εργαζόμενοι υπερτερούσαν κατά πολύ των συνταξιούχων. Τα αποθεματικά όμως των ταμείων εκείνης της ευνοϊκής περιόδου, εξανεμίστηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες του κράτους ή για την ενίσχυση των επιχειρηματικών κερδών και της κεφαλαιακής συσσώρευσης .

 

Όμως αν και το πρόβλημα αυτό είναι γνωστό, αν και αναγνωρίστηκε η ανάγκη να υπάρξει ένας ειδικός αποθεματικός πόρος, αυτό δεν έγινε.

 

Στο μεταξύ, σύμφωνα με μελέτες που έχουν γίνει, από το 2020 ή και ενωρίτερα λόγω δημογραφικών παραγόντων, ο αριθμός των ατόμων που θα βγουν στη σύνταξη θα παρουσιάσει απότομη αύξηση, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της απασχόλησης. Σύμφωνα μάλιστα με την εφημερίδα «Καθημερινή της Κυριακής» (22/11/09), η οποία αναφέρεται σε στοιχεία τέτοιων μελετών, από 20.000 που είναι κανονικά η ετήσια προσαύξηση των συνταξιούχων, για μια σειρά ετών από το 2019 και μετά, ο αριθμός αυτός θα υπερβαίνει τις 80.000 ετησίως.

 

Χωρίς, λοιπόν, την έγκαιρη δημιουργία αποθεματικού το σύστημα δε θα μπορέσει να ανταποκριθεί σ’ αυτή και σε άλλες μελλοντικές υποχρεώσεις του. Αν και είναι αυτονόητο, το αποθεματικό στο οποίο αναφερόμαστε εδώ δεν έχει καμιά σχέση με το λεγόμενο κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Είναι αποθεματικό για τη στήριξη της βιωσιμότητας του ισχύοντος διανεμητικού συστήματος.

 

Η δεύτερη διάσταση του προβλήματος συνίσταται στο ότι το σύστημα, όπως λειτουργεί, υφίσταται μια τεράστια αιμορραγία πόρων, γεγονός το οποίο αυξάνει διαρκώς την ανάγκη κρατικής επιχορήγησής του, υποσκάπτει τη βιωσιμότητά του και δημιουργεί βάρη για τις επόμενες γενιές. Έτσι εξηγείται το παράδοξο του ασφαλιστικού  μας συστήματος το οποίο χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από υψηλό κόστος και χαμηλές παροχές.

 

Η αιμορραγία του συστήματος έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις λόγω της μάστιγας της εισφοροδιαφυγής, της ανασφάλιστης εργασίας, της ανορθολογικής και συχνά σκανδαλώδους διαχείρισης της περιουσίας των ταμείων. Πρόσφατες εκτιμήσεις ειδικών επισημαίνουν ότι η απώλεια πόρων για το ασφαλιστικό σύστημα εξαιτίας της ανεργίας, των ελαστικών μορφών εργασίας, της εισφοροδιαφυγής και της ανασφάλιστης εργασίας, υπερβαίνει τα 16 δις ευρώ ετησίως, με τάση περαιτέρω αύξησης. Με τον τρόπο αυτό, συσσωρεύεται ένα τεράστιο αφανές λειτουργικό έλλειμμα το οποίο, κατά ένα μέρος, καλύπτεται με δημόσιους πόρους, δηλαδή φορολογικά έσοδα, και κατά το άλλο μετακυλύεται υπό διάφορες μορφές στις επόμενες γενιές.

 

Η κρατική επομένως επιχορήγηση προς τα ασφαλιστικά ταμεία είναι ουσιαστικά μια μορφή επιδότησης όχι της κοινωνικής ασφάλισης, αλλά ενός ουσιαστικά χρεοκοπημένου αναπτυξιακού μοντέλου που στηρίζει την ανταγωνιστικότητά του στην υποβάθμιση της εργασίας, στην εισφοροδιαφυγή και τη φοροκλοπή.

 

Καθίσταται έτσι προφανές ότι όσο οι γενεσιουργές αιτίες του ελλείμματος δεν αντιμετωπίζονται, οι προσαρμογές μέσω περικοπής παροχών ή συρρίκνωσης δικαιωμάτων δεν έχουν ούτε αποτέλεσμα ούτε όριο, αφού το πρόβλημα αναπαράγεται.

 

Το κόστος, λοιπόν, της αδράνειας και της ακολουθούμενης πολιτικής συμπυκνώνεται σ΄ ένα σύστημα αθωράκιστο και απροετοίμαστο για να αντιμετωπίσει τις μελλοντικές αλλά ορατές και βέβαιες ανάγκες και με ένα διευρυνόμενο έλλειμμα που καθηλώνει τις παροχές, απειλεί τη βιωσιμότητά του και επιβαρύνει τις μελλοντικές γενιές.

 

Από την κρίση του κεφαλαίου στην κρίση της απασχόλησης

                     και της κοινωνικής ασφάλισης

 

Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις της κρίσης, που είναι σε εξέλιξη, στην κοινωνική ασφάλιση, αυτές θα πρέπει να εντοπιστούν:

 

Πρώτον, στην απώλεια ή την υποτίμηση μέρους της περιουσίας των ταμείων.

 

Δεύτερον, ακόμη πιο σημαντικές όμως είναι οι επιπτώσεις από τη αύξηση της ανεργίας, την επέκταση των ελαστικών μορφών απασχόλησης, την αύξηση της εισφοροδιαφυγής και της ανασφάλιστης εργασίας. Με αυτούς και άλλους τρόπους, η κρίση του κεφαλαίου και των κερδών γίνεται κρίση της εργασίας και της απασχόλησης και αυτή ακριβώς η κρίση της απασχόλησης, σε συνδυασμό και με τους άλλους παράγοντες που προανέφερα, καθίσταται η μέγιστη απειλή για την κοινωνική ασφάλιση. Αυτό δείχνει ότι η κοινωνική ασφάλιση όχι μόνο δε μπορεί να ενοχοποιηθεί για την κρίση, αλλά είναι και το μεγάλο θύμα της.

 

Η κρίση όμως αυτή έχει και μια τρίτη συνέπεια, η οποία αναφέρεται στο πεδίο της ιδεολογίας και της πολιτικής. Αποδείχτηκε δηλαδή ότι το καπιταλιστικό σύστημα, ιδιαίτερα υπό τη νεοφιλελεύθερη μορφή του, έχει μέσα του τεράστιες δυνάμεις καταστροφής και αυτοκαταστροφής. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, οι ζημιές των τραπεζών παγκοσμίως ανέρχονται στα 3 – 4 τρις δολάρια, ενώ το συνολικό κόστος της κρίσης εκτιμάται στα 25 τρις δολάρια, μέχρι σήμερα. Κι ενώ πολλά λέγονται για την ανάγκη ελέγχων, νέων ρυθμίσεων και αλλαγών, στην πράξη τίποτα δεν έχει αλλάξει και γι’ αυτό δεν είναι λίγοι εκείνοι που ήδη προεξοφλούν νέες «φούσκες» και κρίσεις ενδεχομένως ακόμη πιο καταστροφικές.

 

Κάνουν εντύπωση, επομένως, προτάσεις που βλέπουν τις ημέρες αυτές το φως της δημοσιότητας, οι οποίες ουσιαστικά εισηγούνται την καταστροφή του συστήματος της κοινωνικής ασφάλισης και αντικατάστασής του με ατομικούς επενδυτικούς λογαριασμούς χωρίς όρια σύνταξης ή εγγυήσεις για τα γηρατειά.

 

Η προβολή τέτοιων προτάσεων ως δήθεν «λύσεων» στο πρόβλημα, ιδιαίτερα σήμερα μετά την, σε εξέλιξη ακόμη, χρηματοπιστωτική κρίση, συνιστούν κοινωνική πρόκληση και προσβολή της κοινής λογικής.

 

Το ασφαλιστικό σύστημα όντας ένας θεσμός προστασίας από κινδύνους, δε θα πρέπει να εκτίθεται το ίδιο σε μη διαχειρίσιμους καταστροφικούς κινδύνους, αλλά θα πρέπει να προστατεύεται απ’ αυτούς. Αυτό αφορά στα συστήματα διαχείρισης της περιουσίας των ταμείων, κυρίως όμως αφορά τον προσανατολισμό της πολιτικής που αντί να εκθέτει το σύστημα στις δυνάμεις της κερδοσκοπίας μέσω της ολικής ή της μερικής ιδιωτικοποίησής του, θα πρέπει να ενισχύει τον κοινωνικό και δημόσιο χαρακτήρα του συστήματος.           

 

Τέλος, θα πρέπει να υπάρξει σαφής αίσθηση των ορίων των λεγόμενων παραμετρικών λύσεων. Ορισμένοι, για παράδειγμα, θεωρούν την αύξηση του ορίου ηλικίας για τη συνταξιοδότηση ως αποφασιστικό παράγοντα για την αντιμετώπιση της κρίσης της κοινωνικής ασφάλισης. Όμως μελέτες που έχουν γίνει δείχνουν ότι αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης κατά ένα (1) έτος [από τα 65 στα 66] θα επιφέρει όφελος ισοδύναμο με την αύξηση της βιωσιμότητας του συστήματος μόλις κατά 3,5 μήνες. Αν το όριο ηλικίας αυξηθεί κατά δύο (2) έτη [από τα 65 στα 67] το όφελος θα είναι ισοδύναμο με επιπλέον 6,5 μήνες βιωσιμότητας για το σύστημα. Αν όμως περιοριστεί η εισφοροδιαφυγή κατά είκοσι (20) ποσοστιαίες μονάδες, τότε θα υπάρξει όφελος ισοδύναμο με επτά (7) χρόνια βιωσιμότητας για το σύστημα .

 

                                        ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

 

Κι έρχομαι τώρα στις προοπτικές.

Βεβαίως το ασφαλιστικό είναι ένα ζήτημα πολυπαραγοντικό και πολυπαραμετρικό. Όμως δεν έχουν όλοι οι παράγοντες την ίδια βαρύτητα.

 

Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, οι προοπτικές του ασφαλιστικού μας συστήματος εξαρτώνται κυρίως και πρωτίστως από τρεις παράγοντες:

 

α) τις προοπτικές της απασχόλησης  και των εργασιακών σχέσεων

 

β) τη δυνατότητα της εξασφάλισης αποθεματικών πόρων πέρα από την υφιστάμενη θεσμοθετημένη χρηματοδότηση και

 

γ) επίλυση προβλημάτων οργάνωσης, διαχείρισης, ελέγχου και εποπτείας.

 

Σε ό,τι αφορά στο θέμα της απασχόλησης, η δυναμική περαιτέρω αύξησης της ανεργίας είναι ισχυρή και οι προοπτικές με βάση τις σημερινές πολιτικές είναι, θα έλεγε κανείς, ζοφερές. Ορισμένοι υποστηρίζουν όμως ότι το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης που έχουμε ως κοινωνία, μπορεί να γίνει η χρυσή εφεδρεία για το ασφαλιστικό σύστημα, υπό την έννοια ότι υπάρχουν τα περιθώρια για σημαντική αύξηση της απασχόλησης. Για να αξιοποιηθεί όμως η εφεδρεία αυτή θα πρέπει να γίνουν τολμηρές αλλαγές πολιτικής σε ό,τι αφορά στο μοντέλο των εργασιακών σχέσεων και σε ό,τι αφορά στη στρατηγική ανάπτυξης που πρέπει να διαρθρωθεί με στόχο την πλήρη απασχόληση.

 

Σε ό,τι αφορά στο ζήτημα του αποθεματικού πόρου, το θέμα αυτό δεν αντέχει άλλη αναβολή.

 

Το ιστορικό του «αποθεματικού πόρου»

 

Δυο λόγια θα παρεμβάλω στο σημείο αυτό για την ιστορία του θέματος. Όπως ήδη ανέφερα, οι ρίζες του προβλήματος είναι βαθιές. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, πάντως, άρχισε να συνειδητοποιείται η ανάγκη διαμόρφωσης αποθεματικού μέσα από κάποιον αποθεματικό πόρο.

 

Αυτό όμως δεν έγινε. Με το λεγόμενο “νόμο Ρέππα”, που ψηφίστηκε το 2002, η επιχορήγηση του κράτους προς το ΙΚΑ ορίστηκε στο 1% του ΑΕΠ ετησίως, ανεξάρτητα από την εξέλιξη των αναγκών. Η τότε κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι, με τη ρύθμιση εκείνη, η βιωσιμότητα του συστήματος ήταν εξασφαλισμένη ως το 2032 και άρα δε χρειαζόταν κάποια πρόσθετη χρηματοδότηση.

 

Η ανεδαφικότητα των ισχυρισμών αυτών αποκαλύφτηκε πολύ σύντομα. Μελέτη του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, που ολοκληρώθηκε το 2005, έδειξε ότι, για να είναι πράγματι βιώσιμο το σύστημα ως το 2032, θα έπρεπε να έχει στη διάθεσή του άλλο ένα 1,5% του ΑΕΠ ετησίως ως αποθεματικό πόρο, κι αυτό μόνο για το ΙΚΑ στο οποίο αναφερόταν η σχετική μελέτη .

 

Η διαπίστωση αυτή όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε, αλλά επιβεβαιώθηκε και από την Ε.Ε., η οποία αναγνώρισε την ανάγκη σύστασης ειδικού αποθεματικού κεφαλαίου για τις μελλοντικές ανάγκες του συστήματος και με πρόταση της επιτροπής το 2007 κάλεσε την κυβέρνηση να προχωρήσει στη δημιουργία του .

 

Τούτο σημαίνει ότι το όριο του 1% επί του ΑΕΠ δεν επαρκεί. Άρα, πρέπει να επανέλθει το σύστημα της τριμερούς χρηματοδότησης, αλλά και να θεσπιστεί ένας πρόσθετος αποθεματικός πόρος.

 

Η σχετική ρύθμιση όμως που περιελήφθη από την προηγούμενη κυβέρνηση στο λεγόμενο “νόμο Πετραλιά” για τη σύσταση ενός Ασφαλιστικού Κεφαλαίου Αλληλεγγύης Γενεών (άρθρο 149), όπως το ονόμασαν, έμεινε στα χαρτιά. Η ρύθμιση εκείνη ούτε μπορεί ούτε και πρέπει να υλοποιηθεί με τη μορφή που θεσμοθετήθηκε, αφού δεν προβλέπει νέους πόρους, αλλά εξαρτά τη χρηματοδότηση του ταμείου αυτού από τις ιδιωτικοποιήσεις ή την ανακατανομή φορολογικών εσόδων που ήδη χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς.

 

Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, αναγνώρισε στο προεκλογικό του πρόγραμμα την ανάγκη για ένα σχετικό αποθεματικό πόρο, αλλά δεν έχει διευκρινίσει τις πηγές χρηματοδότησής του ή το χρόνο θεσμοθέτησής του. Φοβούμαι όμως η παράταση της εκκρεμότητας μόνο στη διόγκωση του προβλήματος συμβάλει.

 

Η Διεθνής συζήτηση

 

Είναι γεγονός ότι το θέμα αυτό είναι αντικείμενο συζήτησης και διεθνώς. Έχουν προταθεί διάφορες ιδέες που πρέπει να συζητηθούν, όπως η εκχώρηση από το κράτος στο σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης τμημάτων της περιουσίας του ή των δικαιωμάτων του, όπως έσοδα από αδειοδοτήσεις, μετοχές δημόσιων κερδοφόρων επιχειρήσεων, μέρος της δημόσιας ακίνητης περιουσίας κλπ.

 

Έχει προταθεί επίσης η ανάπτυξη από τα ασφαλιστικά ταμεία τραπεζών και άλλων μορφών επιχειρηματικής δραστηριότητας.

 

Ορισμένοι προτείνουν επίσης κάποιες μορφές νέων φόρων, όπως ο φόρος επί του τζίρου. Τέτοιοι φόροι όμως, εκτός των άλλων, επιρρίπτονται τελικά στον καταναλωτή. Γενικότερα η άντληση του αποθεματικού πόρου μέσω ενός άδικου φορολογικού συστήματος αναπαράγει ή και διευρύνει τις ανισότητες. Επίσης φέρνει τις ανάγκες της κοινωνικής ασφάλισης αντιμέτωπες με άλλες ανάγκες, όπως εκείνες της υγείας, παιδείας κλπ.

 

Ενδιαφέρον έχουν αναζητήσεις που στρέφονται σε μη φορολογικές μορφές εσόδων. Μεταξύ αυτών το πιο γνωστό είναι το λεγόμενο Meidner Plan, από το όνομα ενός Γερμανού οικονομολόγου, συμβούλου των σουηδικών Συνδικάτων. Σύμφωνα μ’ αυτό, ένα μέρος των ετήσιων κερδών των επιχειρήσεων – πάνω από ένα μέγεθος – κεφαλαιοποιείται, μετατρέπεται δηλαδή σε μετοχές, οι οποίες μετοχές παραχωρούνται στο ασφαλιστικό σύστημα. Με τον τρόπο αυτό, το κεφάλαιο μένει στις επιχειρήσεις, αλλά τα ταμεία έχουν το έσοδο από τα μερίσματα και ταυτόχρονα διαθέτουν ένα περιουσιακό στοιχείο .

 

Μια πιο απλουστευμένη μορφή αυτού του μοντέλου θα μπορούσε να ήταν η εξής: κάθε μετοχική επιχείρηση, δημόσια ή ιδιωτική, που ιδρύεται εκχωρεί ένα ποσοστό του μετοχικού της κεφαλαίου με τη μορφή μη εμπορεύσιμων τίτλων, π.χ. το 5%, στο ασφαλιστικό σύστημα. Οι τίτλοι αυτοί μένουν στην κατοχή των ταμείων, τα οποία τους αποθεματοποιούν, καθώς και τα έσοδα από τα μερίσματα. Ταυτόχρονα η ύπαρξη αυτού του αποθέματος στην κατοχή του ασφαλιστικού συστήματος, αυξάνει την καθαρή οικονομική θέση του ευρύτερου δημόσιου τομέα, βελτιώνει την πιστοληπτική του ικανότητα, γεγονός που συμβάλλει στη μείωση ή τη συγκράτηση των επιτοκίων δανεισμού σε χαμηλά επίπεδα. Πέραν δηλαδή των άμεσων ωφελειών υπάρχουν και έμμεσες θετικές παρενέργειες, γεγονός που, κατά τη γνώμη μου, προσδίδει σε μια τέτοια ρύθμιση ισχυρά πλεονεκτήματα σε σύγκριση με ρυθμίσεις που αναζητούν τη λύση του προβλήματος αποκλειστικά στην αύξηση της φορολογίας ακόμη κι αν αυτό γίνει με επιβολή δίκαιων φόρων.

 

Με την υιοθέτηση ενός τέτοιου μοντέλου ή κάποιας παραλλαγής του, η χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης από τριμερής (εργοδότες, εργαζόμενοι, κράτος) γίνεται τετραμερής. Τα ταμεία γίνονται “μέτοχοι” ενός (μικρού) μέρους του κοινωνικού πλούτου άμεσα και πρωτογενώς, πριν αυτός γίνει αντικείμενο διανομής ή αναδιανομής. Έτσι, η βιωσιμότητα και η χρηματοδότηση του συστήματος στηρίζεται σε μια πιο ευρεία, ευέλικτη, ισχυρή και αναπαραγόμενη οικονομική βάση.

 

Σύνοψη 

 

Το «ασφαλιστικό» λοιπόν δε βρίσκεται απλώς σε μια κρίσιμη καμπή. Έχει εισέλθει σε μια νέα ιστορική φάση. Δε μπορεί να επιλυθεί πλέον στη βάση υφιστάμενων διευθετήσεων με κινήσεις απλώς διορθωτικές. Αν επί δεκαετίες η κοινωνική ασφάλιση έγινε υπηρέτης της οικονομικής ανάπτυξης, της κεφαλαιακής συσσώρευσης και της επιχειρηματικής κερδοφορίας, τώρα έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που απ’ εδώ και πέρα η κεφαλαιακή συσσώρευση πρέπει να υπηρετήσει την κοινωνική ασφάλιση, διαφορετικά δε θα μπορεί ούτε αυτή να λειτουργήσει με την εκχώρηση ενός μέρους του παραγόμενου και του συσσωρευμένου κοινωνικού πλούτου υπέρ αυτής.

 

Αυτή είναι η ποιοτική αλλαγή που έχει συντελεστεί κι αυτή είναι που φέρνει το ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης στην καρδιά του σύγχρονου κοινωνικού μας προβλήματος. 

 

Συνοψίζω, λοιπόν, σε τίτλους τα βασικά κεφάλαια ενός σχεδίου άμεσης δράσης για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας της κοινωνικής ασφάλισης.

 

Μια πρώτη ομάδα δράσεων πρέπει να αφορά σε διαχειριστικές και άλλες αυτονόητες εκκρεμότητες του παρελθόντος, όπως:

 

1. Αποφασιστική καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής και της μαύρης εργασίας.

 

2. Νομιμοποίηση των μεταναστών στο πλαίσιο μιας νέας μεταναστευτικής πολιτικής και ένταξή τους στο ασφαλιστικό σύστημα.

 

3. Αναμόρφωση του συστήματος προμηθειών με στόχο την καταπολέμηση της διαφθοράς και της κερδοσκοπίας.

 

4. Διαμόρφωση ενός συστήματος αξιόπιστης, διαφανούς και ασφαλούς αξιοποίησης της περιουσίας των ταμείων.

 

5. Αναμόρφωση και αναδιοργάνωση των ταμείων με στόχο την αποτελεσματική και διαφανή λειτουργία τους, με τη θεσμοθετημένη συμμετοχή και τον έλεγχο των ασφαλισμένων.

 

Μια δεύτερη ομάδα δράσεων αφορά στην εργασία και την απασχόληση.

 

Το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης που υπάρχει στη χώρα μας μπορεί να αποδειχθεί μια χρυσή εφεδρεία για το ασφαλιστικό σύστημα. Αυτό προϋποθέτει:

 

• Κατάργηση όλων των νόμων που απορυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις ή αποδυναμώνουν τη συλλογική δράση και τη διαπραγματευτική θέση των εργαζομένων.

 

• Πολιτική σταθερής και πλήρους απασχόλησης, με πλήρη ασφαλιστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις.

 

• Εφαρμογή μιας στρατηγικής οικονομικής ανάκαμψης και εξόδου από την κρίση, με επίκεντρο την αύξηση της απασχόλησης. Η μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση των αποδοχών, η κάλυψη πραγματικών αναγκών σε τομείς του κοινωνικού κράτους, η χρηματοδότηση προγραμμάτων για διεύρυνση και αναβάθμιση των υποδομών, προστασίας του περιβάλλοντος, εξοικονόμησης ενέργειας, κλαδικών αναδιαρθρώσεων και ανάπτυξης νέων δραστηριοτήτων μπορούν και πρέπει να είναι μέρος ενός τέτοιου σχεδίου.

 

Τέλος, τρίτη δέσμη δράσεων αφορά στην εξασφάλιση του αναγκαίου αποθεματικού πόρου και στη διεύρυνση γενικότερα των πηγών χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης με την αποκατάσταση της τριμερούς χρηματοδότησης, με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων  του κράτους, αλλά και τη μετάβαση από την τριμερή χρηματοδότηση σ’ ένα σύστημα τετραμερούς χρηματοδότησης, με αύξηση της κρατικής επιχορήγησης, αλλά και με την εισαγωγή στο σύστημα και νέων μη φορολογικών εσόδων, με την άμεση και  πρωτογενή συμμετοχή του ασφαλιστικού συστήματος στον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο.    

This message is only visible to admins.
Problem displaying Facebook posts.
Click to show error
Error: An access token is required to request this resource. Type: OAuthException

Latest Twetter Feeds

YDragasakis @YDragasakis
Όλη η συνέντευξη στην @AvgiOnline της Κυριακής & τον δημοσιογράφο @AngTsek https://t.co/Y8IgNN0OOG
RT @AvgiOnline:«Πρέπει να κινηθούμε πιο δυναμικά το επόμενο διάστημα» https://t.co/1PMwzMU5Em
Συνέντευξη στην @AvgiOnline που κυκλοφορεί σήμερα https://t.co/bpXNd2gqHh
RT @atsipras:Η μετατροπή της επιστρεπτέας προκαταβολής σε μη επιστρεπτέα ενίσχυση και η γενναία ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους, εί… https://t.co/V2yqsD6x20

Επικοινωνία

Μέγαρο Βουλής
10021, Αθήνα

τηλ (+30) 210 – 370 7299
(+30) 210 – 370 7972

e-mail
ydragasakis@parliament.gr