Άρθρο στην εφημερίδα “ΗΜΕΡΗΣΙΑ”_Η αντιμετώπιση της ανεργίας απαιτεί μια νέα “μικτή οικονομία”_

Με αφορμή τις πρόσφατες χρεοκοπίες επιχειρήσεων, ο υπουργός οικονομίας κ. Χριστοδουλάκης υποστήριξε ότι στην ελληνική οικονομία δεν υπάρχει ύφεση, και ότι αν υπήρχε ύφεση οι χρεοκοπίες και οι απολύσεις θα ήταν πολύ περισσότερες.

                   Η άποψη αυτή είναι ορθή. Αν όμως η κυβερνητική πολιτική αποδείχνεται ανίκανη να τιθασεύσει την ήδη υψηλή ανεργία σε μια φάση οικονομικής μεγέθυνσης, τι θα συμβεί όταν η ελληνική οικονομία βρεθεί σε μια φάση ύφεσης σαν αυτή που γνωρίζει π.χ. η Γερμανία ή και χειρότερη;

                   Αυτό, ίσως, είχε κατά νου ο πρόεδρος του ΣΕΒ όταν μίλησε για μια προοπτική έκρηξης της ανεργίας. Όμως, η άποψη του ΣΕΒ, ότι για να αποτραπεί μια τέτοια προοπτική, πρέπει να εφαρμοστεί «περισσότερος νεοφιλελευθερισμός» δείχνει ότι ο ΣΕΒ εκμεταλλεύεται το πρόβλημα της ανεργίας για να πιέσει υπέρ των απόψεών του.

                   Διότι, η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, η επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων σε τομείς δημόσιων αγαθών, και η υιοθέτηση ενός πιο αμιγούς νεοφιλελευθερισμού, όπως ζητά ο ΣΕΒ, απειλούν με αύξηση της ανεργίας. Ο κίνδυνος αυτός είναι πιο ισχυρός σε χώρες που, όπως η δική μας, για ιστορικούς και άλλους λόγους, έχει σχετικώς μεγάλα αποθέματα αγροτικών πληθυσμών, αναμένεται αύξηση της συμμετοχής γυναικών στην αγορά εργασίας και διαρκής εισροή οικονομικών μεταναστών.

                   Η άποψη πάλι ότι η αντιμετώπιση της ανεργίας μπορεί να προέλθει από την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας παρακάμπτει το γεγονός ότι η αναγκαία βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, απολύσεις κατά κανόνα, παρά προσλήψεις συνεπάγεται.

                   Αν συνεπώς ο ορίζοντας μιας τέτοιας συζήτησης τελικά είναι η δημιουργία ή η προσέγγιση συνθηκών πλήρους απασχόλησης, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ιστορικά τέτοιες συνθήκες διαμορφώθηκαν μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

                   Η πρώτη είναι ότι οι βελτιώσεις στην παραγωγικότητα της εργασίας μεταφράζονται σε μείωση του χρόνου εργασίας και αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων.

                   Η δεύτερη είναι ότι οι βελτιώσεις στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συντελούνται στο πλαίσιο μιας «μικτής οικονομίας».

                   Σ’ένα τέτοιο πλαίσιο, οι αμιγώς καπιταλιστικοί και διεθνώς ανταγωνιστικοί τομείς συνυπάρχουν με άλλους τομείς που λειτουργούν υπό διαφορετικά κριτήρια βιωσιμότητας και συγκρατούν ή απορροφούν την ανεργία.

                   Ιστορικά, το ρόλο αυτό έπαιξε ο αγροτικός τομέας, η μικρή εμπορευματική παραγωγή, και κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα ο Δημόσιος τομέας και το κοινωνικό κράτος.

                   Η νέα μορφή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού που επιβάλλεται διεθνώς επιταχύνει τη συρρίκνωση των παραγόντων που ιστορικά συγκρατούσαν ή απορροφούσαν την ανεργία. Τίθενται έτσι σε αμφισβήτηση ή αναιρούνται εντελώς οι ιστορικά διαμορφωμένες προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση της ανεργίας και τη δημιουργία συνθηκών σχετικής έστω πλήρους απασχόλησης.

                   Υπό τις συνθήκες αυτές, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, είτε πρέπει, να συμβιβασθούμε, με την ιδέα της μαζικής και μόνιμης ανεργίας, με ότι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία, αλλά και την ίδια την ανάπτυξη. Είτε, θα πρέπει να στραφούμε στους παράγοντες που μπορούν να υποσχεθούν μια διαφορετική προοπτική, δηλαδή, στη δραστική μείωση του χρόνου εργασίας και στην διαμόρφωση μιας νέας «μικτής οικονομίας».

                   Μια οικονομία, στην οποία διεθνώς ανταγωνιστικές δραστηριότητες θα συνυπάρχουν με μια νέα δημόσια σφαίρα απασχόλησης και άλλες δραστηριότητες που θα λειτουργούν με κριτήρια όχι καπιταλιστικής αποτελεσματικότητας, αλλά κοινωνικής και οικολογικής αναγκαιότητας και απλής οικονομικής βιωσιμότητας.

                   Η άποψη αυτή που τελευταία κερδίζει διεθνώς έδαφος, υποστηρίχθηκε μάλιστα από πολλούς σε σχετική ημερίδα για την απασχόληση που οργάνωσε η ελληνική προεδρία, αφορά άμεσα τη χώρα μας.

                   Μόνο έτσι, κατά την άποψή μου, οι αναπόφευκτοι κραδασμοί, που συνεπάγεται η συμμετοχή στην ΟΝΕ όχι μόνο σε επιχειρήσεις, αλλά και κλάδους ολόκληρους, και η αναγκαία αλλαγή του παραγωγικού προτύπου, δεν θα επιβεβαιώσουν τις δραματικές προβλέψεις του ΣΕΒ.

                   Η εναλλακτική πολιτική που προϋποθέτει μια τέτοια προοπτική συγκρούεται ωστόσο, τόσο με τις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες που καλλιεργούνται όσο και με την αναζήτηση λύσεων μέσα από λογικές κοινωνικής και πολιτικής συντήρησης ή ακινησίας.

                  Η αντίφαση συνεπώς της δημόσιας συζήτησης που άνοιξε με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις είναι πως, ότι προτείνεται ως απάντηση στο πρόβλημα της ανεργίας, αντί να αποτρέπει φέρνει πιο κοντά τις δυσοίωνες προβλέψεις του ΣΕΒ. Κι αυτό αφορά και τη κυβέρνηση και τη ΝΔ και τον ίδιο το ΣΕΒ, αφού από ιδιοτέλεια ή αδυναμία δεν θέλουν να δουν την ιστορική-κοινωνική διάσταση του προβλήματος της ανεργίας στην εποχή μας.