Άρθρο στην εφημερίδα “ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ”_”Δημόσια αγαθά με ιδιωτική παραγωγή: μια πρόκληση για την Αριστερά_

 

ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΓΑΘΑ ΜΕ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΜΙΑ ΠΡΟΚΛΗΣΗ

                      ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Ένα από τα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού του 20ου αιώνα ήταν η διαμόρφωση εντός δημόσιου συστήματος παραγωγής δημοσίων αγαθών. Επρόκειτο για αγαθά που ικανοποιούσαν συλλογικές ανάγκες όπως οι υποδομές ή ήταν κρίσιμα για την αναπαραγωγή της κοινωνίας όπως η παιδεία ή υγεία, η κοινωνική ασφάλιση, το νερό, το ηλεκτρικό, κ.λ.π. Ακόμη και όταν κάποια από τα αγαθά αυτά παραγόταν ως εμπορεύματα (π.χ. ηλεκτρική ενέργεια) η λειτουργία τους δεν ρυθμιζόταν από την αγορά, αλλά από ένα σύνθετο πλέγμα οικονομικών και κοινωνικών κριτηρίων.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, ζούμε διεθνώς μια ανατροπή αυτού του καθεστώτος και την εμφάνιση μιας νέας κατάστασης που τείνει να χαρακτηρίζει το «νέο καπιταλισμό» του 21ου αιώνα. Τα δημόσια αγαθά τώρα, υπόκεινται σ’ένα καθεστώς ιδιωτικής παραγωγής ο ρόλος της οποίας διευρύνεται, ενώ ο ρόλος του κράτους περιορίζεται στη ρύθμιση αυτού του νέου καθεστώτος. Η αλλαγή αυτή που κάθε άλλο παρά έχει ολοκληρωθεί έχει ιστορικό βάθος και πολύπλευρες συνέπειες.

              ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ

Κατά την κυρίαρχη οικονομική θεωρία, η διαφορά μεταξύ δημοσίων αγαθών και κοινών εμπορευμάτων είναι τεχνική και όχι κοινωνική. Ένα αγαθό δηλαδή, σύμφωνα με την άποψη αυτή, λειτουργεί ως δημόσιο αγαθό και όχι ως εμπόρευμα διότι, το αγαθό αυτό, για τεχνικούς λόγους δεν μπορεί να διαιρεθεί. Ένας δρόμος π.χ. ή υπάρχει (για όλους) ή δεν υπάρχει (για κανένα). Γι’αυτό οι δρόμοι , τα λιμάνια, τα δίκτυα κ.λ.π. είναι δημόσια αγαθά ενώ τα αυτοκίνητα είναι κοινά εμπορεύματα, ο καθένας μπορεί να αγοράσει το δικό του. Για τεχνικούς λόγους λοιπόν δεν μπορούσε να υπάρξει μια αγορά τέτοιων αδιαίρετων αγαθών.

Η μη διαιρετότητα όμως με την εξέλιξη της τεχνικής και την ανάπτυξη του καπιταλισμού μπορεί να αρθεί. Για παράδειγμα ένας δρόμος ως φυσικό αντικείμενο είναι αδιαίρετο. Όμως η χρήση του μπορεί να διαιρεθεί και με τη μορφή διοδίων να λειτουργεί ως κοινό εμπόρευμα. Αλλά και η ιδιοκτησία τους, αν τιτλοποιηθεί, και πάρει τη μορφή τίτλων (μετοχών), μπορεί κι αυτή να τεμαχισθεί σε άπειρα σώματα τίτλων, οι οποίοι στη συνέχεια μπορούν να πωλούνται σε μια αγορά μετοχών. Έτσι σήμερα έχουμε σε λειτουργία η υπό διαμόρφωση παγκόσμιες αγορές τίτλων ιδιοκτησίας για υποδομές, υπηρεσίες κοινής ωφέλειας κ.λ.π. Και η τάση είναι –  μέσω της συζητούμενης απελευθέρωσης των υπηρεσιών – το φαινόμενο αυτό να επεκταθεί.

Ακριβώς γι’αυτό οι νεοφιλελεύθεροι αρνούνται εντελώς την έννοια του δημόσιου αγαθού ή τη συρρικνώνουν στην εθνική άμυνα και στην απονομή δικαιοσύνης. Όλα τα άλλα, υποστηρίζουν, μπορούν να ιδιωτικοποιηθούν. Αυτή η τάση προς ένα «καθαρό» ή ολοκληρωτικό καπιταλισμό και μια αμιγώς εμπορευματική κοινωνία στερεί την τελευταία από κρίσιμες λειτουργίες.

Διότι ο βασικός λόγος, που αναδεικνύει ένα πράγμα σε δημόσιο αγαθό δεν είναι οι τεχνικές του ιδιότητες, αλλά οι κοινωνικές του λειτουργίες. Το κοινό εμπόρευμα απευθύνεται σε όσους μπορούν να το αγοράσουν. Το δημόσιο αγαθό απευθύνεται σε όσους το έχουν ανάγκη και προσπαθεί να φτάσει σ’αυτούς ανεξάρτητα από την αγοραστική τους δύναμη. Τα δημόσια αγαθά δίνουν κοινωνική υπόσταση στη δημοκρατία επιτρέποντας πρόσβαση σε στοιχειώδη αγαθά του πολιτισμού σε όσους τα έχουν ανάγκη ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση και συνάμα συμβάλλουν στη συνοχή της κοινωνίας και την ομαλή αναπαραγωγή της. Ένα πράγμα λοιπόν γίνεται δημόσιο αγαθό επειδή η κοινωνία αναγνωρίσει σ’αυτό ένα όρο της δικής της ύπαρξης. Ακριβώς γι’αυτό τα όρια, του τι είναι ή δεν είναι δημόσιο αγαθό είναι ρευστά, καθορίζονται από τον κοινωνικό πολιτισμό μιας ιστορικής περιόδου, αλλά και τον προσδιορίζουν.

Η ανατροπή που ζούμε σήμερα, πρέπει επομένως να κατανοηθεί όχι ως μια στενά οικονομική αλλαγή αλλά ως ένα ρήγμα στον διαμορφωμένο κοινωνικό πολιτικό με συνέπειες άμεσες αλλά και κυρίως μακροπρόθεσμες, ταξικές αλλά και ευρύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές.

           ΤΟ ΝΕΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Μια στρατηγική της Αριστεράς δεν είναι καν Αριστερή αν περιορίζεται στη ρύθμιση του νέου καθεστώτος. Αλλά και δεν δίνει προοπτική αν απλά αμύνεται στην συντελούμενη ανατροπή. Η ανατροπή άλλωστε που συντελείται, γίνεται με τη μέθοδο της διολίσθησης. Δεν έχει τη μορφή μιας κραυγής, αλλά πολλών ψιθύρων. Τροφοδοτείται με τις σαλαμοποιημένες μετοχοποιήσεις και ιδιωτικοποίησεις, τις απορυθμίσεις, και την υποβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων δημόσιων αγαθών. Αυτός ο τελευταίος τρόπος είναι ο πιο διαβρωτικός, αφού κάνει τμήματα της κοινωνίας αδιάφορα ή και εχθρικά προς κάθε τι το δημόσιο.

Οι ανεπάρκειες της αριστερής απάντησης είναι προφανείς αφού δεν είναι καν αισθητά παρούσα στα μέτωπα που διαμορφώνονται.

Έτσι η αριστερά εμφανίζεται είτε να συναινεί παθητικά στη συντελούμενη ανατροπή είτε να αδυνατεί να προβάλλει μια αποτελεσματική αντίσταση, είτε και όταν το κάνει να απειλείται με την κατηγορία ότι υπερασπίζεται ένα παρελθόν στο οποίο άλλωστε η ίδια ασκούσε κριτική.

Χρειάζεται λοιπόν να επεξεργαστούμε μια πολιτική που θα είναι παρούσα και στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων, και σε κείνο των ρυθμίσεων και σε κείνο της λειτουργικής αναβάθμισης των παρεχόμενων αγαθών και υπηρεσιών, υπό τον όρο ότι όλες αυτές οι πολιτικές θα συγκροτούν μια προωθητική στρατηγική «ανατροπής της ανατροπής», θα αποσκοπούν δηλαδή στην ανάκτηση ενός «χώρου» συλλογικών και δημόσιων αγαθών, υπό ποιοτικά αναβαθμισμένους όρους.

                   ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

Μια τέτοια στρατηγική προϋποθέτει επαναπροσδιορισμούς και νέες αξιολογήσεις.

Πρώτα πρώτα ανάκτηση δεν μπορεί να σημαίνει «επιστροφή» στο καθεστώς που ανατρέπεται, αλλά επαναπροδιορισμό ενός χώρου δημοσίων αγαθών που πρέπει να διεκδικηθεί με όρους σύγχρονους που θα ενσωματώνουν, δηλαδή,  τις απαιτήσεις του μέλλοντος και την κριτική του παρελθόντος. Άλλωστε, ότι μια κοινωνία αναγνώριζε ως δημόσιο αγαθό π.χ. το 1920 μπορεί να μην έχει την ίδια βαρύτητα σήμερα ή και το αντίστροφο: αν οι κοινωνίες του 1920 δεν αναγνώριζαν ως δημόσιο αγαθό το καθαρό περιβάλλον ή τους ελεύθερους χώρους, οι ανάγκες αυτές αναγνωρίζονται σήμερα ως κυρίαρχες. Εδώ λοιπόν, ανακύπτει ένα ζήτημα αξιολόγησης και επανιεράρχησης των αναγκών, και επαναχάραξης των ορίων ανάμεσα στο Δημόσιο και το ιδιωτικό.

Ένα δεύτερο θέμα είναι η υπέρβαση του ισοπεδωτισμού που χαρακτηρίζει σήμερα τη στάση μας, και η διαμόρφωση μιας ποιοτικά επικεντρωμένης πολιτικής. Αν υπάρχουν λόγοι, αντίστασης στην ιδιωτικοποίηση π.χ. μιας προβληματικής επιχείρησης του Δημοσίου, αυτό πρέπει να γίνει, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι σε ίση μοίρα με την ιδιωτικοποίηση του νερού ή την ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης της υγείας, της παιδείας ή την εκποίηση ελεύθερων χώρων. Σαφή προτεραιότητα πρέπει, δηλαδή, να αποκτήσει ο αγώνας για τα συλλογικά αγαθά, παλαιά και νέα, και όχι η υπεράσπιση κάθε δημόσιας ιδιοκτησίας ή παρουσίας.

Τρίτο, μια νέα προσέγγιση απαιτείται γύρω από το ζήτημα των μορφών ιδιοκτησίας και της δημόσιας ρύθμισης. Η άρνηση του καθεστώτος «ιδιωτικής παραγωγής δημοσίων αγαθών» δεν σημαίνει άρνηση κάθε ιδιωτικής παραγωγής για λογαριασμό του Δημοσίου. Η παραγωγή από ιδιώτες ενός αγαθού για λογαριασμό του δημοσίου δημιουργεί πάντα διάφορα προβλήματα, αλλά από μόνη της δεν αποκλείει τη λειτουργία αυτού του αγαθού ως δημόσιο αγαθό, αφού το κράτος μπορεί να καθορίσει τον τρόπο χρήσης ή τους όρους πρόσβασης σ’αυτό. Αν όμως ο ιδιώτης ελέγχει και την έρευνα και τη χρηματοδότηση τότε η αποδέσμευση του παραγόμενου αγαθού από την εμπορευματική του λειτουργία είναι δύσκολη ή και αδύνατη. Υπάρχουν λοιπόν διαβαθμίσεις και, διαφορές ποιότητας που δεν πρέπει να αγνοούνται. Ένα από τα κριτήρια που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εδώ είναι η κοινωνική βαρύτητα του κάθε αγαθού και οι πραγματικές δυνατότητες αποτελεσματικής ρύθμισης ώστε αυτό αν και παράγεται ως εμπόρευμα να μπορεί να λειτουργεί ως δημόσιο αγαθό. Ως ρύθμιση δε, πρέπει εδώ να θεωρήσουμε όχι μόνο τους νόμους και τους θεσμούς, αλλά τις δυνατότητες κοινωνικού ελέγχου πάνω στους όρους έρευνας – ανάπτυξης – και αναπαραγωγής ενός αγαθού.

Επίσης, η ανάκτηση ενός χώρου δημοσίων αγαθών, δεν πρέπει να αποκλείει την επιλεκτική επανακρατικοποίηση, αλλά και δεν πρέπει να ταυτίζεται μ’αυτήν. Πρέπει να διερευνήσουμε κατά πόσο και άλλες μορφές πέρα από το κράτος ή την καπιταλιστική επιχείρηση, και υπό ποιους όρους, θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ένα θετικό ρόλο στην παραγωγή δημοσίων αγαθών και την ικανοποίηση συλλογικών αναγκών. Εδώ, προκύπτει η ανάγκη μιας επαναπροσέγγισης συνεταιριστικών μορφών, μορφών όπως οι εταιρείες λαϊκής βάσης, αλλά και άλλων που αναφέρονται υπό τον εξαιρετικά αμφιλεγόμενο τίτλο της «κοινωνικής οικονομίας».

This message is only visible to admins.
Problem displaying Facebook posts.
Click to show error
Error: An access token is required to request this resource. Type: OAuthException

Latest Twetter Feeds

YDragasakis @YDragasakis
RT @atsipras:Αν πριν από τρία χρόνια, στην αρχή της κλιματικής κρίσης, αιφνιδιαστήκαμε, σήμερα δεν υπάρχει δικαιολογία. Όσοι εί… https://t.co/cTMkPXsusL
RT @atsipras:Αυτή την εφιαλτική νύχτα είμαστε δίπλα στους ανθρώπους που ξενυχτούν αγωνιώντας για τις περιουσίες τους. Στη Βαρυμπ… https://t.co/6GF1g3Mzg2
RT @atsipras:Τούτες τις δύσκολες ώρες κύριο μέλημα όλων μας να περιοριστεί η καταστροφή, μα πάνω από όλα η προστασία της ανθρώπι… https://t.co/Wy9n6misoE
RT @atsipras:Οργή και πένθος. Αλλά δε φτάνει να πενθούμε και να οργιζόμαστε. Οφείλουμε να δράσουμε. Να αναγνωρίσουμε την αμείλι… https://t.co/WbFdv4T1ON
«Κάλεσμα για δημοκρατική & προοδευτική συστράτευση για την απελευθέρωση της χώρας & της κοινωνίας από δεσμά, νοοτρο… https://t.co/YIWHLlm551

Επικοινωνία

Μέγαρο Βουλής
10021, Αθήνα

τηλ (+30) 210 – 370 7299
(+30) 210 – 370 7972

e-mail
ydragasakis@parliament.gr