Άρθρο στο περιοδικό “ΒΟΥΛΗ & ΕΥΡΩΒΟΥΛΗ”_Προϋπολογισμός διεύρυνσης των ανισοτήτων_

Η ολοκλήρωση των ολυμπιακών αγώνων σηματοδοτεί την είσοδο της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας σε μια νέα φάση. Οι παράγοντες που έδωσαν τα τελευταία χρόνια ώθηση στην οικονομία έχουν εξαντληθεί ή εξαντλούνται. Οι πολιτικές που εφαρμόσθηκαν δεν απέδωσαν. Η μαζική ανεργία, η ακρίβεια, η διεύρυνση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος το βεβαιώνουν.

 Στις συνθήκες αυτές χρειαζόταν όχι μόνο ένας νέος, ως προς τις επιλογές του, προϋπολογισμός, αλλά και ένα μεσομακροπρόθεσμο πρόγραμμα οικονομικής κοινωνικής ανάπτυξης.

 Ο προϋπολογισμός που παρουσίασε η νέα κυβέρνηση δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτή την ανάγκη. Ούτε εντάσσεται σε κάποιο ευρύτερο πρόγραμμα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και περιβαλλοντικής αναβάθμισης. Είναι συνέχεια των προϋπολογισμών τους παρελθόντος τόσο από άποψη δομής, όσο και άποψη διαδικασιών και περιεχομένου.

 Η απογραφή για την οποία τόσο λόγος έγινε, έπρεπε να την είχε πραγματοποιήσει η προηγούμενη Κυβέρνηση αμέσως μετά την ένταξη στην ΟΝΕ και να αποτελέσει ως αφετηρία μιας συνολικής δημοσιονομικής μεταρρύθμισης. Αυτό δεν έγινε. Ούτε τώρα, η νέα κυβέρνηση δείχνει διάθεση για τις αναγκαίες αλλαγές. Ακόμη και οι περιβόητοι ειδικοί λογαριασμοί, εκτός προϋπολογισμού, μένουν στη θέση τους.

 Οι στόχοι του προϋπολογισμού είναι υπεραισιόδοξοι, και από πολλές απόψεις αντιφατικοί μεταξύ τους. Ο αναπτυξιακός στόχος για ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ 3,9% συγκρούεται με τους δημοσιονομικούς στόχους, για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος  και του δημόσιου χρέους. Σε κάθε περίπτωση η εκτέλεση του προϋπολογισμού θα δοκιμασθεί στην πράξη.

 Το σημαντικότερο όμως είναι ότι τα μέσα που υιοθετεί η Κυβέρνηση προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της και οι συνολικότερες επιλογές της οδηγούν στη διεύρυνση των ανισοτήτων και στην ανακύκλωση των προβλημάτων, συγκεκριμένα:

– Αντί της άμβλυνσης των ανισοτήτων που υποσχέθηκε προεκλογικά η κυβέρνηση υλοποιεί μια πολιτική αντίστροφης αναδιανομής. Αυτό προκύπτει από την εισοδηματική της πολιτική αλλά και από τον φορολογικό νόμο που πρόσφατα ψηφίστηκε. Μ’ αυτό τα μεσαία και τα χαμηλά εισοδήματα θα πληρώσουν το κόστος των φορολογικών ελαφρύνσεων προς τα κέρδη και τα μερίσματα.

– Οι δαπάνες που συνδέονται με το διακηρυγμένο στόχο της ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους και των οικονομικά ασθενέστερων ομάδων δεν επιτρέπουν καμιά αισιοδοξία. Οι δαπάνες για υγεία και κοινωνική αλληλεγγύη μειώνονται, τα επιδόματα πολυτέκνων παραμένουν στα ίδια χαμηλά επίπεδα, οι έμμεσοι φόροι, που πλήττουν κυρίως τα φτωχά στρώματα, αυξάνονται. Παράλληλα, η κυβέρνηση αρνείται την  πρότασή μας για τη θεσμοθέτηση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος που θα ήταν μια συμβολή για την επίτευξη ενός τέτοιου στόχου.

– Από την ιδιωτικοποίηση μεμονωμένων επιχειρήσεων οδηγούμαστε, υπό τη νέα κυβέρνηση, στην ιδιωτικοποίηση της αναπτυξιακής διαδικασίας με την παραχώρηση κρίσιμων τομέων, υποδομών και συλλογικών αγαθών στην εμπορευματοποίηση και τον έλεγχο του ιδιωτικού κεφαλαίου.

– Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί δυο μέτρα και δυο σταθμά: Στις επιχειρήσεις «δίνει», στους εργαζόμενους λέει «περιμένετε», πρώτα η ανάπτυξη και μετά η αναδιανομή. Μόνο που αυτό το «μετά» δεν έρχεται ποτέ. Ο στόχος της πραγματικής σύγκλισης ουσιαστικά εγκαταλείπεται. Και πάντως δεν αναφέρεται καν. Το χειρότερο είναι ότι η ανάγκη της σύγκλισης αναφέρεται επιλεκτικά και χρησιμοποιείται ως ιδεολογικό εργαλείο. Προτάσσεται η σύγκλιση στα κέρδη, στα δικαιώματα του κεφαλαίου, αλλά ξεχνιέται όσον αφορά στα δικαιώματα των εργαζομένων, το βιοτικό επίπεδο ή την προστασία του περιβάλλοντος. Ο προϋπολογισμός, αντανακλώντας τη συνολική πολιτική της ΝΔ, δεν αμφισβητεί τα κεκτημένα του νεοφιλελευθερισμού. Αναγνωρίζει αντίθετα, και σέβεται όλα όσα οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ συνεισέφεραν υπέρ του κεφαλαίου και των αγορών με την εκποίηση δημόσιας περιουσίας, την ιδιωτικοποίηση ή υποβάθμιση συλλογικών αγαθών. Το ίδιο ισχύει για όσα οι κυβερνήσεις του παρελθόντος συσσώρευσαν σε βάρος της εργασίας ως ελαστικότητες και απορυθμίσεις στην αγορά εργασίας, ως υπέρμετρη φορολογική επιβάρυνση των εισοδημάτων από εργασία ως ανεργία, ανισότητες και αποκλεισμοί. Ο περιορισμός της ανεργίας, η κοινωνική δικαιοσύνη, η προστασία του περιβάλλοντος, η επίτευξη μιας διεθνούς βιώσιμης οικονομίας σε συνθήκες ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και παγκόσμιων ανακατατάξεων καθιστούν αναγκαίο ένα συνολικό στρατηγικό σχεδιασμό για μια ανάπτυξη με δικαιοσύνη και αλληλεγγύη. Ο προϋπολογισμός καταδεικνύει ότι η κυβέρνηση δεν έχει κάποιο κοινωνικό όραμα για την Ελλάδα, εκτός και αν ως τέτοιο εκλαμβάνεται η προσαρμογή στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο.