Άρθρο στην εφημερίδα “ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ”_Η μετάλλαξη της κοινωνικής ασφάλισης_

Οι προτάσεις της κυβέρνησης για την κοινωνική ασφάλιση μπορούν να χαρακτηριστούν ως μια ακόμη μονόπλευρη θυσία χωρίς ελπίδα. Και είναι μονόπλευρη η θυσία αφού και στα δύο βασικά τους σκέλη οι προτάσεις της κυβέρνησης πλήττουν τον σημερινό εργαζόμενο και κυρίως την εργαζόμενη: και περισσότερα χρόνια καλούνται να εργαστούν και μικρότερη σύνταξη τούς (ή τις) περιμένει.

Η θυσία αυτή όμως είναι και χωρίς ελπίδα, αφού δεν απαντά στα δομικά προβλήματα του συστήματος. Το πρόβλημα της κοινωνικής ασφάλισης κατανοείται ως ένα πρόβλημα “ταμείου” και το ίδιο το σύστημα κατανοείται ως ένα σύστημα κλειστό, ανεξάρτητο δηλαδή από την παραγωγή και την κατανομή του πλούτου της κοινωνίας. Έτσι, αποσυνδέεται η αντιμετώπισή του από την όποια αναδιανεμητική λειτουργία στο πλαίσιο της κοινωνίας, μέσω της ανακατανομής των φορολογικών βαρών ή των κοινωνικών πόρων υπέρ της απασχόλησης.

Με τον τρόπο αυτό οι προτάσεις της κυβέρνησης δεν συνιστούν μόνο κάποια επώδυνα μέτρα αλλά μάλλον παγιώνουν μια πορεία αρνητική και θεμελιώνουν ένα μηχανισμό αναπαραγωγής των σημερινών προβλημάτων που θα γεννά διαρκώς την ανάγκη ανάλογων μέτρων και στο μέλλον.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να παρεμβάλουμε και την ευρωπαϊκή διάσταση που έχει σχεδόν ξεχαστεί, για να επισημάνουμε πως, με βάση τις προτάσεις της κυβέρνησης, οι Έλληνες εργαζόμενοι υποβιβάζονται σ’ ένα καθεστώς κατώτερο εκείνου που ισχύει ή προβλέπεται να ισχύσει στην Ευρώπη.

Έτσι, αντί της “κοινωνικής σύγκλισης” στο όνομα της οποίας δικαιολογήθηκαν θυσίες ετών, έχουμε την κοινωνική απόκλιση ως το άμεσο και ορατό γεγονός. Αλλά, κι αν υποθέσουμε πως τα μέτρα που επιχειρείται να επιβληθούν σήμερα στη χώρα μας γενικευθούν αργότερα και στην υπόλοιπη Ευρώπη, τότε η προοπτική θα είναι ακόμη πιο ζοφερή, αφού μια τέτοια εξέλιξη θα σημαίνει πως η “σύγκλιση” για την οποία τόσος λόγος έχει γίνει εννοείται πως θα είναι προς τα κάτω, μια εξομοίωση, δηλαδή, με το χειρότερο κάθε φορά καθεστώς.

Επιστρέφοντας, όμως, ξανά στις εσωτερικές διαστάσεις του ζητήματος, δεν θα πρέπει να υποτιμηθούν οι βαθύτερες διαβρωτικές συνέπειες που θα έχει η εφαρμογή των κυβερνητικών προτάσεων στον ίδιο τον χαρακτήρα του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης.

Το σύστημα αυτό, ειδικά στη χώρα μας, χαρακτηρίζεται από μια ψαλίδα εισφορών και παροχών. Σε ένα επίπεδο σχετικά υψηλών εισφορών του εργαζόμενου και του εργοδότη αντιστοιχεί ένα επίπεδο χαμηλών και αποσπασματικών παροχών. Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις η ψαλίδα αυτή θα μεγαλώνει. Το σύστημα, λοιπόν, μπορούμε να προβλέψουμε, θα απονομιμοποιηθεί ακόμη περισσότερο, και ιδίως τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα θα αναζητήσουν συμπληρωματικές λύσεις ιδιωτικής ασφάλισης. Έτσι, σε μια επόμενη φάση, τα στρώματα αυτά δεν αποκλείεται καθόλου να στραφούν επιθετικά ενάντια στον ίδιο τον θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης, διεκδικώντας την “απελευθέρωσή” τους απ’ αυτόν. Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε μια νέα, ακόμη πιο σοβαρή, θανάσιμη ίσως, απειλή για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος ως κοινωνικού θεσμού, αφού δεν νοείται τέτοιος θεσμός χωρίς τη συμμετοχή και των ανώτερων εισοδηματικών στρωμάτων.

Πέραν, λοιπόν, από την ορατή και προφανή όψη των προτάσεων της κυβέρνησης, πιο σοβαρή νομίζουμε πως είναι αυτή η λιγότερη ορατή σειρά των παρενεργειών που οδηγούν σε μια ντε φάκτο αλλοίωση και συρρίκνωση του κοινωνικού χαρακτήρα της ασφάλισης, σε μια μετάλλαξή του, στην κατεύθυνση της συγκαλυμμένης αρχικά και πιο ανοιχτής στη συνέχεια ιδιωτικοποίησής της, όπως απαιτούν τα ιδεολογικά προτάγματα του νεοφιλελευθερισμού. Η δήλωση, συνεπώς, του πρωθυπουργού κ. Σημίτη ότι “αποκλείστηκε η ιδιωτικοποίηση” δεν μπορεί να δημιουργεί κανέναν εφησυχασμό.

Φοβούμαστε πως, αντίθετα, το όλο στρατήγημα της κυβέρνησης συνίσταται ακριβώς στην επεξεργασία ενός άλλου δρόμου, πιο τεθλασμένου και πιο μακρύ, στην άκρη του οποίου όμως υπάρχει ο ίδιος ο νεοφιλελεύθερος στόχος. Άλλωστε, το στρατήγημα αυτό εφαρμόστηκε ήδη στην περίπτωση του ΟΤΕ, όπου μια αρχικά μερική μετοχοποίηση φάνηκε εκ των υστέρων πως ήταν ενταγμένη σε μια λογική ιδιωτικοποίησης ταυτόσημη με εκείνη που ο κ. Μάνος ανεπιτυχώς προσπάθησε να υλοποιήσει ως ένα μονόπρακτο έργο.

Ούτως ή άλλως, όμως, ακόμη κι αν δεν αποτελεί συνειδητή πρόθεση, οι προτάσεις της κυβέρνησης αντικειμενικό αποτέλεσμα έχουν την “κοινωνική προετοιμασία” για την αποδοχή ή την απαίτηση διευθετήσεων πιο κοντά στο λεγόμενο “κεφαλαιοποιητικό σύστημα”, στη μορφή των “τριών πυλώνων” που από καιρό έχει εισηγηθεί σχετική μελέτη της World Bank.

Η κυβέρνηση δήλωσε καθησυχαστικά πως οι προτάσεις δεν είναι και αποφάσεις.

Αλλά οι προτάσεις της κυβέρνησης δεν προσφέρουν τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για έναν αξιόπιστο και έντιμο κοινωνικό διάλογο. Δεν κινούνται καν σ’ ένα πλαίσιο οριοθετήσεων που έθεσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στη γνωστή του παρέμβαση στο συνέδριο της ΓΣΕΕ: όχι αύξηση ορίων ηλικίας, όχι μείωση συντάξεων, αναζήτηση νέων πόρων. Συνιστά, αντίθετα, πλήρη ανατροπή του πλαισίου αυτού.

Κυρίως, όμως, οι εργαζόμενοι, αλλά και η κοινωνία ως σύνολο, δεν πρέπει να υιοθετήσουν εκείνη τη “μεταμοντέρνα” λογική που είναι τόσο της μόδας στην εποχή μας, σύμφωνα με την οποία ένα πρόβλημα πρέπει να εξετάζεται αυτοτελώς, “ανεξάρτητα από τις αιτίες του”. Διότι περί αυτού πρόκειται. Ζητούν ένα διάλογο για το πρόβλημα της κοινωνικής ασφάλισης ή για τη “μαύρη τρύπα” των ταμείων όπως την αποκαλούν, ανεξαρτήτως των αιτιών που τη δημιούργησαν.

Η ιδιοτέλεια της άποψης αυτής, όμως, είναι προφανής, αφού η ανίχνευση αυτών των αιτιών παραπέμπει ευθέως σε ευθύνες των ίδιων που σήμερα εμφανίζονται ως οι σωτήρες.

Εδώ, όμως, το ζητούμενο δεν είναι οι ευθύνες των κυβερνήσεων του παρελθόντος, αλλά ο κοινωνικός λογαριασμός. Ούτε αναφερόμαστε σε κακοδιαχειρίσεις και σπατάλες αλλά σε συνειδητές πολιτικές που εφαρμόστηκαν. Για παράδειγμα, επί δεκαετίες ειδικοί νόμοι επέβαλλαν τη διάθεση μέρους των ασφαλιστικών εισφορών ως κίνητρα προς τις επιχειρήσεις για την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης ή ως χαμηλότοκες καταθέσεις για την κάλυψη των κρατικών ελλειμμάτων.

Το θέμα που θέτουμε εδώ δεν είναι η αξιολόγηση εκείνων των πολιτικών, αλλά η αποτίμηση του κόστους που αυτές είχαν στα ταμεία. Αν δεχτούμε ότι η τέτοια χρησιμοποίηση των πόρων των ταμείων συνέβαλε πράγματι στην οικονομική ανάπτυξη, ή στην αποτροπή μεγαλύτερων φορολογιών, τότε πρέπει να θεωρήσουμε ότι ένα μέρος των ασφαλιστικών εισφορών είναι ενσωματωμένο σε ό,τι αποτελεί τον συσσωρευμένο πλούτο της κοινωνίας μας, δημόσιο και ιδιωτικό. Άρα, μια διάσταση αναδιανομής του υπάρχοντος πλούτου είναι συνυφασμένη με κάθε συζήτηση για την κοινωνική ασφάλιση και αυτό θα ίσχυε ακόμη κι αν τα ταμεία δεν είχαν προβλήματα ή μαύρες τρύπες.

Ασφαλώς το μέλλον θέτει τον θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης απέναντι σε νέες δημογραφικές και άλλες προκλήσεις σε όλο τον κόσμο.

Όμως, χωρίς το κλείσιμο αυτών των λογαριασμών του παρελθόντος (που για τη χώρα μας συνιστά ως προς την έκτασή τους μια ιδιαιτερότητα) με έναν κοινωνικά έντιμο τρόπο, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν αυτές οι προκλήσεις του μέλλοντος, αλλά ούτε και να συζητηθούν σ’ ένα κλίμα κοινωνικής και πολιτικής αξιοπιστίας.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, οι προτάσεις της κυβέρνησης, αρνούμενες τη διάσταση της αναδιανομής, είναι σαν να θέλουν να αμνηστεύσουν ένα παρελθόν και να διαγράψουν οριστικά ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων, που χωρίς δική τους θέληση ή ευθύνη έχουν ενσωματωθεί στον συσσωρευμένο πλούτο της κοινωνίας μας.

Ως μια παρέμβαση στο παρόν και ως μια στατική εικόνα, οι προτάσεις αυτές χαρακτηρίζονται από τον κοινωνικά μονόπλευρο χαρακτήρα τους, από το άνοιγμα της ψαλίδας ανάμεσα στις εισφορές και τις παροχές, από τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, αλλά και τη μεγέθυνση της κοινωνικής απόκλισης από την υπόλοιπη Ευρώπη.

Τέλος, ως μια προσέγγιση για το μέλλον της κοινωνικής ασφάλισης οι προτάσεις της κυβέρνησης δημιουργούν ένα θολό τοπίο μέσα από το οποίο η συρρίκνωση του κοινωνικού χαρακτήρα και η, δια της διολίσθησης, ιδιωτικοποίηση της ασφάλισης προβάλλει ως η πιο ορατή εκδοχή.

Ασκώντας αυτή μας την κριτική, έχουμε πλήρη επίγνωση ότι η κοινωνική ασφάλιση σε συνθήκες καπιταλισμού ήταν, είναι και θα είναι πάντα ένας ασταθής και αβέβαιος συμβιβασμός. Οι προτάσεις της κυβέρνησης, όμως, δεν συνιστούν έναν νέο αξιοπρεπή συμβιβασμό αλλά απαιτούν μονομερή υποχώρηση των εργαζομένων.

Δεν συνιστούν κάποιο νέο κοινωνικό συμβόλαιο, με κάποια στοιχεία αμοιβαιότητας, αλλά μοιάζουν μ’ έναν εκβιασμό, που προσβάλλει όχι μόνο τα δικαιώματα αλλά και την αξιοπρέπεια των εργαζομένων. Και μάλιστα το πρόβλημα είναι διπλό, αφού, αν οι εργαζόμενοι τον αποδεχτούν, θα είναι σαν να ανοίγουν με το δικό τους χέρι την πόρτα σε ακόμη βαθύτερες μεταλλάξεις, αλλοιώσεις και ντε φάκτο αμφισβητήσεις του ίδιου του θεσμού.

Όσο κι αν η απόκρουση των προτάσεων αυτών προβάλλει, λοιπόν, ως το άμεσο πρακτικό καθήκον, ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση είναι η σωστή ενημέρωση της κοινωνίας και η ανάπτυξη ενός πλατιού ενωτικού κοινωνικού και πολιτιστικού κινήματος με προοπτική, ικανού να διεκδικήσει και να διαπραγματευτεί μια μεταρρύθμιση που θα ενισχύει τον κοινωνικό χαρακτήρα και την οικονομική βιωσιμότητα της κοινωνικής ασφάλισης ως συστατικό του κοινωνικού μας πολιτισμού, που πρέπει να διαφυλαχθεί και να διευρυνθεί.