Ομιλία σε ημερίδα του ΣΕΒ με θέμα: «Η κρίση που μας απειλεί, η κρίση που μας προκαλεί»

Ευχαριστώ τον ΣΕΒ για την πρόσκληση να συμμετάσχω στη σημερινή συζήτηση.

 

Κάποτε η Μάργκαρετ Θάτσερ αναρωτήθηκε: «Τι είναι αυτό που λέτε κοινωνία;» Εννοώντας ότι δεν υπάρχουν κοινωνίες αλλά αθροίσματα ατόμων. Θεωρώ πολύ θετικό ότι η σημερινή συζήτηση έχει ως θέμα την κοινωνία και σημείο αναφοράς είναι οι ανάγκες της, η βούληση της.

 

Αναγνωρίζει, δηλαδή, το πλαίσιο της συζήτησης αφετηριακά ότι η κοινωνία μπορεί να έχει γνώμη και μπορεί και να αποφασίζει. Και πρέπει να αποφασίζει για τις επιλογές που αφορούν το μέλλον της. Άρα, η κοινωνία και η δημοκρατική έκφραση της βούλησής της δε μπορεί ούτε και πρέπει φυσικά να υποκαθίσταται από τις αγορές. Αυτό, νομίζω είναι μια καλή αφετηρία για τη συζήτησή μας.

 

Βεβαίως η κοινωνία δεν είναι ομοιογενής. Υπάρχει ως ένα ενδογενές ανταγωνιστικό σύνολο. Εσωτερικά έχει τάξεις, ομάδες, που είτε έχουν διαφορετικές ανάγκες είτε ιεραρχούν διαφορετικά τις προτεραιότητες. Επομένως στο ερώτημα «τι θέλει η κοινωνία» μπορούν να υπάρξουν απαντήσεις που να εκφράζουν συνολικά ανάγκες της κοινωνίας, αλλά προφανώς χρειάζεται και κάποια εξειδίκευση για να δούμε τα διάφορα τμήματα της κοινωνίας πώς βιώνουν τη ζωή τους, πώς ιεραρχούν τις ανάγκες τους και, άρα, κατά πόσον ό,τι ονομάζεται αλλαγή, εκσυγχρονισμός, μεταρρύθμιση, απαντά πράγματι στις ανάγκες των διαφόρων τάξεων και τμημάτων της κοινωνίας.

 

Η δική μου, λοιπόν, συνοπτική απάντηση στο γενικό ερώτημα που έχει τεθεί είναι ότι η κοινωνία δε θέλει αλλαγές ψευδεπίγραφες, έχει κουραστεί από αυτές. Έχει κουραστεί να ονομάζουν μεταρρύθμιση τον αναχρονισμό. Έχει κουραστεί να ονομάζουν εκσυγχρονισμό την καθυστέρηση.

 

Διότι, όταν κάποιος επιλέγει να μειώσει τους φορολογικούς συντελεστές αντί να πατάξει τη φοροδιαφυγή και να φτιάξει ένα σωστό φορολογικό σύστημα, αυτό σημαίνει ότι επικροτεί τον αναχρονισμό. Όταν κάποιος επιλέγει τη λογική του λιγότερου κράτους και χειροκροτεί κάθε περιορισμό, συνήθως των κοινωνικών δαπανών και όχι των αντιπαραγωγικών, αυτό σημαίνει ότι εμμέσως υιοθετεί τη συνέχιση ενός αναχρονιστικού κράτους.

 

Η κοινωνία νιώθει την ανάγκη αλλαγών που απαντούν στις ανάγκες της. Με έναν όμως άμεσο και δεσμευτικό τρόπο. Υπό την έννοια αυτή, νομίζω ότι η κοινωνία θέλει μεταρρυθμίσεις και αλλαγές, οι οποίες να μειώνουν τις ανισότητες, π.χ. να δημιουργούν συνθήκες πλήρους απασχόλησης, κοινωνικής συνοχής, καθώς και συνθήκες αειφορίας.

 

Πρέπει να πω ότι τα ερωτήματα αυτά μάς απασχολούν και εμάς στο χώρο της Αριστεράς και μάλιστα πρόσφατα ολοκληρώσαμε μία προγραμματική επεξεργασία, που -για να δώσουμε και κάποια έμφαση σε αυτό που μόλις είπα –  μιλούμε για την ανάγκη να σκεφτούμε την έξοδο από την τρέχουσα κρίση με όρους μιας νέας οικονομίας των αναγκών και μιας πολιτικής που είναι προσανατολισμένη στις ανάγκες της κοινωνίας και όχι στη μεγιστοποίηση των κερδών.

 

Επιτρέψτε μου, λοιπόν, αντί άλλης συμβολής στην ενδιαφέρουσα αυτή συζήτηση, να αναφερθώ σε ορισμένες περιοχές ώριμων, κατά την άποψή μας, αλλαγών και μεταρρυθμίσεων. Ορισμένες είναι αυτονόητες, αλλά παραδόξως δεν είναι στην προτεραιότητα που θα έπρεπε να είναι.

 

Μια πρώτη περιοχή αλλαγών αφορά στο παραγωγικό σύστημα. Δε μπορεί να ζήσει μια κοινωνία χωρίς να παράγει και να δημιουργεί. Εδώ έχει γίνει μία στρατηγική επιλογή: ότι η Ελλάδα μπορεί να αναπτύσσεται μέσω της κατανάλωσης και μάλιστα μιας κατανάλωσης που χρηματοδοτείται με δανεισμό.

 

Από το 1995 μέχρι σήμερα, το εθνικό εισόδημα της χώρας αυξήθηκε τρεις φορές. Ο δανεισμός των νοικοκυριών αυξήθηκε 24 φορές.

 

 

Για κάθε 1 ευρώ εθνικό εισόδημα που παράγεται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ο συνολικός δανεισμός, δημόσιος και ιδιωτικός, αυξάνεται κατά 2,5 φορές. Για να παράξουμε 1 ευρώ, δανειζόμαστε 2,5 ευρώ. Αυτό ονομάστηκε «ισχυρή ανάπτυξη», ονομάστηκε «ισχυρή οικονομία», ονομάστηκε «εκσυγχρονιστική πολιτική».

 

 

Χρειαζόταν να έρθει η διεθνής κρίση για να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό το αναπτυξιακό πρότυπο δεν ήταν βιώσιμο; Δηλαδή αν δεν ερχόταν η διεθνής κρίση, το ελληνικό σύστημα θα μπορούσε να αντέξει;

 

Εμείς είμαστε πάρα πολύ ανήσυχοι για την κρίση που ζούμε. Θεωρούμε ότι είναι παγκόσμια βεβαίως, αλλά στη χώρα μας παίρνει τη μορφή μιας κρίσης της εθνικής -ό,τι ονομάστηκε εθνική- αναπτυξιακής στρατηγικής.

 

Πρέπει λοιπόν να απαντήσουμε στην κρίση αυτή με ένα σχέδιο που θα αποσκοπεί στην παραγωγική, κοινωνική, θεσμικο – οργανωτική και πολιτική ανασυγκρότηση της χώρας μας, με όρους αειφορίας και με στόχο την πλήρη απασχόληση.

 

Μια δεύτερη μεγάλη περιοχή αλλαγών είναι το τραπεζικό σύστημα. Δε μπορεί να γίνει παραγωγική ανασυγκρότηση με τράπεζες που λειτουργούν κερδοσκοπικά. Το τραπεζικό σύστημα ασκεί κοινωφελή λειτουργία. Πρέπει να λειτουργεί ως «υποδομή» για την υπόλοιπη οικονομία και την κοινωνία. Με τον όρο «κοινωφελή λειτουργία» εννοώ τράπεζες που επιδιώκουν με κέρδος να υπηρετούν ανάγκες της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνίας και όχι τράπεζες για τις οποίες το κέρδος έχει γίνει αυτοσκοπός, γεγονός που τις οδηγεί σ’ ένα ρόλο μεταπρατικό και εν τέλει παρασιτκό.

 

Και επειδή αναφέρθηκα στο «μεταπρατισμό», να διευκρινίσω ότι όπως το εμπόριο δεν είναι μεταπρατισμός στο μέτρο που υπηρετεί την παραγωγή, έτσι και το εμπόριο του χρήματος (αγοράζω χρήμα – πουλάω χρήμα) δεν είναι παρασιτισμός στο μέτρο που υπηρετεί την παραγωγή. Όταν όμως γίνεται αυτονομημένη λειτουργία, τότε γίνεται μεταπρατισμός και παρασιτισμός και επιτείνει την αστάθεια και τις κρίσεις.

 

Η τρίτη μεγάλη βεβαίως περιοχή αλλαγών είναι το κράτος, είναι το δημόσιο. Επειδή ακούμε πολλά και ενδεχομένως θα λεχθούν και σήμερα πολλά, επιτρέψτε μου μία μικρή διευκρίνιση. Υπάρχει στην Ελλάδα δημόσιο; Το τυπικά δημόσιο στην Ελλάδα είναι και πραγματικό δημόσιο; Κατά τη γνώμη μου όχι. Το τυπικά δημόσιο στην Ελλάδα είναι κρατικό. Και το κρατικό είναι κυβερνητικό. Και το κυβερνητικό είναι κομματικό. Άρα το τυπικά δημόσιο, σε πολλές περιπτώσεις, στην πράξη είναι κέλυφος ιδιωτικών ιδιοτελών συμφερόντων.

 

Επομένως, η μεγάλη αλλαγή που πρέπει να προωθήσουμε δεν είναι πώς θα μικρύνουμε ή θα μεγαλώσουμε, δεν είναι πώς θα αλλάξουμε τις ποσοτικές ισορροπίες ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Το πρωτεύον είναι πώς θα αλλάξουμε, θα έλεγα μάλιστα ριζικά, το περιεχόμενο αυτού που λέμε «δημόσιο» και τους όρους και τα πλαίσια δράσης που θα βάλουμε στο ιδιωτικό. Πρόκειται, δηλαδή, κυρίως για ποιοτικές αλλαγές παρά για ποσοτικές αναρρυθμίσεις.

 

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Στην Ελλάδα, π.χ. στο τραπεζικό σύστημα, που μόλις αναφέρθηκα, κατά κάποιο τρόπο περάσαμε από το σχεδόν πλήρως κρατικό σύστημα που διαμορφώθηκε μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο στο απόλυτα ιδιωτικό, υπό την έννοια των κριτηρίων λειτουργίας του, δηλαδή και οι κρατικές τράπεζες λειτουργούσαν και λειτουργούν με ιδιωτικά κριτήρια.

 

Δεν υπήρξε ο ιστορικός χρόνος και ενδεχομένως και η κοινωνική δυναμική να υπάρξουν στην Ελλάδα αλλαγές που έγιναν αλλού, όπου διαμορφώθηκαν δηλαδή και ενδιάμεσοι δημόσιοι χώροι. Αυτό που αλλού λέγεται κοινωνική οικονομία, τρίτος τομέας, αλληλέγγυα οικονομία κλπ.

 

Το ζητούμενο, επομένως, είναι το τυπικά δημόσιο να λειτουργεί ως πραγματικά δημόσιο. Το ζητούμενο είναι ο αποτελεσματικός δημοκρατικός κοινωνικός έλεγχος και η συγκρότηση ενός δημόσιου χώρου που δεν ταυτίζεται με το κράτος, αλλά συγκροτείται από δημόσιες πολιτικές, από δημόσια και συλλογικά αγαθά, από διαφανείς λειτουργίες και μορφές οικονομίας που με όρους οικονομικής και οικολογικής βιωσιμότητας υπηρετούν ανάγκες και όχι ιδιοτελή συμφέροντα.

 

Η τέταρτη περιοχή αλλαγών αναφέρεται ειδικότερα στις δημόσιες επιχειρήσεις. Εδώ, με πιο συγκεκριμένο τρόπο, μπορούμε να δούμε την ανάγκη ορισμένες δημόσιες επιχειρήσεις να ανακτηθούν ως εργαλεία ανάπτυξης, όπως: ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, ευρυζωνικά δίκτυα, υποδομές. Επομένως, πρέπει οι δημόσιες επιχειρήσεις να τεθούν με έναν άμεσο τρόπο υπό τον έλεγχο κοινωνικών θεσμών, να απαλλαγούν από συμφέροντα ιδιοτελή ή ιδιωτικά τα οποία διαβρώνουν τη δυνατότητά τους και να εξασφαλιστούν όροι μεγιστοποίησης της κοινωνικής αποτελεσματικότητάς τους.

 

Το πέμπτο σημείο, αλλά από τα πρώτα σε σημασία, είναι τα θέματα αναδιανομής, φορολογίας και συλλογικών αγαθών. Πολλές φορές στην Ελλάδα γίνονται συζητήσεις περί συναίνεσης, χωρίς όμως να συζητούνται οι προϋποθέσεις συναίνεσης. Η συναίνεση δεν είναι απλώς μία επιθυμία ή μια ευχή. Οι ισχυροί πάντα θέλουν τη συναίνεση των αδυνάτων, όμως αυτό δεν είναι συναίνεση, αλλά υποταγή.

 

Διάβαζα προ ημερών μια μελέτη του ΟΟΣΑ, που έλεγε ότι αν σε μια κοινωνία υπάρχουν σε επάρκεια δημόσια αγαθά και υπάρχει και ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα που χρηματοδοτεί αυτά τα αγαθά, αυτό είναι μια στοιχειώδης προϋπόθεση συναίνεσης.

 

Εάν αυτό τον κανόνα τον φέρουμε στην Ελλάδα, θα δούμε ότι η νεοφιλελεύθερη λογική και οι πολιτικές που ασκήθηκαν τα τελευταία χρόνια, έχουν καταστρέψει τις προϋποθέσεις της όποιας συναίνεσης. Το φορολογικό σύστημα έχει γίνει εξαιρετικά άδικο και άνισο και τα δημόσια αγαθά είτε έχουν συρρικνωθεί είτε έχουν διαβρωθεί σε βαθμό που να μη συνιστούν πραγματικά δημόσια και συλλογικά αγαθά. Από την άποψη αυτή, λοιπόν, μία ριζική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος με στόχο και σε συνδυασμό με τις ανάλογες πολιτικές για τη χρηματοδότηση και τη διεύρυνση των συλλογικών αγαθών τη θεωρούμε ως άμεση προτεραιότητα.

 

Δεν είναι δυνατόν να μιλούμε για έξοδο από την κρίση υπονοώντας ότι ο κόσμος της ανέχειας θα ξαναπάει στις τράπεζες να πάρει δάνειο για την πρώτη του κατοικία, να πάρει δάνειο για τις σπουδές των παιδιών του, να πάρει δάνειο για τυχόν ανάγκες νοσοκομειακής περίθαλψης. Δηλαδή βασικές βιοτικές ανάγκες, αντί να ικανοποιούνται από ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος, να έχουν γίνει πεδίο τραπεζικής κερδοσκοπίας, χωρίς την ευθύνη αποκλειστικά των τραπεζών. Η λύση δεν είναι ο δανεισμός των φτωχών ή των σχετικά φτωχών, αλλά η εξασφάλιση απασχόλησης και συλλογικών αγαθών που να ικανοποιούν τις βασικές τους, κατ’ αρχήν, ανάγκες

 

Ο έκτος τομέας είναι οι εργασιακές σχέσεις. Ο κόσμος της εργασίας, ο κόσμος της γνώσης, σε ό,τι σχέδιο και αν επεξεργαστούμε για την κοινωνία, πρέπει να έχει σαφή και προσδιορισμένο ρόλο. Δεν νοείται ανάπτυξη χωρίς τους βασικούς τελεστές της.

 

Από την άποψη αυτή, η αναρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων δεν έχει απλώς ένα χαρακτήρα στενά οικονομικό, που έχει να κάνει με τους μισθούς, τα ημερομίσθια, τα ωράρια, τους όρους δηλαδή εμπορευματικής σχέσης της εργατικής δύναμης με τον εργοδότη, αλλά ένα ευρύτερο περιεχόμενο που έχει να κάνει, όπως είπα, με το χαρακτήρα τελικά της κοινωνίας που οραματιζόμαστε και θέλουμε να συγκροτήσουμε.

 

Τελειώνω, αναφέροντας απλώς τους τίτλους σε ορισμένα ακόμα θέματα.

 

Ένα τέτοιο θέμα είναι οι βαθμοί ελευθερίας στην άσκηση της πολιτικής. Αυτό έχει να κάνει, σε μεγάλο βαθμό, με τη σχέση μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και με τον τρόπο που κατανοούμε αυτή τη σχέση. Δε θεωρώ ρεαλιστική την υπόθεση ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κρίση χωρίς περιθώρια άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής, άσκησης νομισματικής πολιτικής, χωρίς περιθώρια τελικά ενεργοποίησης εκείνων των εργαλείων που σε άλλες χώρες χρησιμοποιούνται.

 

Νομίζω ότι υπάρχουν περιθώρια, η Ελλάδα ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να διευρύνει αυτούς τους βαθμούς ελευθερίας, όχι στο όνομα κάποιας εθνικής ιδιαιτερότητας, αλλά στο όνομα αδήριτων, ζωτικών αναγκών, όχι μόνο της ελληνικής οικονομίας αλλά σε τελευταία ανάλυση όλων των κοινωνιών και όλων των οικονομιών της ευρωζώνης.

 

Τέλος, για το πολιτικό σύστημα. Η κρίση, για την οποία συζητούμε, είναι προϊόν ενός συστήματος που υπηρετήθηκε από τις πολιτικές δυνάμεις του δικομματισμού που κυριαρχούν στη χώρα μας. Άρα, μέρος του προβλήματος είναι και αυτές οι δυνάμεις και το δικομματικό σύστημα που αυτές συγκροτούν και το οποίο τείνει να λειτουργεί ως ένα κλειστό καρτέλ εξουσίας. 

 

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.