Ομιλία στην εκδήλωση του ΣΥΝ Πρέβεζας_Δημοτικές εκλογές 2006_

Φίλες και φίλοι,

Απέχουμε μόλις ένα μήνα από τις Δημοτικές και Νομαρχιακές εκλογές, αλλά αν κανείς ανοίξει την τηλεόραση ή δει τι κυριαρχεί στην κεντρική πολιτική σκηνή, θα μείνει έκπληκτος από τη σχεδόν πλήρη αποσιώπηση του γεγονότος. Αλλά οι εκλογές αυτές δεν είναι απλά για να γίνει μια καταμέτρηση ψήφων και να εξαχθούν γενικά πολιτικά συμπεράσματα. Κι αυτό είναι σημαντικό. Σημαντικότερο όμως είναι να αναμετρηθούμε με τα προβλήματα που κάνουν τον πολύ κόσμο να ζει σε κατάσταση ασφυξίας, να δούμε το ρόλο της αυτοδιοίκησης και τι μπορούμε να πετύχουμε μέσα απ’ αυτήν και με ποιες αντιλήψεις και πολιτικές μπορούμε να πετύχουμε το καλύτερο, για τους πολίτες, αποτέλεσμα.

Την πολιτική του ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση τη γνωρίσαμε. Την πολιτική της Ν.Δ, τη ζούμε. Αν η χώρα μας έχει την πιο αδύναμη αυτοδιοίκηση σ΄όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, και σε ρόλους και σε πόρους, η πρώτη ευθύνη ανήκει στις δυνάμεις που άσκησαν ή ασκούν τη διακυβέρνηση της χώρας.

Έγιναν ορισμένα βήματα τα τελευταία χρόνια. Άλλα ήταν βήματα προς τα πίσω. Μπήκε και στην Αυτοδιοίκηση και εφαρμόζονται σε πολλούς Δήμους, λογικές ιδιωτικοποίησης και λογικές αγοράς, ενώ θα έπρεπε η Αυτοδιοίκηση να περιφρουρεί και να προστατεύει τα δημόσια και συλλογικά αγαθά. Άλλα ήταν βήματα προς τα μπροστά. Και αυτά όμως ήταν μικρά, αποσπασματικά, ανολοκλήρωτα, δεν άλλαξαν τη διαμορφωμένη ιστορικά υποβαθμισμένη θέση του θεσμού της αυτοδιοίκησης στη χώρα μας. Δόθηκαν αρμοδιότητες και ευθύνες σε δήμους, αλλά όχι και οι αναγκαίοι πόροι. Έγινε ο Καποδίστριας όπως έγινε, αλλά δε στηρίχθηκαν οι νέοι Δήμοι υλικοτεχνικά, θεσμικά και προγραμματικά. Έγινε η νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, αλλά ακόμη ψάχνουμε το ρόλο της. Παραμένει το μεγάλο έλλειμμα της περιφερειακής αυτοδιοίκησης.

Αυτή η κατάσταση μαζί και πολλά λειτουργικά προβλήματα της αυτοδιοίκησης δημιουργούν συγχύσεις ως προς το ρόλο και ως προς τα όρια της αυτοδιοίκησης. Κι επειδή, ερχόμενος εδώ, διάβασα τη Γ.Γ. του ΚΚΕ να εξαπολύει, από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, και πάλι, μύδρους κατά του Συνασπισμού, θα μου επιτρέψετε λίγα σχόλια.

Η τακτική του ΚΚΕ απέναντι στο θεσμό της αυτοδιοίκησης, αλλά και το Συνασπισμό, είναι μικροκομματική, μίζερη και κοντόφθαλμη.

• Αντί να κατηγορεί τις δυνάμεις και τις πολιτικές που περιορίζουν και υπονομεύουν το ρόλο της αυτοδιοίκησης και εμποδίζουν την ολοκλήρωσή του στο επίπεδο της περιφέρειας

• Αντί να κατηγορεί αντιλήψεις και πρόσωπα που μεταφέρουν στην αυτοδιοίκηση πολιτικές ιδιωτικοποίησης, λογικές συγκεντρωτικές και πρακτικές πελατειακές, κατηγορεί τον ίδιο το θεσμό της αυτοδιοίκησης ως αντιδραστικό και τους δήμους όλους συλλήβδην ως εστίες διαφθοράς

• Αντί να βλέπει και να αναδεικνύει και να παίρνει σαφή θέση απέναντι στις διαφορετικές αντιλήψεις και πολιτικές που συγκρούονται στο χώρο της αυτοδιοίκησης, καλλιεργεί την εικόνα ενός γκρίζου τοπίου όπου όλοι και όλα είναι τα ίδια χωρίς καμία διαφορά.

Συμβάλλει έτσι το ΚΚΕ, άθελά του πιστεύουμε, σε μια προσπάθεια ιδεολογικής και πολιτικής ισοπέδωσης και γενικευμένης απαξίωσης κάθε θεσμού, κάθε προσπάθειας.

Τέλος, αντί να συγκεντρώνει στην κριτική του στις δυνάμεις και τις αντιλήψεις που θέλουν την αυτοδιοίκησης πιστό αντίγραφο του κεντρικού δικομματικού πολιτικού σκηνικού, αντί να συμβάλλει και αυτό στη στήριξη κοινών υποψηφίων από όλες τις αριστερές δυνάμεις, πολεμά το Συνασπισμό επειδή επιδιώξει αυτήν ακριβώς την κοινή στήριξη και δράση. Και ενώ το ΚΚΕ αρνείται και υπονομεύει με όλα τα μέσα αυτήν την επιλογή, γίνεται και από πάνω τιμητής του Συνασπισμού, όπου και όταν, όπως εδώ στην Πρέβεζα, οι δυνάμεις του επιλέγουν τη στήριξη κοινών υποψηφίων με δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, με κριτήρια αυτοδιοικητικά και προγραμματικά. Από τη μια το ΚΚΕ αρνείται να συμπράξει με το Συνασπισμό και από την άλλη καταγγέλλει τη σύμπραξη του Συνασπισμού με άλλες δυνάμεις. Αν αυτό δεν είναι μικροκομματική πολιτική τότε τι είναι;

Στη δική μας αντίληψη αυτές οι λογικές είναι αδιέξοδες και για την αριστερά και για την αυτοδιοίκηση. Το μέλλον της αυτοδιοίκησης δεν βρίσκεται ούτε στον κομματικό εναγκαλισμό της ούτε στο να λειτουργεί ως αντίγραφο του κεντρικού κράτους, ούτε στο να αναπαράγει τις παθογένειες του κεντρικού δικομματικού σκηνικού.

Γι’ αυτό και ήμασταν , είμαστε και θα είμαστε σε σύγκρουση με εκφραστές αυτής της λογικής είτε βρίσκονται στη Ν.Δ. είτε στο ΠΑΣΟΚ είτε στο ΚΚΕ.

Το μέλλον της αυτοδιοίκησης βρίσκεται :

Πρώτον στην ολοκλήρωσή της στο περιφερειακό επίπεδο που είναι και η πιο κρίσιμη μονάδα για να αποκτήσει η αυτοδιοίκηση ουσιαστικό ρόλο στο στρατηγικό σχεδιασμό της περιφερειακής ανάπτυξης.

Δεύτερον στην ανάδειξη ιδίως της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης σε κύτταρο δημοκρατίας, φορέα ενεργοποίησης, συμμετοχής και ενότητας τον πολιτών, πεδίο εφαρμογής πρωτοπόρων θεσμών λαϊκής συμμετοχής, διαφάνειας, δημοκρατικού προγραμματισμού και νέων ιδεών, όχι με αντιγραφή, αλλά σε αντιπαράθεση με λογικές του κεντρικού και της κεντρικής πολιτικής σκηνής.

Τρίτο στη διεκδίκηση συνολικά από την αυτοδιοίκηση ενός ευρύτερου ρόλου στο σχεδιασμό και την υλοποίηση της ανάπτυξης, στην κατανομή των πόρων και στον επηρεασμό της κεντρικής πολιτικής.

Αντίπαλοι μας σε μια τέτοια προσπάθεια βρίσκονται αντιλήψεις που βλέπουν το δήμαρχο ως έναν κοινό εργολάβο και την αυτοδιοίκηση ως διεκπεραιωτή και προέκταση του κεντρικού κράτους. Αντίπαλός μας είναι ακόμη η ασκούμενη νεοφιλελεύθερη και συντηρητική ταυτόχρονα πολιτική καθώς και το ισχύον μοντέλο ανάπτυξης που στηρίζεται στον υπερδανεισμό του κράτους και των νοικοκυριών, στην εκποίηση κάθε δημόσιας περιουσίας, στην επιβολή περισσότερων αντιλαϊκών φόρων. Ένα μοντέλο που, αν και εδώ και δέκα χρόνια δίνει σχετικά σημαντική αύξηση του εθνικού εισοδήματος, οδηγεί σε τεράστια διεύρυνση των ανισοτήτων, κοινωνικών και περιφερειακών, σε προκλητική αύξηση και υπερσυγκέντρωση των κερδών και του πλούτου, σε μονιμοποίηση της ανεργίας και στην εμφάνιση νέων μορφών φτώχειας, περιθωριοποίησης και κοινωνικού αποκλεισμού.

Στα πλαίσια ενός τέτοιου μοντέλου, ο ρόλος της αυτοδιοίκησης είναι δύσκολος. Ωστόσο, η δημοτική αρχή, με επικεφαλής τον Μιλτιάδη Κλάπα, απέδειξε τα τέσσερα αυτά χρόνια πως έχει τη θέληση, την ακεραιότητα, αλλά και τις ικανότητες να αξιοποιεί και να διευρύνει τις όποιες δυνατότητες και να παράγει ένα έργο ζηλευτό που αξίζει να συνεχιστεί.