«Το διπλό καθήκον της Αριστεράς»

Ομιλία σε εκδήλωση του Ινστιτούτου ΕΝΑ για την παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Ελευθερίου, Κρίση, κομματικό σύστημα, Αριστερά. Κριτικά σημειώματα (εκδόσεις ΕΝΑ 2024).

Ο Κώστας Ελευθερίου ανήκει σε μια νέα γενιά επιστημόνων που, έχοντας συνείδηση του κοινωνικού ρόλου της επιστήμης και όσων την υπηρετούν, δεν περιορίζονται στα στενά ακαδημαϊκά τους καθήκοντα αλλά συμμετέχουν στα δρώμενα, συμβάλλουν ενεργά στη μελέτη και στην ανάλυση της πολιτικής συγκυρίας από αριστερή και πάντα τεκμηριωμένη σκοπιά. Με τη συνολικότερη δράση του, με τις έρευνες που συντονίζει και υλοποιεί, ως υπεύθυνος του Κύκλου Πολιτικής Ανάλυσης του ΕΝΑ, ο Κώστας Ελευθερίου συμβάλλει αποφασιστικά στο συλλογικό έργο του Ινστιτούτου.

Το συγκεκριμένο βιβλίο του Κώστα Ελευθερίου μας βοηθά να κατανοήσουμε την κρίση του κομματικού φαινομένου και να συζητήσουμε για τις προοπτικές της Αριστεράς σε μια περίοδο που και τα δυο αυτά θέματα είναι στο κέντρο της επικαιρότητας. Μας βοηθά με θεωρητικά εργαλεία της πολιτικής επιστήμης να κατανοούμε τις τάσεις που διαμορφώνονται αλλά και με συγκεκριμένες αναλύσεις προτείνει ιδέες και λύσεις. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα βιβλίο εξαιρετικά επίκαιρο και χρήσιμο.

Το μοντέλο του κυρίαρχου κόμματος

Μια από τις διαπιστώσεις που έκανε ο Ελευθερίου αμέσως μετά τις εθνικές εκλογές του 2023, ήταν ότι η διάταξη των πολιτικών δυνάμεων που προέκυψε, συνιστά ένα ιδιαίτερο καθεστώς, το μοντέλο του κυρίαρχου κόμματος όπως το αποκαλούν οι πολιτικοί επιστήμονες. Το μοντέλο αυτό επιτρέπει στο κυρίαρχο κόμμα, στην προκειμένη περίπτωση στη ΝΔ, να κυβερνά ουσιαστικά ανεξέλεγκτα, καθώς απέναντί του υπάρχει μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση. Είναι, λοιπόν, ένα μοντέλο που όχι μόνο εξασφαλίζει την κυριαρχία της ΝΔ, αλλά και δεν προσφέρει αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις διακυβέρνησης, γεγονός που με τη σειρά του πλήττει τη δημοκρατία και επιτείνει την κρίση εκπροσώπησης.

Σε μια συζήτηση που οργάνωσε το Ινστιτούτο ΕΝΑ αμέσως μετά τις εθνικές εκλογές του Ιουνίου του 2023, ο Ελευθερίου αναφέρθηκε στο μοντέλο αυτό και στους κινδύνους που εγκυμονεί. Ο πρώτος κίνδυνος, είχε επισημάνει, είναι η «ιταλοποίηση» της πολιτικής ζωής. Η δημιουργία δηλαδή μιας συμμαχίας Δεξιάς και Ακροδεξιάς. Μια τέτοια εξέλιξη εφόσον συμβεί θα αναπαράγει το μοντέλο του κυρίαρχου κόμματος με τον άξονα της πολιτικής να μετατοπίζεται ακόμη πιο δεξιά. Ο δεύτερος κίνδυνος είναι αυτός που ο Ελευθερίου ονόμασε «μακρονοποίηση». Στο σενάριο αυτό η άκρα Δεξιά αυτονομείται πλήρως από τη ΝΔ, ενοποιείται υπό κάποιον κοινά αποδεκτό ηγέτη, κατακτά τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και από τη θέση αυτή διεκδικεί την κυβέρνηση όπως έκανε στη Γαλλία η Λεπέν. Στην περίπτωση αυτή η Δεξιά εμφανίζεται ως το πολιτικό «κέντρο» και διεκδικεί την ευρύτερη στήριξη για να μην έρθει η άκρα Δεξιά στην εξουσία. Γνωρίζουμε βέβαια ότι αυτή η τακτική δεν εμπόδισε τη γαλλική Ακροδεξιά να προσεγγίσει την κυβερνητική εξουσία, αλλά αυτό δεν εμποδίζει την επανάληψη του σεναρίου.

Προφανώς δεν πρόκειται για προβλέψεις αλλά για υποθέσεις εργασίας που μας βοηθούν να σκεφτούμε για τη στρατηγική της Αριστεράς.

Η διατήρηση του μοντέλου του κυρίαρχου κόμματος δεν οφείλεται στην πραγματική ηγεμονία της ΝΔ ούτε στην ευρεία νομιμοποίηση της πολιτικής της ΝΔ. Οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην καχεξία της αντιπολίτευσης και στην αποτυχία της στρατηγική της αυτοδυναμίας που ακολουθούν ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ, που υπό τα σημερινά αριθμητικά δεδομένα είναι μια καρικατούρα στρατηγικής και ένα άλλοθι  των ηγεσιών.

Μετά τις ευρωεκλογές έχει αναδειχθεί και ένα τρίτο σενάριο, εκείνο των πρόωρων εκλογών που όμως δεν αλλάζει ριζικά τα δεδομένα. Το θέμα είναι, όποτε και αν γίνουν εκλογές, ο κ. Μητσοτάκης να μην έχει απέναντι του κάποια εκδοχή του «κανένα», αλλά μια αξιόπιστη αριστερή προοδευτική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Διπλό καθήκον

Οι αριστερές δυνάμεις δεν μπορούν να αγνοήσουν την αναγκαιότητα για τη συγκρότηση μιας αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης προοδευτικής διακυβέρνησης. Ούτε μπορούν να αγνοήσουν το λαϊκό αίτημα που διαμορφώνεται να φύγει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους πως αν η αμφισβήτηση δεν γίνει από την Αριστερά, μπορεί να γίνει από την άκρα Δεξιά. Από την άλλη πλευρά, για να παίξει η Αριστερά πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως έκανε μετά το 2012 με τον ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει να δυναμώσει η ίδια μέσα από την ανασυγκρότηση και την ανασύνθεσή της. Ο συνδυασμός των δυο καθηκόντων δεν είναι εύκολος, αλλά είναι αναγκαίος και υπό προϋποθέσεις μπορεί να επιτευχθεί, όπως δείχνουν τα παραδείγματα του παρελθόντος.

Μιας και είχα άμεση συμμετοχή τόσο στη δημιουργία του Συνασπισμού όσο και στη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ, θα ήθελα να επισημάνω ορισμένες από τις προϋποθέσεις αυτές.

Πρώτον, η συζήτηση περί συνεργασίας ή ενότητας πρέπει να στραφεί στο σκοπό που το νέο υποκείμενο, είτε είναι νέο κόμμα είτε συμμαχικό σχήμα, θέλει να υπηρετήσει, τους στόχους που θέλει να επιτύχει, τα προβλήματα που θέλει κατά προτεραιότητα να αντιμετωπίσει, τις λύσεις και τις προτάσεις που θέλει να υλοποιήσει, και βέβαια τις κοινωνικές δυνάμεις που θέλει να εκπροσωπήσει.

Δεύτερον, υπάρχει ένα θέμα μεθοδολογίας και πολιτικής κουλτούρας που παίζει σημαντικό ρόλο. Ο ΣΥΡΙΖΑ για παράδειγμα, δημιουργήθηκε και μεγαλούργησε καλλιεργώντας την ενότητα μέσα στη διαφορετικότητα καθώς και τον σεβασμό στη διαφορετική άποψη. Και αυτό ήταν μια καινοτομία στο πλαίσιο των παραδόσεων της ελληνικής Αριστεράς. Μια τέτοια κουλτούρα είναι αναγκαία και σήμερα. Το θέμα δεν είναι να δείχνεις την πόρτα σε όποιον έχει διαφορετική άποψη, αλλά να αξιοποιείς τη διαφορετικότητα ως μέρος της πραγματικότητας την οποία θέλεις να εκπροσωπήσεις και να τη μετατρέπεις σε προωθητική δύναμη.

Τρίτον, τα κόμματα έχουν κρίσιμο ρόλο να επιτελέσουν αλλά βλέπουμε ότι η κρίση του κομματικού φαινομένου δεν υποχωρεί. Τα κόμματα όλο διευρύνονται και όλο κλείνονται στον εαυτό τους, λειτουργούν ως κλειστοί αδρανείς αρχηγοκεντρικοί οργανισμοί. Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο αλλά επιτείνεται. Χρειάζεται λοιπόν να σκεφτούμε ένα διπλό ανακαταμερισμό έργου, ανάμεσα στις ηγεσίες και τα κόμματα και ανάμεσα στα κόμματα και την κοινωνία. Τα κόμματα έχουν στεγνώσει, πρακτικά έχουν αδρανοποιηθεί, η ιδιότητα του μέλους δεν λέει σχεδόν τίποτα. Τα κόμματα σαν να έχουν απορροφηθεί από τους αρχηγούς τους. Όμως πολλά από όσα θέλουν να κάνουν οι αρχηγοί με περίκλειστες ομάδες εκλεκτών που οι ίδιοι επιλέγουν, μπορούν να γίνουν με τη αξιοποίηση της διάχυτης γνώσης που υπάρχει μέσα στα κόμματα και στη κοινωνία. Πρέπει λοιπόν να γίνει κάτι σαν «αποσυσκευασία» ή «αποσυναρμολόγηση», να δούμε ποιες από τις λειτουργίες που επιτελεί το κόμμα είναι όντως αποκλειστικά δική του ευθύνη και ποιες μπορούν να γίνονται από άλλα υποκείμενα που με όρους αυτονομίας, μπορούν να αξιοποιούν καλύτερα τη διάχυτη γνώση, διαθεσιμότητες των πολιτών, την ενέργεια της κοινωνίας.

Τέταρτον, το πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς πρέπει συνεπώς να το κατανοήσουμε όχι ως ένα περίκλειστο κόμμα αλλά ως ένα αστερισμό ποικίλων  υποκειμένων, από κινήματα, κοινωνικές οργανώσεις, πρωτοβουλίες πολιτών, ινστιτούτα, παρατηρητήρια, κλπ, που δρώντας με όρους αυτονομίας μέσα στη κοινωνία, υπηρετούν το πολιτικό σχέδιο της Αριστεράς το καθένα με το δικό του τρόπο. Βεβαίως το πολιτικό υποκείμενο-αστερισμός προϋποθέτει ένα κόμμα που ακούει, λειτουργεί συλλογικά δεν φοβάται τη λογοδοσία, και αναπτύσσει την εσωκομματική δημοκρατία.

Το κόμμα-αστερισμός καθιστά αναγκαία επίσης την ανάπτυξη μιας λειτουργίας διασυνδεσιμότητας (connectivity). Όχι με τη λογική του ιμάντα που συνδέει διαφορετικά σημεία μεταφέροντας παθητικά την κομματική γραμμή, αλλά με την έννοια μιας επιτελικής λειτουργίας που συνθέτει επιμέρους δράσεις και αγώνες, κτίζει συμμαχίες, επιλύει διαφορές, και εντάσσει το μερικό στο συνολικό σχέδιο.

Πέμπτον, η Αριστερά της εποχής μας χρειάζεται να επιδείξει τόλμη και ευρηματικότητα. Όπως το έθεσε πρόσφατα ο Έντσο Τραβέρσο, «η Αριστερά του 21ου αιώνα είναι πια υποχρεωμένη να επινοήσει εξαρχής τον εαυτό της». Η Αριστερά πρέπει διαρκώς να καινοτομεί, να δημιουργεί νέα γνώση και θετικά παραδείγματα. Η ευρηματικότητα και οι καινοτομίες δεν υπάρχουν μόνο στην τεχνολογία, υπάρχουν στην κοινωνία, το πολιτισμό, την πολιτική σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Η περίοδος της Εθνικής Αντίστασης ήταν ένα θερμοκήπιο καινοτομιών με κορυφαία τη δημιουργία του ίδιου του ΕΑΜ. Αλλά κάθε εποχή έχει άλλες ανάγκες και άλλες δυνατότητες. Για να έρθω στα πιο σύγχρονα, η δημιουργία του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου το 1989 ήταν μια πολιτική καινοτομία. Δυο κόμματα που τα χώριζε βαθύ μίσος, μπόρεσαν υπό την πίεση της κοινωνίας, με τη βοήθεια ενός κοινού πορίσματος, να δημιουργήσουν ένα νέο κοινό φορέα, χωρίς να καταργείται η αυτονομία των κομμάτων που τον αποτελούσαν.

Η δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια ακόμη πιο σημαντική πολιτική καινοτομία, με την έννοια ότι ενώ η δημιουργία του Συνασπισμού ήταν σε μεγάλο βαθμό μια κίνηση από τα πάνω, στη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο πρωτοβουλίες και κινήσεις πολιτών «από τα κάτω», οι χώροι διαλόγου και κοινής δράσης της Αριστεράς.

Η δημιουργία των κοινωνικών ιατρείων, για να αναφέρω ένα διαφορετικό  παράδειγμα,   και άλλων δομών αλληλεγγύης,  στα χρόνια της μεγάλης φτωχοποίησης του ελληνικού λαού, είναι επίσης ένα εξαιρετικό παράδειγμα λαϊκής ευρηματικότητας και αυτενέργειας.

Σήμερα χρειαζόμαστε νέες πρωτοβουλίες, νέα θετικά παραδείγματα αυτενέργειας και ευρηματικότητας και προσωπικά είμαι βέβαιος πως θα υπάρξουν.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για να ανταποκριθεί η Αριστερά στα πολλαπλά καθήκοντα, έχει ανάγκη από νέους πόρους, άυλους και υλικούς. Για να τους εξασφαλίσει πρέπει να απευθυνθεί στην κοινωνία και όχι στα συμφέροντα. Από την κοινωνία,  τη σχέση με τα  κινήματα, και τη νέα γενιά θα αντλήσει τους αναγκαίους πόρους, τη χαμένη της ζωντάνια, τη ζωογόνα έμπνευση.

 

Η ομιλία σε βίντεο:

 

Latest Twetter Feeds

YDragasakis @YDragasakis

Could not authenticate you.

Επικοινωνία

Μητροπόλεως 1
10557, Αθήνα

e-mail
ydragasakis@parliament.gr