Άρθρο στην εφημερίδα “ΜΕΤΡΟ” _Πορεία της ελληνικής οικονομίας_

    ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Ορισμένοι είπαν ότι οι καταστροφικές πυρκαγιές άλλαξαν την προεκλογική ατζέντα. Στην πραγματικότητα όμως, οι καταστροφές αυτές απλά μας υπενθύμισαν ποια θα έπρεπε να ήταν εξ αρχής η ατζέντα. Διότι δε νοείται να συζητάμε για οικονομική ανάπτυξη ερήμην του περιβάλλοντος, αλλά και των υποχρεώσεων που θέτει η προστασία του.

Οι κυβερνήσεις έχουν μετατρέψει σε σύμβολο της “ισχυρής Ελλάδας” και της “ισχυρής ανάπτυξης” την αύξηση του ΑΕΠ. Ακόμη και φέτος, ακόμη και μετά τις πυρκαγιές, τα στοιχεία θα δείξουν αύξηση του ΑΕΠ και, με βάση τα στοιχεία αυτά, κάποιοι θα προσπαθούν να μας πείσουν ότι γίναμε πλουσιότεροι, ως χώρα και ως κοινωνία, και ας έχει καταστραφεί σημαντικό μέρος του φυσικού πλούτου της χώρας.      

Το παράδειγμα αυτό μας δείχνει πόσο στρεβλός, μονόπλευρος και τελικά μυωπικός είναι ο τρόπος με τον οποίο κατανοούμε αλλά και μετρούμε την “ανάπτυξη”. Και πόσο ιδιοτελής είναι ο τρόπος με τον οποίο κατανοούμε την κατανομή των καρπών της ανάπτυξης, αφού όχι μόνο στις επίσημες στατιστικές, αλλά και στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο, οι δαπάνες για την προστασία του περιβάλλοντος, κατανοούνται ως “κόστος” παρά ως πρωταρχικής σημασίας επένδυση. Το ίδιο ισχύει και με μια άλλη αντίληψη, που κι αυτή δοξάστηκε τα τελευταία χρόνια από όλες τις κυβερνήσεις, και αναφέρομαι σε κείνη ακριβώς την αντίληψη που θεοποίησε το “ιδιωτικό” και καλλιέργησε την αυταπάτη, ότι μπορεί να υπάρξει ατομική ευημερία χωρίς τις συλλογικές προϋποθέσεις της, χωρίς, δηλαδή, συλλογικά και δημόσια αγαθά, χωρίς τις δημόσιες υποδομές και πολιτικές που να προστατεύουν τα δάση και το περιβάλλον.

Δεν εξηγείται αλλιώς η διαχρονική αδιαφορία, παρά τις συχνές προειδοποιήσεις, και η αδυναμία συγκρότησης ενός συστήματος άμυνας και θωράκισης από φυσικές καταστροφές, παρά τα 3 κοινοτικά πλαίσια στήριξης και τον πακτωλό των ευρώ που εισέρευσαν στη χώρα.

Υπό το πρίσμα αυτών των κριτηρίων, μπορούμε να επιστρέψουμε στις, υπό στενή έννοια, οικονομικές εξελίξεις, για να διαπιστώσουμε ότι η κυβέρνηση, για μια ακόμη φορά, επικαλείται, ως επίτευγμα της πολιτικής της, την ισχυρή ανάπτυξη, όρος βαρύγδουπος, αν και στην πράξη εξαντλείται, όπως είπαμε, στην αύξηση του ΑΕΠ. Είναι γεγονός ότι η χώρα μας χαρακτηρίζεται από σχετικά υψηλούς δείκτες οικονομικής μεγέθυνσης, εδώ και 14 χρόνια περίπου. Όμως, αυτή η μεγέθυνση στηρίζεται και εξαρτάται, ολοένα και πιο πολύ, από το δανεισμό. Για μια αύξηση του εθνικού εισοδήματος κατά 1 ευρώ, ο δανεισμός του κράτους, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών αυξάνει αθροιστικά κατά 2,5 ευρώ. Και μόνον το γεγονός αυτό θέτει ερωτήματα ως προς την βιωσιμότητα και τη διατηρησιμότητα αυτής της μεγέθυνσης, ακόμη και ως στενά ποσοτικό μέγεθος.

Στο μεταξύ, παρά την αύξηση των κερδών, οι επενδύσεις γίνονται κυρίως στον κλάδο των οικοδομών. Η ποιότητα έτσι της παραγωγής, η σύγχρονη εξειδίκευσή της με την αφομοίωση νέας γνώσης και νέων τεχνολογιών και η ικανότητα της οικονομίας να παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες περιορίζεται, με αποτέλεσμα την επικίνδυνη διόγκωση του εμπορικού ελλείμματος και του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών. Η διατηρησιμότητα, επομένως, της οικονομικής μεγέθυνσης υποσκάπτεται και από τη διεύρυνση των εξωτερικών ανισορροπιών της.

Το δεύτερο επιχείρημα, που προβάλει η κυβέρνηση, είναι ότι αυτή η “ισχυρή ανάπτυξη” θα οδηγήσει “κάποτε” σε μια δίκαιη κοινωνία. Το αντίθετο ισχύει. Αυτή η ανάπτυξη είναι ανάπτυξη των ανισοτήτων. Το 20% του πληθυσμού ζει κάτω από το “επίσημο” όριο της φτώχειας. Αλλά και τα εισοδήματα μεγάλου μέρους του πληθυσμού που ζει πάνω από το όριο της φτώχειας, δε καλύπτουν τις ανάγκες συχνά ούτε τις στοιχειώδεις.

Η ανεργία στους νέους παραμένει πάνω από 24%. Αλλά και οι 7 στους 10 νέους που βρίσκουν δουλειά, το πετυχαίνουν με μερική ή πρόσκαιρη και επισφαλή απασχόληση. Η ιδιωτική υγεία αναπτύσσεται σε βάρος της δημόσιας και οι ιδιωτικές δαπάνες φθάνουν το 55% των υγειονομικών δαπανών. Το κοινωνικό κράτος μικραίνει την ώρα που οι ανάγκες μεγαλώνουν. Η κατανομή των φορολογικών βαρών, έγινε ακόμη πιο άνιση και πιο άδικη. Το κόστος από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών για τα κέρδη και τα μερίσματα μεταφέρθηκε στους εργαζόμενους με την αύξηση του ΦΠΑ και άλλων έμμεσων φόρων.

Γενικότερα, η καμπύλη των κερδών και του πλούτου από τη μια πλευρά και των μισθών και των κοινωνικών προβλημάτων από την άλλη, κινούνται με ταχύτητα προς αντίθετες κατευθύνσεις, γεγονός που δείχνει την αύξηση της κοινωνικής πόλωσης. Έτσι, η διατηρησιμότητα της ανάπτυξης συναντά επίσης τα κοινωνικά της όρια, αφού καμία κοινωνία δε μπορεί να αναπτύσσεται διευρύνοντας διαρκώς τις ανισότητές της.

 Τέλος, η κυβέρνηση επικαλείται την άρση της επιτήρησης και τη μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων, ως ένα πιστοποιητικό για την αποτελεσματικότητα της πολιτικής της αλλά και ως άλλοθι για όσα “δεν πρόλαβε”, όπως είπε, να κάνει υπέρ των εργαζομένων και υπέρ της κοινωνίας.

Δυστυχώς, ούτε εδώ οι ισχυρισμοί αυτοί επαληθεύονται. Όχι διότι δε μειώθηκαν τα ελλείμματα, που κληρονομήθηκαν, αλλά γιατί παράλληλα η πολιτική της κυβέρνησης εξέθρεψε άλλους παράγοντες αύξησής τους. Διαπιστώνουμε εδώ ένα γενικότερο πρόβλημα του πολιτικού μας συστήματος που συνίσταται στο γεγονός ότι ο δικομματισμός που έχουμε, είναι ένας δικομματισμός ομοίων και όχι αντιθέτων ή έστω διαφορετικών πολιτικών. Η μια κυβέρνηση δεν αναιρεί τα “στραβά” της προηγούμενης, αλλά προσθέτει τα δικά της πάνω σ’ αυτά.

Αυτό που έγινε , λοιπόν, είναι ότι από τα “ελλείμματα του ΠΑΣΟΚ”, έχουμε τώρα τα “ελλείμματα της ΝΔ”.

 Έτσι , αμέσως μετά τις εκλογές  μας περιμένει μια κρίση εσόδων, και μια ακόμη δημοσιονομική εμπλοκή, με επίκεντρο αυτή τη φορά «τα ελλείμματα της Ν.Δ.».

Οι συγκυριακές αιτίες της εξέλιξης αυτής μας ήσαν γνωστές και πριν τις πυρκαγιές και είχαν να κάνουν, με την υστέρηση των εσόδων, την υπέρβαση των δαπανών, αλλά και τα συνήθη κρυφά ελλείμματα και τα κρυφά χρέη που μετακυλίονται χρόνο με το χρόνο, αλλά κάποτε πρέπει να καλυφθούν. Άλλωστε γι’ αυτό έγινε και η επίσπευση των εκλογών, πριν την κατάθεση του προϋπολογισμού που κατά το Σύνταγμα πρέπει να γίνει την 1/10/07 σε μορφή προσχεδίου.

Πέραν, όμως, των συγκυριακών υπάρχουν και διαρκέστερες αιτίες, πρώτη μεταξύ των οποίων είναι η σταθερή μείωση χρόνο με το χρόνο, από το 2000 και μετά των φορολογικών ανόδων ως ποσοστό του ΑΕΠ. Σε μια εποχή που η κάλυψη των αναγκών του ασφαλιστικού συστήματος απαιτεί αυξανόμενους πόρους. Αλλά και το δημοσιονομικό βάρος από τις πυρκαγιές πρέπει να το δούμε στην διαρθρωτική του διάσταση, ως ανάγκη δηλαδή θωράκισης της χώρας από φυσικές καταστροφές σε μία διαρκή και όχι περιστασιακή βάση.

Μετά τις εκλογές, λοιπόν, μας περιμένει μια συσσώρευση παλαιών και νέων επιβαρύνσεων και μια σύγκρουση διαφορετικών προτεραιοτήτων και επιλογών. Στο επίκεντρο θα έλθουν τα άμεσα και συνήθη ερωτήματα, ποιοι θα είναι οι νέοι φόροι που θα επιβληθούν και σε βάρος ποιων, ποιες δαπάνες θα περικοπούν και με ποιες συνέπειες, με ποια κριτήρια και με ποια ιεράρχηση με ποια κοινωνική κατανομή κόστους και οφέλους θα σχεδιαστεί η εφαρμοστέα πολιτική; Τα ερωτήματα αυτά – όπως και πολλά άλλα – δε συζητήθηκαν πριν τις εκλογές. Πλανώνται, όμως, όσοι νομίζουν ότι θα μπορέσουν να τα απαντήσουν τελικώς ερήμην της κοινωνίας.

This message is only visible to admins.
Problem displaying Facebook posts.
Click to show error
Error: An access token is required to request this resource. Type: OAuthException

Latest Twetter Feeds

YDragasakis @YDragasakis
Όλη η συνέντευξη στην @AvgiOnline της Κυριακής & τον δημοσιογράφο @AngTsek https://t.co/Y8IgNN0OOG
RT @AvgiOnline:«Πρέπει να κινηθούμε πιο δυναμικά το επόμενο διάστημα» https://t.co/1PMwzMU5Em
Συνέντευξη στην @AvgiOnline που κυκλοφορεί σήμερα https://t.co/bpXNd2gqHh
RT @atsipras:Η μετατροπή της επιστρεπτέας προκαταβολής σε μη επιστρεπτέα ενίσχυση και η γενναία ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους, εί… https://t.co/V2yqsD6x20

Επικοινωνία

Μέγαρο Βουλής
10021, Αθήνα

τηλ (+30) 210 – 370 7299
(+30) 210 – 370 7972

e-mail
ydragasakis@parliament.gr