Συνέντευξη στην εφημερίδα “ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ” για τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης και την κρίση του χρέους

 

1. Η κυβέρνηση επιδιώκει με τα νέα οικονομικά μέτρα να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα και να περιοριστούν οι δαπάνες. Ποια είναι η εκτίμησή σας για τις συνέπειες των μέτρων;  

 

 

Τα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση, όπως αναγνώρισε και η Τράπεζα της Ελλάδας, οδηγούν σε έναν φαύλο κύκλο. Αυτό που θα συμβεί είναι ότι τόσο η περικοπή των μισθών όσο και αύξηση των έμμεσων φόρων, θα οδηγήσουν σε ύφεση, δηλαδή σε μείωση του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και χωρίς αύξηση του δημόσιου χρέους, ο λόγος χρέος προς ΑΕΠ θα επιδεινώνεται. Οδηγούμαστε λοιπόν στη λεγόμενη «παγίδα του χρέους».  Επίσης η πτώση των εισοδημάτων, η αύξηση της ανεργίας και η πίεση προς τις μικρές επιχειρήσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε μείωση εσόδων. Ο ορατός κίνδυνος λοιπόν είναι το έλλειμμα να μη μειωθεί όσο περιμένουν, το χρέος να συνεχίζει να αυξάνει, η παραγωγή να υποχωρεί και η ανεργία να αυξάνει. Δυστυχώς το σενάριο αυτό, με τα σημερινά δεδομένα, είναι το πιθανότερο.

 

 

2. Κάποιοι όμως μιλάνε για αναγκαίο «νοικοκύρεμα» του δημόσιου τομέα. Δε συμφωνείτε;

 

 

Φυσικά συμφωνώ. Αλλά το δράμα είναι ότι ακριβώς τα μέτρα που παίρνονται δε θίγουν τα κακώς κείμενα, αλλά τα πολλαπλασιάζουν.

 

 

Για παράδειγμα, στο σκέλος των εσόδων η λύση δεν είναι να αυξηθούν οι συντελεστές του ΦΠΑ, αλλά να διασφαλιστεί η είσπραξη του ΦΠΑ που αν και καταβάλλεται δε φτάνει ποτέ στα δημόσια ταμεία.

 

 

Στο σκέλος πάλι των δαπανών υπάρχου τεράστιες δυνατότητες όχι μόνο εξοικονόμησης πόρων, αλλά και βελτίωσης των παρεχόμενων υπηρεσιών μέσα από μια διαδικασία επαναξιολόγησης όλων των δαπανών που γίνονται και του κοινωνικού αποτελέσματός τους. Όλος ο προϋπολογισμός πρέπει να επανασχεδιαστεί από μηδενική βάση. Η κάθε δαπάνη πρέπει να αιτιολογείται στη βάση συγκεκριμένου κοινωνικού αποτελέσματος.

 

 

3. Ακόμη και στελέχη του ΠΑΣΟΚ αμφισβήτησαν την κατεύθυνση των μέτρων σχολιάζοντας ότι κινούνται εκτός σοσιαλιστικής λογικής. Ωστόσο, παρότι τα χαρακτηρίζουν επώδυνα , λένε ότι είναι μονόδρομος. Ρεαλιστική – αριστερή έξοδος από την κρίση μπορεί να υπάρξει;

 

 

Τα περί μονόδρομου δεν τα σχολιάζω γιατί αυτές οι λογικές μας έφεραν ως εδώ.

 

 

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έκανε μια συνειδητή δομική ιδεολογική και πολιτική μετατόπιση. Αν, όπως λέει, δεχόταν πιέσεις, έπρεπε να καταθέσει τη λαϊκή εντολή και να ζητήσει εκ νέου την ψήφο του λαού με διαφορετικό ενδεχομένως πρόγραμμα.

 

 

Η κυβέρνηση όμως, κάνοντας την εξουσία αυτοσκοπό, υιοθέτησε τη νεοφιλελεύθερη συνταγή, αφού και η ίδια συνέβαλε στη δραματοποίηση των υπαρκτών προβλημάτων και στη στοχοποίηση της Ελλάδας από τους «ιέρακες» του ευρωγερμανικού συντηρητισμού.

 

 

Τι έπρεπε και τι μπορούσε να γίνει;

 

 

Το δημόσιο χρέος όντως είναι και ήταν μεγάλο. Όμως ήταν διαχειρίσιμο. Το 2009 οι τόκοι, ως ποσοστό του ΑΕΠ, ήταν στα πιο χαμηλά επίπεδα σε σχέση με την προηγούμενη εικοσαετία. Υπήρχαν κίνδυνοι όντως αλλά αυτοί ήταν μεσο – μακροχρόνιου χαρακτήρα και οφείλονταν στο ότι η ανάπτυξη μέσω δανεισμού δε μπορούσε να συνεχιστεί.

 

 

Εκείνο λοιπόν που χρειαζόταν και μπορούσε να γίνει ήταν η κατάρτιση ενός μεσομακροχρόνιου προγράμματος οικονομικής και διοικητικής ανασυγκρότησης και αύξησης απασχόλησης, συνδυασμένο με μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, ώστε το έλλειμμα να τεθεί υπό έλεγχο στα επίπεδα του 5% – 6%, πράγμα που κι αυτό ήταν εφικτό ακόμη και υπό συνθήκες ήπιας ύφεσης.

 

 

4. Για την αντιμετώπιση της κρίσης ο πρωθυπουργός ζητά κοινωνική συναίνεση. Αρκετοί λένε ότι η κρισιμότητα των καιρών απαιτεί “εθνική ομοψυχία” και κατακρίνουν τις κοινωνικές αντιδράσεις. Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ και γενικότερα η αριστερά πρωτοστατούν στις κινητοποιήσεις…  

 

 

Εθνική συναίνεση για την απραξία, τον κατήφορο, τις άδικες και άνισες πολιτικές  δε μπορεί να υπάρξει. Άλλωστε ο λαός εξέλεξε αυτή την κυβέρνηση με πολύ μεγάλα ποσοστά. Αν ήθελε να λύσει προβλήματα και να εφαρμόσει προοδευτικές πολιτικές μπορούσε να το κάνει και αυτό αυτόματα και αυθόρμητα θα εξασφάλιζε τη στήριξη του κόσμου της Αριστεράς. Δυστυχώς επέλεξε τη στήριξη του ΛΑΟΣ και την ανοχή της ΝΔ για να συντηρήσει ένα σύστημα δομών, συμφερόντων και νοοτροπιών που ευθύνεται για το σημερινό κατάντημα που ζούμε.

 

 

Από την άλλη πλευρά βεβαίως οι κινητοποιήσεις δεν είναι αυτοσκοπός. Οι κινητοποιήσεις ενάντια στα μέτρα που ελήφθησαν είναι πράξη κοινωνικής ευθύνης αφού είναι θυσίες χωρίς ελπίδα και οδηγούν, όπως αναγνωρίζουν οι πάντες, σ’ ένα φαύλο κύκλο χωρίς διέξοδο.

 

 

5. Όλο και περισσότερο συζητείται η προσφυγή της Ελλάδας στο Δ.Ν.Τ. Η εμπειρία άλλων χωρών από το Δ.Ν.Τ. είναι πικρή. Τι βλέπετε σε μια τέτοια περίπτωση για την Ελλάδα; 

 

 

Η προσφυγή στο ΔΝΤ έπρεπε εξ αρχής να αποκλειστεί ακόμη και ως δυνατότητα. Ήταν μεγάλο λάθος της κυβέρνησης και αποπροσανατολισμός.

 

 

Πρώτον διότι όπου εφαρμόστηκαν οι συνταγές του τα αποτελέσματα ήταν δραματικά. 

 

 

Δεύτερο όμως και σημαντικότερο, διότι η Ελλάδα δε συμμετέχει απλώς στην Ε.Ε. Συμμετέχει στην ευρωζώνη. Δηλαδή έχουμε εκχωρήσει στην Ε.Ε. και τους θεσμούς της το νόμισμά μας, τη συναλλαγματική μας πολιτική, τη νομισματική μας πολιτική και τα όποια συναλλαγματικά αποθέματα διαθέταμε. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν όταν αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα δανεισμού ύστατης ανάγκης, πρόβλημα που όλες οι χώρες μπορεί να αντιμετωπίσουν κάποια στιγμή, να μην έχουμε την αναγκαία στήριξη από την Ε.Ε., αλλά να την αναζητήσουμε από άλλους θεσμούς. 

 

 

6. Μεγάλη συζήτηση γίνεται για τη σκληρή στάση των ευρωπαίων εταίρων απέναντι στην Ελλάδα. Η Ε.Ε. για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνει την άνιση μεταχείριση μεταξύ των μελών της και το νεοφιλελεύθερο πρόσωπό της. Μια Ε.Ε. πολλών ταχυτήτων σε τι μας εξυπηρετεί;

 

 

Ηγέτης αυτής της σκληρής στάσης είναι σήμερα η Γερμανία. Η Γερμανία της Μέρκελ είναι, από ορισμένες απόψεις, ό,τι ήταν η Βρετανία της Θάτσερ πριν λίγα χρόνια.

 

 

Αυτή η γερμανική στάση εξηγείται από το γεγονός ότι το γερμανικό κεφάλαιο, αλλά όχι και οι Γερμανοί εργαζόμενοι είναι ο μεγάλος ωφελημένος από τη σημερινή κατάσταση. Είναι η χώρα με τα μεγαλύτερα εμπορικά πλεονάσματα, αφού εξάγει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

 

Γι αυτό η Γερμανία ενδιαφέρεται για τη συντήρηση της σημερινής κατάστασης, την περαιτέρω αυστηροποίησή της και πιέζει για μια βαθύτερη «γερμανοποίηση» της πολιτικής και των θεσμών της Ε.Ε..

 

 

Η Γερμανία θέλει να εξάγει το δικό της μοντέλο παντού και κατανοεί την Ε.Ε. ως μια μεγάλη Γερμανία. Αυτές οι τάσεις έχουν οδηγήσει ήδη σε έναν οικονομικό δυϊσμό και σε μια πόλωση ανάμεσα στις πλεονασματικές και τις ελλειμματικές χώρες που ίσως απειλήσει τη συνοχή ακόμη και την ενότητα της Ε.Ε., όπως ακόμη και η υπουργός οικονομικών της Γαλλίας υπαινίχτηκε πρόσφατα. 

 

 

Οι τάσεις αυτές είναι επικίνδυνες. Όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για όλες τις χώρες του Νότου και πολλές της Ανατολής.

 

 

Σημαίνουν αυτές οι διαπιστώσεις ότι πρέπει να αποχωρήσουμε από τη το ευρώ; Αντιθέτως. Τα παραπάνω δείχνουν ότι υπάρχουν δυνατότητες συντονισμού, κοινής δράσης και κοινών προοπτικών που πρέπει να αξιοποιήσουμε. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο, παρά τα προβλήματα και τους περιορισμούς που θέτει, μας παρέχει και τη δυνατότητα ακόμη και στα πιο ακραία αρνητικά σενάρια να μην είμαστε μόνοι, αλλά να ενεργήσουμε από κοινού με άλλους λαούς. Αυτό όμως δε θα έρθει από μόνο του αν δε το επιδιώξουμε και από τα κάτω και από τα πάνω.