Συνέντευξη στην εφημερίδα “ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ”_Η Αριστερά πρέπει να προτείνει σχέδιο για την οικονομία εναλλακτικό στις νεοφιλεύθερες επιλογές_

Η Αριστερά πρέπει να προτείνει σχέδιο για την οικονομία εναλλακτικό στις νεοφιλελεύθερες επιλογές

1) Από όλες σχεδόν τις πλευρές, από την κυβέρνηση, το ΠΑΣΟΚ, το ΣΕΒ, την Κομισιόν, τα κανάλια, ακούμε ότι η ελληνική οικονομία έχει σοβαρότατα προβλήματα που την κάνουν να μην είναι ανταγωνιστική. Ποια είναι, κατά την άποψή σου, η πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας; Τα προβλήματα είναι έτσι όπως τα εμφανίζουν, είναι μόνο αυτά, υπάρχουν κι άλλα;

Πέρυσι, οι εξαγωγές της χώρας μας ήσαν 12,6 δις ευρώ, οι εισαγωγές 38 δις ευρώ. Ε, όταν μια χώρα πληρώνει για εισαγωγές υπερτριπλάσια απ’ όσα εισπράττει από εξαγωγές ασφαλώς και έχει πρόβλημα και μάλιστα σοβαρό.

Το παραγωγικό σύστημα πάσχει. Δεν παράγει διεθνώς αναγνωρίσιμα και εμπορεύσιμα αγαθά ούτε δημιουργεί επαρκείς θέσεις απασχόλησης.

Αλλά δεν είναι το  μόνο πρόβλημα. Ταυτόχρονα είμαστε η χώρα με τις μεγαλύτερες εισοδηματικές ανισότητες και έχουμε από τους υψηλότερους δείκτες φτώχειας, ανεργίας και Δημόσιου Χρέους στην Ε.Ε. των 15.

Το μοντέλο ανάπτυξης, λοιπόν, έχει φτάσει σ’ ένα σημείο που αναπαράγεται μ’ έναν τρόπο, που διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες και οξύνει τις οικονομικές ανισορροπίες του συστήματος.

2) Επίσης και η προτεινόμενη συνταγή για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της οικονομίας είναι μία και μοναδική και συμπυκνώνεται στην πρόσφατη έκθεση του ΚΕΠΕ και της Επιτροπής για την Ανταγωνιστικότητα. Πώς κρίνεις σε γενικές γραμμές αυτές τις προτάσεις;  

Η Έκθεση του ΚΕΠΕ αντιμετωπίσθηκε απαξιωτικά, σχεδόν χλευαστικά. Ασφαλώς η συγκεκριμένη έκθεση εκθέτει το ΚΕΠΕ ως επιστημονικό Ίδρυμα. Ασφαλώς χρησιμοποιήθηκε από την Κυβέρνηση προσχηματικά για την καλλιέργεια κλίματος. Από την άλλη πλευρά όμως η έκθεση του ΚΕΠΕ, κωδικοποιεί και εκθέτει τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες απόψεις. Κωδικοποιεί ότι κατά καιρούς έχει πει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο ΟΟΣΑ, οι διεθνείς επενδυτές. Με αυτές τις απόψεις, λοιπόν, εμείς ως αριστερά, έχουμε χρέος να συγκρουσθούμε να τις αναιρέσουμε επί της ουσίας τους, να αντιπαραθέσουμε δικές μας εναλλακτικές προτάσεις, διότι αν όχι όλες, πολλές απ’ αυτές θα τις βρούμε μπροστά μας.

Αξιοσημείωτη και η στάση του ΠΑΣΟΚ. Ουδεμία αντιπαράθεση υπήρξε επί της ουσίας των προτάσεων. Μόνο για τη διαδικασία, ή τους ρυθμούς υλοποίησής τους έγινε λόγος. Τούτο σημαίνει ότι υπάρχει επί της ουσίας συναίνεση στη λογική και την κατεύθυνση των προτάσεων του ΚΕΠΕ παρά τον καθολικό χλευασμό. Και τούτο είναι που πρωτίστως πρέπει να μας απασχολήσει ως Αριστερά.

3) Ποια είναι κατά την άποψή σου η λογική των προτάσεων αυτών;

Η λογική είναι το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας να το πληρώνουν οι εργαζόμενοι και η Κοινωνία. Πρώτον με την καθήλωση των μισθών, την περαιτέρω ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας και τη συρρίκνωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Δεύτερο με την μείωση των κοινωνικών δαπανών και την αύξηση της έμμεσης φορολογίας.

Είναι προτάσεις αναδιανομής εισοδημάτων, με στόχο την αύξηση της κερδοφορίας. Δε διευρύνουν δηλαδή πραγματικά τις παραγωγικές ή ανταγωνιστικές δυνατότητες της χώρας. Αντίθετα την απειλούν με ύφεση ή στασιμότητα.

4) Πέραν, δηλαδή, της κοινωνικής δικαιοσύνης θέτεις και ένα θέμα οικονομικής αναποτελεσματικότητας των μέτρων που προτείνει το ΚΕΠΕ;

Ασφαλώς. Βασική παραδοχή της έκθεσης του ΚΕΠΕ είναι ότι η υψηλή φορολογία και οι υψηλές δημόσιες δαπάνες συνιστούν αντικίνητρο στην ανταγωνιστικότητα άρα πρέπει να μειωθούν οι φόροι και οι δαπάνες.

Στη Γενεύη εδρεύει ένα οργανισμός, ο ΙΜD ειδικός σε θέματα ανταγωνιστικότητας, νεοφιλελεύθερης γενικά κατεύθυνσης. Τα στοιχεία μάλιστα του οργανισμού χρησιμοποιεί και η έκθεση του ΚΕΠΕ. Μονόπλευρα όμως όπως αποδείχνεται. Και τούτο γιατί η τελευταία έκθεση αυτού του οργανισμού, όπως διαβάζουμε στους Financial Times (12.5.05) διαπιστώνει ότι το ύψος της φορολογίας και των δημοσίων δαπανών δεν συνιστά αναγκαστικά εμπόδιο στην ανταγωνιστικότητα. Πράγματι χώρες όπως η Φιλανδία, η Δανία, η Σουηδία κ.α έχουν σε σχέση με μας υψηλότερη φορολογία και υψηλότερες δημόσιες δαπάνες αλλά είναι πρώτες διεθνώς στην ανταγωνιστικότητα.  Σημασία συνεπώς έχει η δομή του φορολογικού συστήματος και ο τρόπος αξιοποίησης των δημόσιων δαπανών.

5) Τι θα μπορούσε να προτείνει η Αριστερά στο συγκεκριμένο αυτό ζήτημα;

Μα τα έχουμε προτείνει. Πρώτον να προταχθεί ως στόχος η πάταξη της φοροδιαφυγής και να γίνει πιο αποτελεσματικό και πιο δίκαιο το φορολογικό σύστημα.

Δεύτερον, να ελεγχθεί και να βελτιωθεί η κοινωνική και οικονομική αποτελεσματικότητα των Δημοσίων Δαπανών.

Και όταν μίλησα για επιστημονική ευθύνη του ΚΕΠΕ αυτό εννοούσα. Δουλειά του ΚΕΠΕ είναι να προτείνει το κοινωνικά αναγκαίο. Και το κοινωνικά αναγκαίο είναι να βελτιώνουμε τον τρόπο αξιοποίησης των Δημόσιων Πόρων. Δεν είναι δουλειά του ΚΕΠΕ να κρίνει αν η Ν.Δ. ή το ΠΑΣΟΚ έχουν ή όχι διάθεση να το κάνουν. Διότι αυτό λέει η έκθεση του ΚΕΠΕ. Επειδή, λέει, σε μας η χρήση των δημόσιων πόρων δεν είναι αποτελεσματική, ας τους μειώσουμε, δηλαδή να διαιωνιστεί το πρόβλημα. Χωρίς μάλιστα να αναλύει τις συνέπειες.

6) Θα μπορούσε να λεχθεί το ίδιο για το ζήτημα του λεγόμενου εργατικού κόστους;

Ασφαλώς. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός είναι μορφή πολέμου. Αν λοιπόν πούμε ότι εμείς θα μπούμε στον πόλεμο αυτό με όπλο, είτε τη μείωση της φορολογίας των κερδών, είτε τη μείωση των κοινωνικών δαπανών, είτε τη μείωση των μισθών, στην πραγματικότητα δε βελτιώνουμε την παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας αλλά ανακατανέμουμε το κόστος από το έλλειμμά της σε βάρος των εργαζομένων.

Πρέπει λοιπόν να βρούμε «όπλα» που να βελτιώνουν πραγματικά τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας και ει δυνατόν να μην μπορούν εύκολα να χρησιμοποιηθούν από άλλους.

Αυτό έκαναν όλες οι χώρες που πέτυχαν να κερδίσουν μια θέση στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας.

Η Φιλανδία και η Σουηδία το πέτυχαν στις καινοτομίες, ακόμη και η Κούβα κάνει μια προσπάθεια αξιοσημείωτη στην ιατρική έρευνα.

Εμείς που στοχεύουμε;

Πρέπει λοιπόν κάπου να επιδιώξουμε κάποιο προβάδισμα, τεχνολογικό ή άλλο, κάποια ιδιαιτερότητα που να μην είναι εύκολα αντιγράψιμη, κάποια συγκριτικά πλεονεκτήματα όπως λένε οι οικονομολόγοι.

7) Πού θα μπορούσαμε, πράγματι, να στοχεύσουμε;

Απ’ αυτό θα έπρεπε να ξεκινήσει μια συζήτηση περί ανταγωνιστικότητας. Πριν από το «πώς», είναι το «τι». Δεν έχει νόημα να συζητούμε πώς θα παράγουμε για παράδειγμα πιο ανταγωνιστικούς «αραμπάδες» αν αυτοί δεν αντιστοιχούν σε σύγχρονες ανάγκες.

Δε θα ήθελα λοιπόν να υποκαταστήσω μια συζήτηση που πρέπει να γίνει και επειδή δε γίνεται πρέπει εμείς να την προκαλέσουμε ως Αριστερά.

Να φέρω όμως ένα μόνο παράδειγμα. Μια αδιαφιλονίκητη θετική ιδιαιτερότητα που έχουμε ως χώρα είναι το περιβάλλον. Πέρα από τις δυνατότητες ποιοτικού τουρισμού αναπτύσσονται διεθνώς κλάδοι και δραστηριότητες σε σχέση με το περιβάλλον. Ποιες είναι οι επιδιώξεις μας; Είμαστε η πιο ηλιόλουστη χώρα. Γιατί είμαστε οι τελευταίοι στην Ευρώπη σε ηλιακή ενέργεια;  Έχουμε τους περισσότερους ανέμους. Γιατί είμαστε οι τελευταίοι στη χρήση αιολικής ενέργειας;  Και, πέρα από τη χρήση γιατί πρέπει να εισάγουμε τα πάντα σε ό,τι γίνεται στον τομέα αυτόν; Δε θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε μια εγχώρια τεχνογνωσία;  Το εργατικό κόστος, οι δημόσιες δαπάνες ή η φορολογία μας φταίει σ’ αυτό;

8) Τελικά πού, κατά τη γνώμη σου, εντοπίζεται το πολιτικό πρόβλημα σε σχέση με την ανταγωνιστικότητα; Και ποια πρέπει να είναι η απάντηση της Αριστεράς;

Το πολιτικό πρόβλημα συνίσταται στο ότι ζούμε μια εποχή που γίνονται δραματικές αλλαγές στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας. Πρέπει λοιπόν ως κοινωνία να κάνουμε επιλογές. Οι επιλογές έχουν ρίσκο, οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις δε θέλουν να το πάρουν διότι θα δημιουργήσουν δυσαρέσκειες, θα χάσουν τμήματα της εκλογικής τους πελατείας. Έτσι αφήνουν αυτές τις επιλογές να τις κάνουν οι αγορές ούτε όμως οι ιδιώτες παίρνουν τις σχετικές αποφάσεις διότι έχουν επιχειρηματικό ρίσκο. Πρέπει συνεπώς να γίνουν πράγματα, που το Κράτος δε θέλει να τα κάνει και οι ιδιώτες δε θέλουν επίσης ή δε μπορούν. Μπαίνουμε έτσι, σε μια φάση ακινησίας, γενικευμένου αρνητισμού και μιζέριας, σε μια μάχη όλων εναντίον όλων, αφού η κοινωνία έχει συνείδηση ότι η προς διανομή πίτα απειλείται με συρρίκνωση.

Η Αριστερά λοιπόν, ασφαλώς, πρέπει να αμυνθεί, ώστε αυτό το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας να μη μεταφερθεί στους εργαζόμενους και την κοινωνία. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να δει και αυτή την ευρύτερη πρόκληση με την οποία είναι αντιμέτωπη και να δει πώς μπορεί να την αξιοποιήσει. Χρειάζεται μ’ άλλα λόγια ένα συνολικότερο σχέδιο και για την οικονομία και για την κοινωνία και για την πολιτική, εναλλακτικό και ανταγωνιστικό προς τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες τάσεις και επιλογές.