Γιατί η διπλή κρίση στη Γαλλία μάς αφορά

Οι εξελίξεις στη Γαλλία μας αφορούν. Λόγω του μεγέθους και του ρόλου της, όποια έκβαση και αν έχει η κρίση στη δεύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα επηρεάσει συνολικά την Ευρωζώνη, άρα και εμάς.

Αν και τη δημόσια συζήτηση μονοπωλεί το ενδεχόμενο μιας κρίσης χρέους, η Γαλλία ζει μια  διπλή κρίση: οικονομική  και πολιτικής εκπροσώπησης. Οι δύο αυτές κρίσεις αλληλεπιδρούν και σε ένα περιβάλλον νομισματικής ένωσης  μπορεί να εξελιχθούν σε συστημική κρίση, όχι μόνο της Γαλλίας, αλλά και της Ευρωζώνης. Πολύ πριν φτάσουμε σε αυτό το σημείο, ενδέχεται να καταστεί αναγκαία η παρέμβαση της ΕΚΤ για να  αποτραπεί γενίκευση της  κρίσης.

Ο Πολ Κρούγκμαν έθεσε ένα κρίσιμο ερώτημα: θα θελήσει και θα μπορέσει η ΕΚΤ να το κάνει; Ασφαλώς η Γαλλία είναι πολύ μεγάλη για να αντιμετωπιστεί όπως η Ελλάδα το 2010. Αλλά μήπως είναι πολύ μεγάλη και για να μπορέσει να διασωθεί υπό τους σημερινούς θεσμικούς περιορισμούς της ΕΚΤ;

Αν ισχύει το δεύτερο, τότε η διάσωση της Γαλλίας θα απαιτήσει, πέρα από μέτρα που θα πάρει η ίδια, αλλαγές στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Με την ακροδεξιά στην ηγεσία της Γαλλίας, αυτή η συνθήκη, θα μπορούσε να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου, να απειλήσει ακόμη και τη συνοχή της Ευρωζώνης, αλλά με μια προοδευτική ηγεσία μπορεί να ανοίξει ένα παράθυρο ευκαιρίας για να γίνουν αλλαγές που και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το 2015 επεδίωξε, όμως λόγω συσχετισμού δυνάμεων δεν κατάφερε να πετύχει. Γι’ αυτό και η πολιτική διάσταση της κρίσης είναι στη φάση αυτή η πιο καθοριστική.

Με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά, πού βρισκόμαστε εμείς; Ποιος είναι ο κίνδυνος και τι μπορούμε να κάνουμε για να θωρακιστούμε; Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με τη ρύθμιση του χρέους το 2018, εξασφάλισε σημαντική δημοσιονομική προστασία για πολλά χρόνια, με ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες εξυπηρέτησης του χρέους έως το 2032. Όμως στην κατάσταση που είναι η Ευρώπη και με τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει η κρίση είναι απαραίτητο ένα επαρκές απόθεμα ρευστότητας, ένα νέο «μαξιλάρι». Πρέπει  να συζητηθεί η επάρκεια και η ποιότητά του.

Πιο  σοβαρός, στην περίπτωση μας,  είναι ο κίνδυνος που οφείλεται κατά κύριο λόγο στην  αδύναμη παραγωγική βάση, στο έλλειμα του εξωτερικού ισοζυγίου, στη μεγάλη χρηματοπιστωτική εξάρτηση και, βεβαίως, στη λειτουργία του κράτους και αυτού που αποκαλούμε συνολικά ελληνικό μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών υπερβαίνει τους ιδεολογικούς ορίζοντες και τις ταξικές δεσμεύσεις της σημερινής κυβέρνησης. Το έδειξε και με την ευκαιρία που είχε με τους σημαντικούς πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που δεν τους αξιοποίησε με στόχο ένα νέο παραγωγικό μοντέλο.  Από την άλλη μεριά η αριστερή και προοδευτική αντιπολίτευση είναι σαν να μην αντιλαμβάνεται το μέγεθος και  τη δυναμική των κινδύνων. Ίσως γι’ αυτό ο κομματικός ανταγωνισμός δείχνει συχνά να μην αφήνει χώρο για τον αναγκαίο διάλογο και  συνεργασία. Όμως παραγωγικός και κοινωνικός μετασχηματισμός δεν είναι υπόθεση μόνο μιας κυβέρνησης. Απαιτεί ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες και  πολιτικές συναινέσεις στη βάση ενός σχεδίου παραγωγικής και θεσμικής ανασυγκρότησης. Απαιτεί την ενεργή συμμετοχή της ίδιας της κοινωνίας.

 

* Άρθρο στην εφημερίδα Τα Νέα Σαββατοκύριακο