«Η “χρεοκοπία” του 2010 και τα μνημόνια που δεν ήταν αναπόφευκτα»

Το βιβλίο του κ. Ραβανού δεν αποτελεί μια απλή καταγραφή σημαντικών γεγονότων που έφεραν τη χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας το 2009-2010. Πρόκειται για μια προσπάθεια κατανόησης των εν λόγω γεγονότων και των αιτιών τους με τη χρήση επιστημονικών εργαλείων και μεθόδων.

Δεδομένης της δημοσιογραφικής ιδιότητας του κ. Ραβανού, αυτή η επιστημονική  προσπάθεια αποκτά εξ αντικειμένου το χαρακτήρα μιας πράξης αντίστασης στον ισοπεδωτισμό με τον οποίο συχνά αντιμετωπίζεται το δημοσιογραφικό λειτούργημα.  Μάλιστα, ο κ. Ραβανός με την εργασία του διευρύνει το πεδίο της συζήτησης εισάγοντας παράγοντες όπως η ηγεσία, ο ρόλος των οποίων δεν έχει συζητηθεί επαρκώς. Από την άποψη αυτή το βιβλίο του κ. Ραβανού καλύπτει ένα κενό, ανιχνεύει νέα πεδία αιτιακών σχέσεων και  αποτελεί μια συμβολή τόσο στη δημόσια συζήτηση όσο και στην επιστημονική έρευνα.

Η προσέγγιση του κ. Ραβανού είναι επίκαιρη. Διότι δεν είναι μόνο ο ρόλος της ηγεσίας που δεν έχει επαρκώς συζητηθεί. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τον ρόλο της δημοκρατίας, των ΜΜΕ, την ποιότητα του πολιτικού διαλόγου, και του κομματικού ανταγωνισμού. Η αναβάθμιση της δημοκρατίας και του κοινωνικού περιεχομένου της, η πλουραλιστική και αντικειμενική λειτουργία των ΜΜΕ, το προγραμματικό περιεχόμενο του κομματικού ανταγωνισμού μπορεί να μην είχαν αποτρέψει πρωτογενώς την κρίση, όμως θα  μπορούσαν να έχουν συμβάλει στο να υπάρχει μεγαλύτερη επίγνωση των προβλημάτων και των εναλλακτικών λύσεων. Και η ανάγκη αυτή υπάρχει ασφαλώς και σήμερα.

Θα αφήσω τη συζήτηση των θεωρητικών και μεθοδολογικών ζητημάτων σε πλέον ειδικούς ακαδημαϊκούς και θα αξιοποιήσω  το βιβλίο του κ. Ραβανού ως αφετηρία για να διατυπώσω ορισμένες  σκέψεις, διαβάζοντάς το από πολιτική κυρίως σκοπιά.

Το κεντρικό ερώτημα βεβαίως είναι πως φτάσαμε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και στα μνημόνια. Πως, από το μεταπολεμικό «ελληνικό θαύμα» και τη «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού, όπως έχει ονομαστεί, φτάσαμε στη μεγάλη οικονομική υποχώρηση, την απώλεια τουλάχιστον του 25% του εθνικού εισοδήματος και την καθίζηση από την ενδιάμεση θέση που είχαμε στην κλίμακα της Ευρώπης, σε μια από τις τελευταίες θέσεις. Εκείνο το οποίο με ενδιαφέρει  ειδικότερα είναι  αν υπήρχαν άλλες επιλογές και άλλες διαδρομές  μέσω των οποίων θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτραπεί η κρίση  ή να μετριαστούν έστω οι καταστροφικές συνέπειές της και να εξαχθούν μαθήματα για το μέλλον.

Α. Ο ρόλος του αναπτυξιακού μοντέλου και του κράτους 

 Όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από τα γεγονότα που οδήγησαν στην υπαγωγή της χώρας στον έλεγχο των δανειστών, τόσο γίνεται πιο έντονη η ανάγκη να κατανοήσουμε τις βαθύτερες αιτίες που τα προκάλεσαν. Παρόλο λοιπόν που η κρίση εκδηλώθηκε ως αποτέλεσμα ενός δημοσιονομικού εκτροχιασμού την περίοδο 2007-2009, τις απαρχές της μπορούμε να τις ανιχνεύσουμε πολύ πιο πριν, και συγκεκριμένα στην κατάρρευση του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης που άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του 1970,  στην πολιτική της δικτατορίας και στους συμβιβασμούς που έγιναν κατά τη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία. Πριν χρεοκοπήσει το κράτος είχε χρεοκοπήσει το μεταπολεμικό αναπτυξιακό μοντέλο, εκείνο που είχε συγκροτηθεί μετά τον πόλεμο από τους νικητές του εμφυλίου και είχε εκθειαστεί ως το «σύγχρονο ελληνικό οικονομικό θαύμα». Και αντί να γίνουν οι αναγκαίες τομές ώστε η ελληνική οικονομία να ενταχθεί με βιώσιμο τρόπο στις νέες  παγκόσμιες συνθήκες και στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, υπήρξε μια παθητική προσαρμογή που εξέφραζε τις κατεστημένες κοινωνικές δυνάμεις και υπηρετούσε τα συμφέροντα τους.

Το νέο αναπτυξιακό μοντέλο διαμορφώνεται μέσα από διαδικασίες αποβιομηχάνισης και τριτογενοποίησης της οικονομίας που συντελείται κατά κύματα. Το παραγωγικό σύστημα στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στις υπηρεσίες, κυρίως τον τουρισμό, την οικοδομή, την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Ως αποτέλεσμα, το παραγωγικό σύστημα ήταν -και είναι- εξαρτημένο από εισαγωγές. Ακόμη και οι εξαγωγές που πραγματοποιούνται περιέχουν υψηλό ποσοστό εισαγόμενων ενδιάμεσων προϊόντων. Σε πολλούς τομείς κυριαρχεί μονοπωλιακός ή ολιγοπωλιακός έλεγχος και οι κοινωνικές όσο και γεωγραφικές ανισότητες είναι μεγάλες. Το μοντέλο αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε ελλείμματα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών τα οποία καλύπτονται τελικά με δανεισμό.

Αλλά οι ελληνικές κυρίαρχες τάξεις και ελίτ κέρδιζαν και πλούτιζαν από αυτό, και τα ελλείμματα που το μοντέλο αυτό παρήγαγε, οι κυβερνήσεις τα φόρτωναν στην κοινωνία, μέσω ενός άνισου και άδικου φορολογικού συστήματος αλλά και με άλλους τρόπους, ή δεν έκαναν ούτε αυτό, τα συσσώρευσαν σε ένα συνεχώς διογκούμενο δημόσιο χρέος. Κι όταν, κάποια στιγμή  το χρέος έπαψε να θεωρείται βιώσιμο από τις αγορές, τότε ελέχθη το γνωστό, «το πάρτυ τελείωσε». «Τώρα», είπαν, «ήρθε η ώρα του λογαριασμού». Το υπονόησε πρώτα ο Ζ.Κ. Γιούνκερ, τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όταν το Φθινόπωρο του 2009, σηματοδότησε τα επερχόμενα λέγοντας «the game is over». Στη συνέχεια οι εγχώριοι «συνδαιτημόνες», με το επιχείρημα ότι «μαζί τα φάγαμε» εξειδίκευσαν την κατανομή. Τον λογαριασμό τον πλήρωσαν τελικά πιο σκληρά από όλους εκείνες οι κοινωνικές τάξεις και ομάδες που στο περιβόητο «πάρτυ» είχαν συμμετάσχει μόνο δια των… αντιπροσώπων τους.

Για την ερμηνεία της ελληνικής χρεοκοπίας έχουν διαμορφωθεί δύο μεγάλες σχολές σκέψης. Και οι δυο αναγνωρίζουν το ρόλο του δημοσιονομικού παράγοντα, μόνο που η πρώτη σχολή, την οποία κι εμείς υιοθετούμε,  αποδίδει την κύρια ευθύνη στην υστέρηση των εσόδων χωρίς να παραβλέπει και τη χαμηλή κοινωνική αποτελεσματικότητα των δαπανών ως έναν επιβαρυντικό παράγοντα. Επίσης η σχολή αυτή θεωρεί το δημοσιονομικό παράγοντα όχι αυτόνομο αλλά αποτέλεσμα του μοντέλου ανάπτυξης, δηλαδή του τρόπου παραγωγής και διανομής. Η δημοσιονομική κρίση κατανοείται ως έκφραση αντιθέσεων, ανισορροπιών  και ανισοτήτων  στη σφαίρα της παραγωγής, της διανομής και συνολικά αναπαραγωγής και ανάπτυξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.

Μια δεύτερη σχολή σκέψης κατανοεί την κρίση αποκλειστικά ως κρίση χρέους και δημοσιονομικού  εκτροχιασμού και ως κρίση ανταγωνιστικότητας, αποδίδοντας και τις δυο  στις δημόσιες δαπάνες και τους μισθούς. Μάλιστα, ορισμένοι από τους υποστηρικτές αυτής της άποψης θεωρούν ότι η επιδείνωση των συνθηκών και ειδικά η αύξηση του χρέους άρχισε το 1981 με την πολιτική αλλαγή και τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος  ασκώντας πολιτική αναδιανομής υπέρ των λαϊκών τάξεων,  όπως διατείνονται  οι υποστηρικτές αυτής της άποψης, προκάλεσε «δημοσιονομικές ανισορροπίες» οι οποίες δεν θεραπεύτηκαν ποτέ. Η ανάλυση αυτή  έχει σαφές ταξικό και πολιτικό πρόσημο, αφού για την κρίση και τη χρεοκοπία ενοχοποιεί την πολιτική αλλαγή του 1981 και την ήττα της συντηρητικής παράταξης έπειτα από δεκαετίες κυριαρχίας. Όπως ενοχοποιεί και τις κοινωνικές τάξεις και τους αποκλεισμένους από το «πάρτυ» που λέγαμε πριν, των οποίων το εισόδημα και τα δικαιώματα είχαν συμπιεστεί για μια μακρά περίοδο.

Είναι γεγονός ότι το δημόσιο χρέος αρχίζει να αποκτά ισχυρή αυξητική δυναμική μετά τη δεύτερη ενεργειακή κρίση το 1979. Αλλά πριν το χρέος γίνει «δημόσιο», προϋπήρχε με άλλες μορφές. Όταν άρχισε η κρίση του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης, η δικτατορία έδινε αφειδώς δάνεια στις επιχειρήσεις για να ανακόψει την κατάρρευση. Όταν άρχισαν να ανεβαίνουν ο πληθωρισμός και τα επιτόκια, τα δάνεια δεν μπορούσαν να πληρωθούν. Όχι μόνο μικρές, αλλά και πολύ μεγάλες επιχειρήσεις βούλιαζαν στα χρέη τους. Πολλές εγκαταλείφθηκαν ουσιαστικά  από τους ιδιοκτήτες τους. Για να αποφευχθεί μεγάλη αύξηση της ανεργίας και η καταστροφή παραγωγικού δυναμικού, το κράτος και οι τράπεζες επιχείρησαν να τις διασώσουν. Οι τράπεζες λοιπόν και κυρίως η Εθνική είχαν «βουνά» από δάνεια που δεν επρόκειτο να εισπράξουν ποτέ. Τα χρέη των επιχειρήσεων είχαν γίνει χρέη των τραπεζών. Αλλά σε λίγο ούτε οι τράπεζες άντεχαν το βάρος. Κινδύνευσαν να χρεοκοπήσουν και αυτές. Έτσι το κράτος ανέλαβε τελικά μεγάλο μέρος του χρέους των τραπεζών. Άρα το επιχειρηματικό χρέος που άρχισε να συσσωρεύεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, έγινε στη συνέχεια τραπεζικό και τελικά κρατικό χρέος. Και μέσω της πολιτικής της λιτότητας που άρχισε να εφαρμόζεται αργότερα έγινε έλλειμμα και χρέος στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών, που κλήθηκαν να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς του κράτους σε βάρος των δικών τους προϋπολογισμών.

Μέσα από αυτές τις μεταβιβάσεις και μεταμορφώσεις του χρέους από επιχειρηματικό σε τραπεζικό και στη συνέχεια κρατικό και «δημόσιο» συντελούνται πολλαπλές ανακατανομές και ανακατατάξεις εντός της επιχειρηματικής καπιταλιστικής τάξης, ανάμεσα σε μεγάλες και μικρές επιχειρήσεις και ευρύτερα σε κλίμακα κοινωνίας. Πέρα από τις ζημιές των επιχειρήσεων, το κράτος αναλαμβάνει φυσικά και το ευρύτερο κοινωνικό κόστος που προκαλούν οι φάσεις ύφεσης και οικονομικής επιβράδυνσης, γεγονός που αυξάνει τις δημόσιες δαπάνες, ενώ την ίδια στιγμή εξαιτίας ακριβώς της ύφεσης μειώνονται τα  φορολογικά έσοδα, κάνοντας αναπόφευκτο το έλλειμμα και τον δημόσιο δανεισμό.

Επομένως, πράγματι η αναδιανομή αποτελεί παράγοντα δημιουργίας χρέους αλλά αυτή είναι μια αναδιανομή ζημιών, η οποία τελικά πλήττει την εργατική τάξη, τα μεσαία και τα ευρύτερα λαϊκά κοινωνικά στρώματα. Η αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου ακολουθεί αντίστροφη διαδρομή, από τα κάτω προς τα πάνω. Το μερίδιο της εργασίας στην κατανομή του εθνικού εισοδήματος τείνει να μειώνεται, ενώ η κατανομή των φορολογικών βαρών λόγω του μεγάλου ποσοστού των έμμεσων φόρων αλλά και της όλης δομής του φορολογικού συστήματος πλήττει δυσανάλογα τη μισθωτή εργασία και άλλα λαϊκά στρώματα. Η αναδιανομή συνεπώς είναι μια συνθέτη διαδικασία που περιλαμβάνει τόσο την  κοινωνικοποίηση των ζημιών όσο  και την ιδιωτικοποίηση των κερδών και με τον τρόπο αυτό  είναι στον πυρήνα του μηχανισμού δημιουργίας συνθηκών χρεοκοπίας. Μαζί με  αυτόν τον «πυρηνικό μηχανισμό» πρέπει να συνυπολογιστούν και άλλοι παράγοντες που επιτείνουν το πρόβλημα, όπως αδιαφανείς προμήθειες, κυρίως εξοπλισμών, φοροδιαφυγή, πελατειακή λειτουργία του κράτους, σπατάλες, κακοδιαχείριση κ.ά. Αν λοιπόν το κράτος συσσωρεύει ελλείμματα και χρέη, χωρίς να φροντίζει για την εκ των υστέρων κάλυψή τους, η αύξηση του χρέους γίνεται σωρευτική. Συνοψίζοντας, οι δημοσιονομικές ανισορροπίες έχουν ως υπόβαθρο αναπτυξιακά ελλείμματα και κοινωνικές ανισότητες. Ο μηχανισμός που παράγει τις συνθήκες της χρεοκοπίας είναι στον πυρήνα του αναπτυξιακού μοντέλου και της λειτουργίας του κράτους.

Β. Ο ρόλος της  ηγεσίας

Ο κ. Ραβανός αναλύει την ελληνική κρίση χρέους ως μια κρίση ηγεσίας. Και ασφαλώς ο ρόλος της ηγεσίας ήταν καθοριστικός. Στην περίπτωσή μας, η ευθύνη συνίσταται κυρίως στο  γεγονός ότι ενώ κάθε τόσο αναγνωρίζεται η ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού υποδείγματος, ενώ το πελατειακό κράτος αναγνωρίζεται ως εμπόδιο για μια σύγχρονη και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, κι ενώ οι μεγάλες διαστάσεις της φοροδιαφυγής, της παραοικονομίας και της διαφθοράς αναγνωρίζονται ως αρνητικές «ιδιαιτερότητες», αυτά και αλλά διαχρονικά προβλήματα όχι μόνο δεν  γίνονται αντικείμενο  αντιμετώπισης, αλλά,  όπως και οι κοινωνικές ανισότητες,  θεωρούνται ως «φυσικά» χαρακτηριστικά του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, χρησιμοποιούνται ως πολιτικά στηρίγματα από τα καθεστωτικά κόμματα και τελικά λειτουργούν ως μηχανισμοί αναπαραγωγής του ελλείμματος βιωσιμότητας. Κι ενώ στη χώρα εισέρευσαν σημαντικοί ευρωπαϊκοί και άλλοι πόροι που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τους αναγκαίους μετασχηματισμούς, αυτό δεν συνέβη παρά μόνο αποσπασματικά και σε μικρό βαθμό.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό χρειάζεται να δούμε το ζήτημα της ηγεσίας γενικότερα και να προφυλαχτούμε από μια μεσσιανική αντίληψη για τον «ηγέτη σωτήρα»  ή τον βοναπαρτικού τύπου ηγέτη που υπάρχει πάνω από θεσμούς και κοινωνικό έλεγχο. Τον ρόλο της ηγεσίας δεν πρέπει να τον κατανοήσουμε μόνο στο επίπεδο της προσωπικότητας του ηγέτη και των ατομικών ικανοτήτων του, δηλαδή ανεξάρτητα από την ιδεολογία που εγκολπώνεται, τη στρατηγική που επιλέγει, τα συμφέροντα που υπηρετεί. Οι ηγεσίες και οι ηγέτες δρουν σε πλαίσια συμφερόντων, αξιών και ιδεολογιών και δεσμεύονται από αυτά. Άρα η αυτονομία, που μπορεί να επιδείξει ένας ηγέτης είναι σχετική και είναι πάντα εντός συντεταγμένων που τον δεσμεύουν. Βεβαίως αυτό δεν μειώνει αλλά υπογραμμίζει και την προσωπική ευθύνη του ηγέτη. Για παράδειγμα σε ένα πρόσφατο βιβλίο του ο Ευάγγελος Βενιζέλος θεωρεί ως βασική αιτία για τη χρεοκοπία το γεγονός ότι οι πολιτικές ηγεσίες δεν είχαν επίγνωση της οξύτητας των προβλημάτων. Όμως αυτό δεν συνιστά άλλοθι αλλά υπογραμμίζει τις ευθύνες των πολιτικών ηγεσιών. Αν πχ ένας ηγέτης υιοθετεί μια ιδεολογία που θεωρεί ότι δεν πρόκειται να υπάρξουν κρίσεις διότι οι αγορές υποτίθεται αποκαθιστούν μόνες τους τις όποιες ανισορροπίες, είναι ο ίδιος υπεύθυνος για τις συνέπειες τέτοιων ανεδαφικών παραδοχών. Αν ένας ηγέτης, για να αναφέρουμε ένα άλλο παράδειγμα, επιλέγει να μην διαταράξει τη νιρβάνα όσων ευημερούν από ένα υπερχρεωμένο κράτος και ένα μη βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, η ευθύνη είναι πρωτίστως δίκη του και όχι όσων επωφελούνται από την επιλογή του. Όμως ακόμη και εντός των ιδεολογικών συντεταγμένων στις οποίες δρα ένας ηγέτης, κρίσιμη παράμετρος, ειδικά στην εποχή μας, είναι η αυτονομία από συμπλέγματα συμφερόντων, η ικανότητα του να υπηρετεί όχι στενά το εκλογικό του ακροατήριο ή τις ομάδες συμφερόντων που τον στηρίζουν αλλά τις αρχές της δημοκρατίας και τις συλλογικές ανάγκες της κοινωνίας.

Στη  σφαίρα της πολιτικής ο ρόλος της πολιτικής ηγεσίας διαπλέκεται με τον ρόλο των ελίτ. Για παράδειγμα, οι ευρωπαϊκές ελίτ, στο πλαίσιο του blame game, για το ποιος φταίει για την κρίση, κατηγορούν όχι άδικα τις ελληνικές, ότι, για να το πούμε απλά, «φροντίζουν μόνο για την πάρτη τους» αδιαφορώντας για τις ανάγκες της κοινωνίας. Ιδιαίτερα καυστικός ήταν ο πρώην υπουργός οικονομικών της Γερμανίας, ο κ. Σόιμπλε, ο οποίος κατηγορούσε τις ελληνικές ελίτ και τις πολιτικές ηγεσίες ότι «επέλεξαν να θυσιάσουν την οικονομία της Ελλάδας για τα δικά τους βραχυπρόθεσμα συμφέροντα και για τα συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων». Βεβαίως, οι πολιτικές της σκληρής λιτότητας, τις όποιες στη πράξη στήριζε, δεν έπληξαν τις ελίτ αλλά τον κόσμο της εργασίας και τη μικρή επιχειρηματικότητα, αλλά αυτό ξεφεύγει του παρόντος.

Η ηγεσία λοιπόν γίνεται μέρος του ευρύτερου προβλήματος της ηγεμονίας. Το θέμα ανάγεται στο ερώτημα αν ο ηγέτης ως προσωπικότητα, ως σύνολο ικανοτήτων αλλά και ως σύστημα ιδεών και μοντέλο πολιτικής που εκφράζει, μπορεί να αποκτήσει έναν ρόλο ηγεμονικό ενεργώντας με τρόπο που υπηρετεί την κοινωνία συνολικά, διασφαλίζει τους συλλογικούς όρους αναπαραγωγής της και το βιώσιμο μέλλον της. Όμως προϋπόθεση της ηγεμονίας είναι οι μετασχηματισμοί που είναι αναγκαίοι για την υπέρβαση περιορισμών, κρίσεων ή αδιεξόδων. Αν μια ηγεσία κατανοεί την πολιτική ως την «τέχνη του εφικτού» τότε ο ρόλος της αυτοπεριορίζεται στην προσαρμογή στο υπάρχον, είναι ρόλος συντηρητικός και διαχειριστικός. Προοδευτικός και καινοτόμος ηγέτης είναι αυτός που προσπαθεί να διευρύνει τα κάθε φορά όρια του εφικτού, αναλαμβάνοντας διαχειρίσιμα ρίσκα με τη συναίνεση του λαού. Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη της ηγεσίας είναι συνάρτηση των διαθεσίμων επιλογών όχι με τη στατική αλλά με τη δυναμική έννοια.

Τέλος, κρίσιμος ρόλος και ευθύνη κάθε ηγεσίας είναι η χάραξη στρατηγικής που να προλαβαίνει τους κινδύνους, αποφεύγοντας αδιέξοδα και θυσίες που ενδεχομένως θα μπορούσαν να αποτραπούν ή να περιοριστούν. Ο «αντιδημοφιλής» ηγέτης μπορεί να είναι  πράγματι ο ηγέτης που τολμά να πει  την αλήθεια στον λαό και να ζητήσει θυσίες που είναι αναγκαίες για την ανόρθωση της χώρας. Σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να υπάρχουν εχέγγυα ότι τόσο οι θυσίες όσο και τα οφέλη που θα προκύψουν θα κατανέμονται δίκαια. Αλλά ο αντιδημοφιλής ηγέτης μπορεί να είναι απλά ο αποτυχημένος ηγέτης που αφού καταχρέωσε τη χώρα, καλεί τον λαό να πληρώσει χωρίς καμία εγγύηση ότι οι θυσίες του θα «πιάσουν τόπο» και θα ενταχθούν σε ένα σχέδιο μείωσης των ανισοτήτων.

Από την άποψη λοιπόν της στρατηγικής η πιο κρίσιμη στιγμή στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης ήταν ο αποκλεισμός της χώρας από τις αγορές, δηλαδή η αδυναμία του κράτους να δανείζεται από αυτές. Γι’ αυτό και ο αποκλεισμός αυτός, ενώ το κράτος δεν κήρυξε πτώχευση, ούτε έκανε στάση πληρωμών, ενώ δηλαδή δεν είχε τα τυπικά χαρακτηριστικά της χρεοκοπίας, καταγράφηκε στη συλλογική μνήμη – και όχι άδικα- ως χρεοκοπία. Βεβαίως, περιοριστικά μέτρα για τη μείωση των ελλειμμάτων, εκεί που είχαμε φτάσει, δεν μπορούσαν να αποφευχθούν. Και ήταν αυτή η πιο καθοριστική στιγμή,  διότι με τον αποκλεισμό της  από τις αγορές, η Ελλάδα δεν είχε καν τη δυνατότητα να αποφασίζει για την πολιτική της. Ο αποκλεισμός έθετε τη χώρα στον έλεγχο των δανειστών και υπό τη διαρκή απειλή της άτακτης χρεοκοπίας εκμηδένιζε σχεδόν τη διαπραγματευτική της δύναμη. Στην περίπτωση δε της Ελλάδας σχεδιαστικά προβλήματα και λάθη του πρώτου μνημονίου το κατέστησαν παράγοντα επιδείνωσης της κρίσης, εμβάθυνσης και παράτασης της ύφεσης και της οδύνης για την έξοδο από αυτήν.  Ερχόμαστε λοιπόν στο αρχικό ερώτημα: υπήρχαν δυνατότητες και ευκαιρίες για μια διαφορετική εξέλιξη; Μπορούσε να είχε αποτραπεί ο αποκλεισμός από τις αγορές και άρα μπορούσαν να είχαν αποτραπεί τα μνημόνια;

Γ. Ήταν αναπόφευκτα τα μνημόνια;

Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός, δηλαδή η εκτίναξη των δίδυμων ελλειμμάτων (προϋπολογισμού και εξωτερικών συναλλαγών), ήταν ένας σοβαρός παράγοντας κρίσης από μόνος του, όμως δεν καθιστούσε αναπόφευκτο, ούτε μπορεί να ερμηνεύσει τον αποκλεισμό της χώρας από τις αγορές και την υπαγωγή της στον έλεγχο των δανειστών και στα μνημόνια. Ποιοι ήταν λοιπόν εκείνοι οι άλλοι παράγοντες που συνεισέφεραν στην επιδείνωση της κρίσης και οδήγησαν τελικά στον αποκλεισμό της χώρας από τις αγορές;

Όπως είδαμε στο πρώτο μέρος αυτής της ομιλίας, διαχρονικό υπόβαθρο της κρίσης ήταν το ελλειμματικό και άνισο παραγωγικό υπόδειγμα και γενικότερα το μη βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο. Όμως μέχρι την υιοθέτηση του ευρώ οι κρίσεις του εν λόγω μοντέλου εκτονώνονταν με τρεις τρόπους. Ο πρώτος ήταν οι συχνές υποτιμήσεις του εθνικού νομίσματος, της δραχμής. Αυτές βελτίωναν πρόσκαιρα την ανταγωνιστικότητα στις τιμές των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών αλλά δεν βελτίωναν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα. Αντίθετα, από ορισμένες απόψεις τη χειροτέρευαν. Με την υιοθέτηση του ευρώ αυτή η λύση δεν ήταν πλέον διαθέσιμη. Ο δεύτερος τρόπος ήταν η αύξηση του χρέους. Αλλά εντός της ευρωζώνης υπήρχαν όρια στο δανεισμό, τα οποία η Ελλάδα πιεζόταν να σεβαστεί. Ο τρίτος τρόπος ήταν οι περιοδικές προσπάθειες πρόσκαιρης προσαρμογής. Ουσιαστικά από το 1985 ως το 2010 η Ελλάδα ήταν πάντα υπό κάποιο πρόγραμμα επιτήρησης πλην μικρών διαλειμμάτων.

Η ένταξη λοιπόν στην Ευρωζώνη με ελαττωματικό και χωρίς προϋποθέσεις βιωσιμότητας παραγωγικό σύστημα καθιστούσε αναπόφευκτη μια μελλοντική  κρίση. Το κλείδωμα της συναλλαγματικής ισοτιμίας χωρίς δυνατότητα συναλλαγματικής υποτίμησης άφηνε, σε περίπτωση κρίσης, μοναδικό  μηχανισμό προσαρμογής την εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή τη μείωση των μισθών. Το γερμανικό κοινωνικό ντάμπιγκ, δηλαδή η μείωση των πραγματικών γερμανικών μισθών επέτεινε το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας καθώς και των οικονομιών και των άλλων χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου. Η σημαντική δημοσιονομική σταθεροποίηση από την πρώτη κυβέρνηση Σημίτη (1996-2000)  αποδείχτηκε μη διατηρήσιμη. Έτσι τα δημοσιονομικά μεγέθη άρχισαν και πάλι βαθμιαία να επιδεινώνονται.

Οι ευθύνες της κυβέρνησης Σημίτη είναι σημαντικές διότι η ένταξη στο ευρώ δεν συνοδεύτηκε από εκείνες τις πολιτικές που θα αναβάθμιζαν παραγωγικά τη χώρα και θα βελτίωναν τη διαρθρωτική της ανταγωνιστικότητα. Η στρατηγική της ανάπτυξης αφέθηκε πρακτικά στις τράπεζες και τη βραχυπρόθεσμη κερδοσκοπική τους λογική. Τελικώς η κυβέρνηση του κ. Σημίτη παρέδωσε το 2004 τη χώρα σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος και με διευρυνόμενο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας.

Οι κυβερνήσεις του Κώστα Καραμανλή όχι μόνο δεν επιχείρησαν να τιθασεύσουν τα δυο ελλείμματα αλλά κυριολεκτικά τα απογείωσαν, ιδίως μετά τις εκλογές του 2007. Συνέτειναν βέβαια σε αυτό και δυο εξωγενείς παράγοντες. Οι παράγοντες αυτοί ήταν η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η πολιτική της ΕΕ, η οποία το 2009 επέβαλε πρόωρη στροφή στη λιτότητα. Την ώρα που η κρίση απαιτούσε δαπάνες για να μετριαστούν οι συνέπειες, η ΕΕ απαίτησε από τα κράτη-μέλη της να εγκαταλείψουν την όποια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και να μειώσουν τα δημόσια ελλείμματα κάτω του 3%, όπως προέβλεπε το Σύμφωνο Σταθερότητας. Η Ελλάδα, που είχε μεγάλα ελλείμματα και πριν από την κρίση, βρέθηκε «στη γωνία» και ξεχώρισε ως ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης.

Η ύπαρξη αυτών των εξωγενών παραγόντων δεν μειώνει, αλλά κατά τη γνώμη μου αυξάνει τις ευθύνες των τότε κυβερνήσεων. Πρώτον, διότι ενώ αυξάνονταν οι δαπάνες, συνέχιζαν μια πολιτική ανοχής στη φοροδιαφυγή και μείωσης της φορολογίας στα κέρδη και τα υψηλά εισοδήματα με αποτέλεσμα την υστέρηση των εσόδων. Δεύτερον, δεν έκαναν κάτι για την αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης και την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Τρίτον, δεν συνειδητοποίησαν το βάθος της χρηματοπιστωτικής κρίσης και τέλος αποδέχτηκαν παθητικά το ασφυκτικό αδιέξοδο το οποίο δημιουργούσε η στροφή της ΕΕ στη λιτότητα εν μέσω κρίσης. Η κατάσταση δεν ήταν διαχειρίσιμη με μια πολιτική του τύπου «business as usual». Δεν μπορούσαν δηλαδή να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της κρίσης και ταυτόχρονα να μειώνονται τα ελλείμματα. Η συγκυρία επομένως απαιτούσε διαπραγμάτευση στη βάση ενός αξιόπιστου μεσοπρόθεσμου προγράμματος και πλήρη ενημέρωση του λαού και όχι συγκάλυψη με απόκρυψη στοιχείων που έκανε τα πράγματα χειρότερα. Όμως ούτε αυτή, ούτε κάποια άλλη διαπραγμάτευση έγινε, με βάση τουλάχιστον όσα έχουν γίνει γνωστά. Η κυβέρνηση, προκηρύσσοντας πρόωρες εκλογές τις όποιες έχασε, μετέφερε το αδιέξοδο στην επόμενη.

Η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου παρέλαβε μια κατάσταση που πρακτικά ήταν εκτός ελέγχου. Η κυβέρνηση έχασε πολύτιμο χρόνο και μόλις τον Μάρτιο του 2010 διαμόρφωσε ένα πρόγραμμα μείωσης των ελλειμμάτων σε συνεργασία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Όμως δεν είναι βέβαιο ότι υπήρχε η αναγκαία πολιτική βούληση και αποφασιστικότητα από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές για να αποτραπεί πάση θυσία ο αποκλεισμός από τις αγορές. Μετά από διαδοχικές υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής θέσης της Ελλάδας στις  αγορές ομολόγων είχε διαμορφωθεί κλίμα πανικού. Αλλά το πρόβλημα πλέον είχε ξεφύγει από τα ελληνικά πλαίσια. Οι αγορές δεν πίεζαν τόσο την Ελλάδα όσο την ΕΕ και την ΕΚΤ για την έκδοση ευρωομολόγων και πολιτικές στήριξης των αδύναμων οικονομιών.  Δεν  είναι σωστή η κριτική ότι τα μέτρα λιτότητας ήταν ανεπαρκή, αναφέρομαι στην Άνοιξη πλέον του 2010. Περισσότερα μέτρα σε εκείνη τη φάση απλά θα προεξοφλούσαν βαθύτερη ύφεση. Ανεπαρκής ήταν η στάση της ΕΕ, η οποία συνέχιζε να θεωρεί την κρίση ως αποκλειστικά ελληνική υπόθεση, αρνούμενη να δει και να αντιμετωπίσει την ευρύτερη κρίση της Ευρωζώνης. Αυτό που ζητούσαν οι αγορές δεν μπορούσε να το προσφέρει η ελληνική κυβέρνηση. Διότι σε εκείνο τα στάδιο μόνο η Κεντρική Τράπεζα μπορούσε κάμψει τον πανικό των αγορών και να αντιμετωπίσει όσους επένδυαν στη χρεοκοπία. Και η ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης είναι ότι δεν ανέδειξε ούτε έθεσε αυτό το αίτημα. Δεν απαίτησε η ΕΚΤ να παίξει το ρόλο της. Έθετε άλλα αιτήματα, για «μηχανισμό διάσωσης», αφότου η Ελλάδα θα είχε αποκλειστεί από τις αγορές. Το θέμα όμως ήταν πώς να αποφύγει τον  αποκλεισμό, πώς η Ελλάδα και οι άλλες ευάλωτες χώρες να παραμείνουν στις αγορές, να μπορούν να δανείζονται από αυτές. Και αυτό δεν έγινε διότι έλλειψε η αλληλεγγύη τόσο σε κλίμακα ΕΕ όσο και στο επίπεδο των ευάλωτων χωρών, οι όποιες δεν επεδίωξαν να διαμορφώσουν κοινή στάση. Διότι αυτή ήταν η ώρα του δανειστή ύστατης ανάγκης. Για να καμφθεί ο πανικός των πωλήσεων ομολόγων της Ελλάδας και των άλλων ευάλωτων χωρών  έπρεπε κάποιος να αρχίσει να αγοράζει ομόλογα, να απορροφά τις πωλήσεις των πανικόβλητων πωλητών και των κερδοσκόπων που είχαν επενδύσει στη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους. Και τον ρόλο αυτόν του δανειστή ύστατης ανάγκης μόνο η ΕΚΤ μπορούσε να τον παίξει. Όπως τον έπαιξε στην περίπτωση της πανδημίας. Στην πανδημία, η Ελλάδα με πολύ μεγαλύτερο χρέος από όσο είχε το 2010 δεν αισθάνθηκε κανέναν κλονισμό. Αφενός διότι διέθετε ένα ισχυρό απόθεμα ρευστότητας, το «μαξιλάρι», αφετέρου διότι είχε ενεργοποιηθεί η ΕΚΤ ως δανειστής ύστατης ανάγκης και αγόραζε τα ομόλογα που εξέδιδε το ελληνικό και τα αλλά κράτη. Το 2010 ούτε «μαξιλάρι» υπήρχε ούτε η ΕΚΤ παρενέβη ως δανειστής ύστατης ανάγκης. Για να είμαι ακριβής, δεν παρενέβη όταν έπρεπε. Παρενέβη λίγες ημέρες  αφότου η κυβέρνηση είχε υπογράψει το πρώτο μνημόνιο. Αδράνησε από λάθος ή συνειδητά; Αδράνησε σκόπιμα ώστε η Ελλάδα να αποκλειστεί από τις αγορές διότι μόνο έτσι μπορούσε να  υπαχθεί στα μνημόνια; Ή αδράνησε διότι και η ίδια η ΕΚΤ είχε αιφνιδιαστεί από τις εξελίξεις; Πάντως στην περίπτωση της Ιταλίας, όταν ένα έτος αργότερα, η κατάσταση πήγε να ξεφύγει, δεν αδράνησε. Υπήρξαν μεθοδεύσεις, με τη βοήθεια και της ΕΚΤ, ώστε να αποτραπεί ο αποκλεισμός της Ιταλίας από τις αγορές και όντως αποσοβήθηκε. Ίσως κρίθηκε ότι η Ιταλία ήταν «too big to fail». Ενώ η Ελλάδα μπορούσε να αφεθεί στην τύχη της. Τυχαία ή συνειδητά; Να ένα ενδιαφέρον πεδίο περαιτέρω έρευνας.

Μπορούσε λοιπόν να έχει αποτραπεί αυτή η οδυνηρή για τη χώρα και την κοινωνία τραγωδία; Ασφαλώς κάθε εκ των υστέρων απάντηση έχει πρόβλημα επαλήθευσης. Όμως το ελάχιστο που μπορούμε να πούμε είναι ότι, όπως προσπάθησα να δείξω, η τελευταία αυτή ελληνική χρεοκοπία, δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιων φυσικών νόμων ή αυτοματισμών, άρα δεν ήταν αναπόφευκτη. Ανέφερα κάποιες ενδεικτικές «στιγμές» κατά τις οποίες θα μπορούσαν να είχαν γίνει άλλες επιλογές με διαφορετικά ασφαλώς αποτελέσματα. Όμως πολλές από τις καταστάσεις και τα διλήμματα στα οποία αναφέρθηκα δεν αφορούν μόνο το παρελθόν αλλά αφορούν και το μέλλον. Και αυτό καθιστά αναγκαία όσο και επίκαιρη τη συνέχιση της έρευνας και της δημοσιας  συζήτησης.

 

* Το κείμενο αναπτύσσει  σημεία από  ομιλία που έγινε σε δημόσια συζήτηση με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Άρη Ραβανού, «Η Ελληνική κρίση στη “μαύρη τρύπα” της ηγεσίας: Η περίπτωση του πρώτου μνημονίου» (Εκδόσεις Ταξιδευτής, 2022)

 

Γιάννης Δραγασάκης - Yannis Dragasakis

Γιάννης Δραγασάκης - Yannis Dragasakis

12,793

Βουλευτής | ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία

* Το 2014 η χώρα δεν πληρούσε καμία προϋπόθεση για έξοδο από τα Μνημόνια. Γι’ αυτό ο κ. Σαμαράς & η ΝΔ «δραπέτευσαν» & άφησαν τη χώρα στον γκρεμό. Οι προϋποθέσεις εξόδου διαμορφώθηκαν μόνο με την κυβέρνηση #ΣΥΡΙΖΑ ως το 2018, όποτε & πράγματι βγήκαμε από τα μνημόνια.* Σήμερα & με την ανεύθυνη πολιτική του κ. Μητσοτάκη, βασικός στρατηγικός στόχος της Aριστεράς πρέπει να είναι η πρόληψη, πώς δεν θα βρεθούμε ξανά ούτε εμείς ούτε ο λαός σε αυτήν την ανάγκη, πώς θα αποτρέψουμε δηλαδή τη δημιουργία συνθηκών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια νέα χρεοκοπία & σε νέους καταναγκασμούς.→ Σημεία από την ομιλία στην εκδήλωση του ENA Institute for Alternative Policies «Μεταρρυθμίσεις προς ποια κατεύθυνση; Από τους καταναγκασμούς των μνημονίων στον δρόμο για δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη» με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Δημήτρη Σερεμέτη «Οι Μνημονιακές Μεταρρυθμίσεις» ... ΠερισσότεραΛιγότερα
Προβολή στο Facebook
Σήμερα στον Οικονομικό Ταχυδρόμο στο Tovimagr για τις δομικές αλλαγές που απαιτεί η δομική κρίση που ζούμε 👇🏻 ... ΠερισσότεραΛιγότερα
Προβολή στο Facebook

Latest Twetter Feeds

YDragasakis @YDragasakis
"Βάζοντας τέλος στους αντι-ΣΥΡΙΖΑ μύθους για το 2015" | Παρέμβαση στην εκδήλωση του @ENA_Institute "Μεταρρυθμίσεις… https://t.co/vhPc5j1iBw
RT @atsipras:«Πεταμένα λεφτά οι ΜΕΘ» έλεγαν και «φέρτε μου μια έρευνα που να δείχνει ότι εκτός ΜΕΘ πεθαίνουν» προκαλούσε ο ΠΘ στ… https://t.co/oDy6ahSycD
Σήμερα & με την ανεύθυνη πολιτική του κ. Μητσοτάκη, βασικός στρατηγικός στόχος της Αριστεράς πρέπει να είναι η πρόλ… https://t.co/UtF70KDHq3
Το 2014 η χώρα δεν πληρούσε καμία προϋπόθεση για έξοδο από τα Μνημόνια. Γι’ αυτό ο κ. Σαμαράς & η ΝΔ «δραπέτευσαν»… https://t.co/R1Z69RU6SO
RT @ENA_Institute:Έφη Αχτσιόγλου, Γιάννης Δραγασάκης & Γιώργος Σταθάκης στην εκδήλωση "Μεταρρυθμίσεις προς ποια κατεύθυνση; Aπό τα μν… https://t.co/ApHCFX6FdA

Επικοινωνία

Μέγαρο Βουλής
10021, Αθήνα

τηλ (+30) 210 – 370 7299
(+30) 210 – 370 7972

e-mail
ydragasakis@parliament.gr