«Για μια ευρωπαϊκή συμμαχία κατά των ανισοτήτων»

Ευχαριστώ το Ινστιτούτο Ν. Πουλαντζάς για τη δυνατότητα που μου δίνεται να απευθυνθώ σ’ αυτό το σημαντικό και επίκαιρο συνέδριο.

Το Συνέδριο γίνεται σε μια συγκυρία που στην Ελλάδα αρχίζει να γίνεται ορατό το τέλος των μνημονίων και της σκληρής επιτροπείας. Ολοκληρώνεται, έτσι, μια πρώτη φάση της διακυβέρνησης της χώρας μας από μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Ταυτόχρονα, αρχίζει ο σχεδιασμός  της δεύτερης πιο απαιτητικής φάσης. Πιο απαιτητικής, διότι, αν μέχρι σήμερα η προσοχή μας επικεντρώθηκε στην αντιμετώπιση των ακραίων συμπτωμάτων της φτώχειας και της ανισότητας, τώρα πρέπει να σχεδιάσουμε τις παρεμβάσεις μας στο επίπεδο της αντιμετώπισης των αιτιών. Αν μέχρι τώρα δώσαμε έμφαση στη λήψη στοχευμένων μέτρων, τώρα, από τα επιμέρους μέτρα πρέπει να περάσουμε σε ολοκληρωμένες και συνεκτικές πολιτικές.

Αν μέχρι τώρα ενδιέφερε πρωτίστως το άμεσο αποτέλεσμα, τώρα πρέπει να αναπτύξουμε μακρόπνοες στρατηγικές που να εντάσσονται στο σχεδιασμό της μεταμνημονιακής Ελλάδας. Ο προβληματισμός λοιπόν που θα αναπτυχθεί στη διάρκεια του Συνεδρίου θα είναι και μια συμβολή στο σχεδιασμό της κυβερνητικής πολιτικής σε αυτή τη νέα φάση. Το Συνέδριο είναι σημαντικό και επίκαιρο επίσης, διότι το φαινόμενο των ανισοτήτων, αν και δεν είναι καινούριο, προβάλλει σήμερα με πολλές νέες μορφές, με απειλητικές διαστάσεις και δυνητικούς κινδύνους.

Οι ανισότητες σε έκρηξη: Νεοφιλελευθερισμός και κρίση υποκειμένων

Γνωρίζουμε βέβαια ότι ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που ενδογενώς παράγει και διευρύνει τις ανισότητες. Όμως, υπήρξαν και περίοδοι στην ιστορία των κοινωνιών που προωθήθηκαν – κυρίως από προοδευτικές κυβερνήσεις και με τη στήριξη ισχυρών κοινωνικών κινημάτων – διευθετήσεις που πέτυχαν τον περιορισμό των ανισοτήτων. Όμως, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 υπάρχει μια σαφής τάση διεύρυνσης των ανισοτήτων και διάχυσής τους σε ένα ευρύ φάσμα, πρακτικά σε όλες τις πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Πίσω από την εξέλιξη αυτή, υπάρχουν κατά την άποψή μου δυο βασικοί παράγοντες:

* Ο πρώτος είναι η ανάδειξη του νεοφιλελεύθερου δόγματος σε κυρίαρχη κυβερνητική πολιτική και η υπονόμευση ή ακύρωση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

* Ο δεύτερος είναι η κρίση των κοινωνικών και πολιτικών υποκειμένων, των συνδικάτων κυρίως και των παραδοσιακών  πολιτικών κομμάτων της Αριστεράς -σοσιαλδημοκρατικών και κομμουνιστικών – των δυνάμεων, δηλαδή, που από  διαφορετικές αφετηρίες και στρατηγικές έδρασαν ως ανάχωμα στη διεύρυνση των ανισοτήτων και στη διεκδίκηση εξισωτικών αιτημάτων κατά την  προηγούμενη ιστορική περίοδο. Η διεύρυνση, συνεπώς, των ανισοτήτων αντανακλά κυρίως κοινωνικούς και πολιτικούς παρά τεχνολογικούς παράγοντες. Και με αυτή την έννοια και η μείωση τους είναι πρόβλημα κατεξοχήν πολιτικό.

Η αναγνώριση των ανισοτήτων δεν αρκεί

Είναι ενδιαφέρον ότι το πρόβλημα των ανισοτήτων αναγνωρίζεται πλέον από πολλές πλευρές. Πρόσφατα το ΔΝΤ, διαμέσου της Γενικής Διευθύντριάς του, επισήμανε τις επιδράσεις των τεχνολογικών εξελίξεων στην ανισότητα και ζήτησε «δίχτυα ασφαλείας» για την προστασία των αδυνάμων της σύγχρονης εποχής. Αντίστοιχα, ο ΟΟΣΑ πιστοποιεί ότι η σταδιακή ανάκαμψη, δε φαίνεται να συνοδεύεται με αναστροφή της τάσης αύξησης της εισοδηματικής ανισότητας που παρατηρείται εδώ και δεκαετίες. Τέλος, για τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας, η ανισότητα απειλεί και άλλους παράγοντες κοινωνικής ευημερίας όπως η Δημοκρατία, η δημόσια ασφάλεια, η κοινωνική σταθερότητα, η οικονομική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα.

Κανείς, λοιπόν, πλέον δεν αγνοεί το θέμα των ανισοτήτων. Και αυτό είναι μια θετική εξέλιξη. Αυτή η ομοβροντία δηλώσεων θα έλεγε κάποιος ότι συνιστά και μία απόδειξη συνειδητοποίησης της κατάστασης από τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ. Ότι δηλαδή αρχίζουν πλέον να μαθαίνουν από τα διδάγματα της κρίσης. Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν είναι κάτι που θα μπορούσαμε να το υποστηρίξουμε τεκμηριωμένα. Όλες οι προαναφερόμενες προσεγγίσεις δίνουν έμφαση στα συμπτώματα της ανισότητας, αγνοώντας τα  βαθύτερα αίτια αυτού του φαινομένου.

Σήμερα, στην οικεία επιστημονικο-πολιτική συζήτηση, εντοπίζονται τρία βασικά ρεύματα σκέψης σχετικά με τις ανισότητες.

Το νεοφιλελεύθερο ρεύμα αποδίδει τις ανισότητες κατά βάση στις τεχνολογικές αλλαγές και προτείνει τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος στο πλαίσιο του παραδείγματος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Το νέο-κεϋνσιανό ρεύμα αποδίδει τις ανισότητες στην ελεύθερη λειτουργία των αγορών και προτάσσει μια σειρά από ρυθμίσεις στις αγορές ως την επιθυμητή και εφικτή μέθοδο αντιμετώπισης.

Όπως συμβαίνει συνήθως στο δημόσιο διάλογο και στα δύο ρεύματα εμπεριέχονται πραγματικές εκφάνσεις του φαινομένου. Είναι προφανές, για παράδειγμα, ότι η υπό εξέλιξη Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση, αλλά και ό,τι προηγήθηκε αυτής στους τομείς των νέων τεχνολογιών, διαμορφώνει όρους διεύρυνσης των ανισοτήτων. Όπως, επίσης, είναι σωστό ότι η ελευθερία των αγορών και η απουσία κάθε ρύθμισης, κυρίως πλήττει τους ήδη αδύναμους και διευκολύνει – ιδίως σε περιόδους κρίσης – τη φτωχοποίηση των μέχρι πρότινος «ασφαλών». Εντούτοις, αμφότερα τα ρεύματα σκέψης περιορίζουν τις μεθόδους αντιμετώπισης εντός ενός πλαισίου, το οποίο όπως προείπαμε συμβάλλει καταλυτικά στη διαιώνιση των ανισοτήτων. Προφανώς, επομένως, αυτές δεν είναι οι απαντήσεις που χρειάζονται οι κοινωνίες και οι υποτελείς τάξεις.

Στο σημείο αυτό αναδείχνεται η ανάγκη του ρεύματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς ως φορέα αναζήτησης και πάλης για ουσιαστικές λύσεις.

Η Αριστερά στον αγώνα κατά των ανισοτήτων

Τις απαντήσεις προς την κατεύθυνση της ουσιαστικής υπέρβασης του προβλήματος τις αναζητά ακριβώς το ριζοσπαστικό-προοδευτικό ρεύμα, το οποίο αποδίδει τις ανισότητες σε βαθύτερους κοινωνικούς παράγοντες που ανάγονται στους όρους συσσώρευσης, παραγωγής και διανομής.

Για την Αριστερά, βέβαια, η «αποκάλυψη» του προβλήματος των ανισοτήτων δεν είναι ένα σημείο των καιρών είναι μία μόνιμη μέριμνα, εγγεγραμμένη στην πολιτική της ταυτότητα και κεντρικό αντικείμενο των πολιτικών επιδιώξεων και παρεμβάσεων.

Και επειδή διαθέτουμε αυτό το ιδιότυπο θεωρητικό και πολιτικό προβάδισμα, θεωρούμε ότι μπορούμε να θέσουμε αυτό το πρόβλημα στην αιχμή της στρατηγικής μας και να πιέσουμε για περισσότερο ριζικές αλλαγές που θα επιτρέπουν μια βιώσιμη και μακροπρόθεσμη διαχείρισή του. Πρόκειται για ένα ζήτημα καθοριστικής σημασίας που αφορά στην κρίση της Ευρώπης, στην άνοδο του ξενοφοβικού, ακροδεξιού λαϊκισμού και συνιστά ένα πεδίο πάλης στο οποίο έχουμε χρέος να παρέμβουμε συντονισμένα και συστηματικά.

Παρά την ευρεία λοιπόν αναγνώριση του προβλήματος, αν οι βασικοί παράγοντες επιδείνωση των ανισοτήτων, δηλαδή, η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και η κρίση των υποκειμένων δεν αναιρεθούν, τότε το νέο τεχνολογικό κύμα που βρίσκεται σε εξέλιξη υπάρχει κίνδυνος να συνοδευτεί από ακόμα πιο δραματική διεύρυνση των κοινωνικών και των χωρικών ανισοτήτων, και αυτό, παρά το γεγονός, ότι, οι ίδιες οι τεχνολογίες θα μπορούσαν να διευκολύνουν μια δίκαιη και χωρικά αποκεντρωμένη ανάπτυξη.

Επομένως, τι κάνουμε από δω και πέρα; Η αριστερή απάντηση στο πρόβλημα των ανισοτήτων υποδηλώνει δύο αλληλένδετες διαδικασίες: τί κάνουμε για τις ανισότητες, με ποιες πολιτικές, δηλαδή, θα τις καταπολεμήσουμε, και δεύτερο, με ποιο τρόπο,  προωθούμε τις εν λόγω πολιτικές;

Θα ξεκινήσω από το δεύτερο. H δράση της Αριστεράς από τη θέση της  αντιπολίτευσης επιτρέπει τον αναστοχασμό, τον πειραματισμό, την κινηματική δράση και την κινητοποίηση, την άσκηση πίεσης, την προγραμματική ελαστικότητα, τον πολυσυλλεκτισμό, την ταυτόχρονη υιοθέτηση διαφορετικών, ακόμη και ανταγωνιστικών μεταξύ τους αιτημάτων.

Η κυβερνητική θέση επιβάλλει τη σχηματοποίηση των αξιών, των ιδεών και των προτάσεων και το μετασχηματισμό τους σε δημόσιες πολιτικές, εφαρμόσιμων εντός των υφιστάμενων συσχετισμών πράγμα που σημαίνει την κατανόηση της λογικής του κράτους και των περιορισμών που αυτό και οι συσχετισμοί  επιβάλλουν κατά περίπτωση.

Η αντιπολίτευση σημαίνει ότι, εν τέλει, το αριστερό πολιτικό υποκείμενο δε δύναται να διασφαλίσει αυτόνομα την προώθηση των προτάσεών του (μόνον πιέζοντας την εκάστοτε κυβέρνηση), ενώ η κυβέρνηση δίνει τη δυνατότητα της εφαρμογής μιας προοδευτικής πολιτικής. Άλλωστε προοδευτικές κυβερνήσεις ήταν εκείνες που στις προηγούμενες δεκαετίες προώθησαν προγράμματα άμβλυνσης της ανισότητας διαμέσου της αναδιανομής και της συγκρότησης του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους.

Άρα η κυβερνώσα και η κινηματική Αριστερά δεν αποτελούν δυο ανταγωνιστικές ή αλληλοαποκλειόμενες μορφές της Αριστεράς αλλά δυο συμπληρωματικές όψεις της. Τούτο πρακτικά σημαίνει, όπως δείχνει και η δίκη μας εμπειρία, ότι η ύπαρξη μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, όχι μόνο δεν αναιρεί την ανάγκη δράση από τα κάτω αλλά την καθιστά ακόμη πιο αναγκαία, τόσο στο επίπεδο των κοινωνικών κινημάτων όσο και στο επίπεδο των ιδεών, και της κριτικής σκέψης.

Στη συνάφεια αυτή, θεωρούμε ότι η παρουσία μας στην κυβέρνηση και η πείρα που έχουμε σωρεύσει από αυτά τα περίπου τρία χρόνια, έχουν να πουν πολλά τόσο για το περιεχόμενο μιας πολιτικής καταπολέμησης των ανισοτήτων όσο και για τους όρους υλοποίησης αυτής της πολιτικής.

Η Αριστερά στην κυβέρνηση: Το παράδειγμα της Ελλάδας

Στην Ελλάδα οι κοινωνικές ανισότητες έχουν λάβει τερατώδεις διαστάσεις διότι πέραν των παραγόντων που ισχύουν σε άλλες χώρες εδώ ιδιαίτερα επιβαρυντική ήταν η πολιτική των μνημονίων και οι επιλογές των κυβερνήσεων που διαχειρίστηκαν αυτά τα προγράμματα πριν από εμάς.

Τι κάναμε όμως εμείς; Εμείς κινηθήκαμε με βάση δύο στόχους:

* Πρώτον, με βάση το παράλληλο πρόγραμμα, δηλαδή το δικό μας πρόγραμμα, επιδιώκαμε στοιχεία του εν λόγω προγράμματος να γίνουν αποδεκτά  στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές ή να βρούμε τρόπους  να υλοποιήσουμε μέτρα πέραν των μνημονίων για την ανακούφιση των αδύναμων στρωμάτων και ομάδων, εντός των περιορισμών που έθεταν οι υποχρεώσεις του συμπεφωνημένου Προγράμματος.

* Ο δεύτερος στόχος ήταν η διαρκής διεκδίκηση πολιτικού χρόνου και βαθμών ελευθερίας, ώστε να μπορέσουμε να διευρύνουμε το εύρος των παρεμβάσεων μας και να δημιουργήσουμε σταδιακά τους όρους και τις προϋποθέσεις για πιο ριζικές δομικές αλλαγές. Επρόκειτο ή μάλλον πρόκειται για έναν αγώνα που συνεχίζεται, βήμα το βήμα, μέτρο το μέτρο, λεπτό το λεπτό και με την έννοια του χρόνου και με την έννοια του χρήματος.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω ένα σχόλιο. Σε τμήματα της Αριστεράς υπήρχε και υπάρχει η άποψη ότι υπό συνθήκες καπιταλισμού η Αριστερά δεν πρέπει να αναλαμβάνει κυβερνητικές ευθύνες διότι δεν μπορεί να επιτύχει τίποτα υπέρ των εργαζομένων και των αδυνάτων.

Η ώρα του απολογισμού δεν έχει έρθει ακόμη. Ωστόσο, κλείνοντας σε λίγο τρία χρόνια από την ανάληψη της ευθύνης για τη διακυβέρνηση της χώρας, προσωπικά θεωρώ ότι ένα συμπέρασμα που μπορούμε να διατυπώσουμε είναι ότι ακόμη και υπό τους πλέον δυσμενείς πολιτικούς συσχετισμούς, ακόμη και υπό τους πιο ασφυκτικούς δημοσιονομικούς περιορισμούς μπορέσαμε να σταματήσουμε και να αντιστρέψουμε  τη κατάρρευση στους κρίσιμους τομείς της Υγείας και της Παιδείας, να κάνουμε εφικτή την αποκλιμάκωση της ανεργίας, να εισάγουμε θεσμούς όπως το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης ή την καθολική πρόσβαση ανασφάλιστων πολιτών στο σύστημα Υγείας, στόχους για τους οποίους αγωνιζόμαστε χρόνια. Θεσμοί και μέτρα που οι προηγούμενες κυβερνήσεις αρνούνταν να υλοποιήσουν σε περιόδους οικονομικής άνθισης υλοποιούνται τώρα υπό συνθήκες μεγάλης στενότητας. Η κυβέρνηση υλοποίησε και σχεδιάζει δράσεις και πολιτικές για την καταπολέμηση της ανισότητας στις ποικίλες εκδοχές της.

Δράσεις και πολιτικές:

– για την πρόσβαση όλων των πολιτών σε κοινωνικά αγαθά (κοινωνικό τιμολόγιο ΕΥΔΑΠ, πρόσβαση ανέργων σε μέσα μαζικής μεταφοράς, κοινωνικό τιμολόγιο ρεύματος, δωρεάν ιντερνέτ σε πρωτοετείς φοιτητές)

κατά των ανισοτήτων στον τομέα της Υγείας (νέο Πρωτοβάθμιο Σύστημα Υγείας / Τοπικές Μονάδες Υγείας)

κατά των ανισοτήτων στην αγορά εργασίας (ενίσχυση ελεγκτικών μηχανισμών και των κυρώσεων για την καταπολέμηση της αδήλωτης και απλήρωτης εργασίας)

για την άμβλυνση διακρίσεων και ανισοτήτων ως προς την απόλαυση βασικών ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων (επέκταση συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια, νομική αναγνώριση φύλου, αλλαγές στη Σαρία, καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών)

για την υποστήριξη ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού (Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, θεσμικές παρεμβάσεις υπέρ των ΑμεΑ, Εθνική Στρατηγική για τους Ρομά)

κατά των ανισοτήτων στο σχολείο (σχολικά γεύματα, επαναφορά ενισχυτικής διδασκαλίας, κ.λπ.)

υπέρ των φορέων της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας που θέτουν το ζήτημα της «ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία» στο επίκεντρο της λειτουργίας τους

κατά των χωρικών εκφάνσεων της ανισότητας (ολιστική πολιτική υπέρ της νησιωτικότητας, περιφερειακά αναπτυξιακά συνέδρια)

Προσωπικά θεωρώ λοιπόν ότι λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων συνθηκών και συσχετισμών, μηδενιστικές και ισοπεδωτικές απόψεις όχι μόνο δεν ευσταθούν, αλλά αντίθετα διαψεύδονται και από την πραγματικότητα.

Όμως δεν υπάρχει καθόλου χώρος για εφησυχασμό ή αυτοϊκανοποίηση. Πρώτον, γιατί η συσσώρευση προβλημάτων απαιτεί λύσεις πιο δραστικές. Δεύτερον, διότι κριτήριο μας δεν είναι μόνο τι παραλάβαμε, δεν είναι μόνο η κληρονομιά του χθες αλλά πρωτίστως είναι οι προκλήσεις του αύριο και οι ανάγκη για μια δίκαιη και βιώσιμη κοινωνία.

Αυτή, λοιπόν, είναι η μια όψη της πραγματικότητας. Η άλλη είναι ότι, όπως ήδη είπα, παρεμβάσεις μας προς το παρόν, στοχεύουν κυρίως στα συμπτώματα και στις ακραίες μορφές φτώχειας και  ανισοτήτων. Και αυτό έχει να κάνει με το καθεστώς της σκληρής επιτροπείας και το πλαίσιο άσκησης της πολιτικής που είχαμε να αντιμετωπίσουμε.

Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να είναι το δικό μας άλλοθι. Όσο κατακτούμε, με μεγάλη προσπάθεια, χώρο αυτονομίας, αυτό μας υποχρεώνει, καθώς πλησιάζουμε στο τέλος του προγράμματος, να δούμε με μεγαλύτερη συστηματικότητα τις παρεμβάσεις μας για την επόμενη μέρα. Όχι όμως μόνο με λογική επικέντρωσης στο υπάρχον, αλλά και με την προοπτική του μέλλοντος. Θα επισημάνω τώρα ορισμένα πεδία στα οποία θα πρέπει να εξειδικευτεί περαιτέρω αυτή η κατεύθυνση.

Συναρθρώνοντας Ανάπτυξη και Κοινωνική Προστασία: Από τα στοχευμένα μέτρα στις ολοκληρωμένες δημόσιες πολιτικές

Πρώτο πεδίο είναι ο τρόπος διακυβέρνησης που, υπό μια ευρεία έννοια, περιλαμβάνει και το τρόπο λειτουργίας του κράτους, της δημόσιας διοίκησης, του ευρύτερου δημοσίου τομέα και των εποπτευόμενων από το κράτος οργανισμών. Κινούμενοι στην έξοδο από το Πρόγραμμα και την ειδική επιτροπεία, αλλά και προετοιμαζόμενοι για τη νέα φάση της μεταμνημονιακής Ελλάδας, βασική προτεραιότητα είναι η ανάδειξη ενός νέο μοντέλου διακυβέρνησης με διαδικασίες αξιολόγησης φορέων πολιτικών και διοικήσεων, διασφάλιση της διαφάνειας και της δημόσιας λογοδοσίας. Στο υπό διαμόρφωση αυτό μοντέλο διακυβέρνησης, η εδραίωση συνθηκών ανάπτυξης συμβαδίζει και αιτιακά και χρονικά με την οικοδόμηση ισχυρού κοινωνικού κράτους. Στην ίδια κατεύθυνση, η δικαιοσύνη δεν μπορεί να νοηθεί ξέχωρα από την αποτελεσματικότητα, αλλά και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας δεν μπορεί να στηριχθεί στα συντρίμμια της εργασίας, αλλά αντίθετα περνά μέσα από την επένδυση στη γνώση, τη δημιουργία νέων ποιοτικών θέσεων εργασίας και τη διασφάλιση  των εργασιακών δικαιωμάτων της συλλογικής διαπραγμάτευσης και προστασίας της εργασίας.

Δεύτερο  πεδίο είναι αυτό του παραγωγικού υποδείγματος. Έχουμε μιλήσει για ένα μοντέλο μιας Δίκαιης και Βιώσιμης Ανάπτυξης. Είναι προφανές λοιπόν ότι οι ανισότητες είναι αλληλένδετες με τους όρους παραγωγής αλλά και αναδιανομής. Υπάρχουν ορισμένοι διαρθρωτικοί παράγοντες που σχετίζονται με τις ανισότητες. Η μεγέθυνση από μόνη της δε φέρει μείωση ανισοτήτων, ενώ ακόμα και η αναδιανομή, εάν δε συνοδεύεται και από ένα κατάλληλο παραγωγικό μοντέλο, δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα με έναν ουσιαστικό τρόπο. Στρατηγικός μας  στόχος επομένως είναι να δημιουργήσουμε τους όρους και τις προϋποθέσεις για ένα δίκαιο και βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης και για ένα παραγωγικό μοντέλο που θα εκθεμελίωνει δομικά τις αντικειμενικά ανισότιμες κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στο έδαφος του καπιταλισμού. Κλειδί στο σημείο αυτό είναι το ζήτημα της εργασίας, η θέση της εργασίας στο νέο παραγωγικό υπόδειγμα.

Τρίτο πεδίο είναι το κοινωνικό κράτος. Έχουμε μιλήσει για το «νέο κοινωνικό κράτος», για την ανάγκη δηλαδή διαμόρφωσης μιας νέας κοινωνικο-πολιτικής συνθήκης, η οποία θα αναγνωρίζει και κατοχυρώνει καθολικά κοινωνικά δικαιώματα και θα λειτουργεί ως πλαίσιο ενδυνάμωσης της κοινωνικής συνοχής και προώθησης της ανάπτυξης. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν τις παρεμβάσεις μας όχι αποκομμένες από το γενικό στρατηγικό μας στόχο, αλλά ως φάσεις/στιγμές/τομές στη διαδικασία υλοποίησης του.

Τέλος, τέταρτο είναι το πεδίο που αφορά την εμπλοκή της κοινωνίας στην αναπτυξιακή διαδικασία, τόσο στο πεδίο των επιλογών όσο και σε εκείνο της άμεσης εμπλοκής στη παραγωγική διαδικασία. Για παράδειγμα τους τελευταίους μήνες διοργανώνουμε περιφερειακά αναπτυξιακά συνέδρια σε όλη την Ελλάδα, όπου διαβουλευόμαστε ενεργά με τους εκπροσώπους της κοινωνίας και ενθαρρύνουμε τη συμμετοχή της κοινωνίας στις δράσεις μας. Αυτό, σε ένα πλαίσιο κρίσης της πολιτικής, είναι σημαντικό για την αποκατάσταση μέρους της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη πολιτική και την ίδια τη διαδικασία του κοινωνικού διαλόγου και διαβούλευσης.

Επίσης, προωθούμε ποικιλοτρόπως τη δημιουργία κοινωνικών συλλογικών υποκειμένων, τα οποία θα είναι και προϋποθέσεις για την υλοποίηση τη στρατηγικής μας (κοινωνικές και συνεταιριστικές επιχειρήσεις, ενεργειακές κοινότητες, συλλογικά σχήματα χορήγησης μικροπιστώσεων κ.ά.). Τέλος, δουλεύουμε ενεργά και στην αποκατάσταση της λειτουργίας θεσμοποιημένων συλλογικών μορφών διεκδίκησης, χωρίς τις οποίες οποιαδήποτε ευνοϊκή ρύθμιση επιτυγχάνεται, κινδυνεύει να μην έχει την επιθυμητή διάρκεια.

Για ένα ευρωπαϊκό σχέδιο με κριτήριο την ισότητα και τη δικαιοσύνη

Σε κάθε περίπτωση, η αντιμετώπιση των ανισοτήτων στο εσωτερικό μιας χώρας είναι ένα πολυπαραγοντικό εγχείρημα που πρέπει να λάβει υπόψη πολλαπλές παραμέτρους. Καταρχάς στις σημερινές κοινωνίες υπάρχει ένα ευρύ φάσμα μορφών ανισοτήτων – εισοδηματικές, εκπαιδευτικές, έμφυλες, πρόσβασης στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, χωρικές, πρόσβασης στην ενημέρωση και στην πληροφορία, πρόσβασης στα καταναλωτικά αγαθά, στις τραπεζικές υπηρεσίες, ανισότητες στην αξιοποίηση των τοπικών πόρων. Επί της ουσίας, η αντιμετώπιση των ανισοτήτων συνιστά τον ενοποιητικό ιστό της αριστερής πολιτικής και του αριστερού σχεδίου σε εθνική και ευρωπαϊκή κλίμακα, το  κριτήριο πολιτικής διαφοροποίησης, τη σκοπιά από την οποία προσεγγίζουμε τα πράγματα.

Οι δυνατότητες μιας εθνικής κυβέρνησης είναι αρκετές αλλά πεπερασμένες· ανάλογα και με τη θέση μιας χώρας στον καταμερισμό εργασίας διαμορφώνεται και το πραγματικό πεδίο παρέμβασης. Στο σημείο αυτό προβάλλει το γενικότερο ερώτημα που αφορά τελικά τα όρια και τη βιωσιμότητα ενός αριστερού εγχειρήματος στην εποχή μας ειδικά στο πλαίσιο της ευρωζώνης. Είναι νομίζω προφανές ότι οι ανισότητες μόνο ως ένα βαθμό  μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά στα όρια του εθνικού κράτους. Η πρόσφατη περίοδος μας έχει δείξει ότι απαιτούνται ευρύτερες συμμαχίες, προοδευτικές κυβερνήσεις σε όσο γίνεται περισσότερες χώρες, μια ριζική αλλαγή συσχετισμών για να προωθηθούν συνολικότερες λύσεις στο πρόβλημα. Η Αριστερά στην κυβέρνηση μπορεί να δημιουργήσει ρήγματα, να αμφισβητήσει το πρότερο στάτους κβο, να ανοίξει δρόμους. Αλλά αυτό μπορεί να έχει συνέχεια και βάθος, να λάβει διαστάσεις πραγματικών τομών και εδραίωσης νέων όρων, όταν υπάρχει ένας αστερισμός αριστερών-προοδευτικών κυβερνήσεων ικανών να μετατοπίσουν ή να επηρεάσουν  τον κεντρικό άξονα της πολιτικής.

Υπ’ αυτήν έννοια, κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα των ανισοτήτων θα μπορούσε να θεμελιώσει ένα ευρύτερο αριστερό-προοδευτικό σχέδιο σε ευρωπαϊκή κλίμακα, θα μπορούσε να είναι ο κεντρικός όρος για την επίτευξη της αριστερής ηγεμονίας, η βάση για τις κοινωνικές συμμαχίες και τις πολιτικές συνεργασίες της Αριστεράς. Η γενική αναγνώριση του προβλήματος μας υποχρεώνει για μια δυναμική παρέμβαση. Θεωρώ ότι αυτό το συνέδριο θα είναι το εφαλτήριο για μια ολοκληρωμένη πολιτική και για μια ευρύτερη συζήτηση.

 

*Oμιλία στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο για τις Ανισότητες με θέμα «Καταπολεμώντας το τέρας των ανισοτήτων από θέση αριστερής κυβερνητικής ευθύνης», που διοργανώνει το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, σε συνεργασία με το Δίκτυο transform!europe

Latest Twetter Feeds

YDragasakis @YDragasakis
Γιάννης Δραγασάκης  @YDragasakis
RT @pelopnews:Στην Πάτρα ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Γ. Δραγασάκης για το Συνέδριο της Περιφέρειας https://t.co/D2A9JkHqtg 
Γιάννης Δραγασάκης  @YDragasakis
RT @govgr:Tο ισοζύγιο των ροών μισθωτής απασχόλησης του 11μήνου Ιανουαρίου– Νοεμβρίου 2017 είναι θετικό και διαμορφώνεται στι… https://t.co/rdrdJJzGJl 
Γιάννης Δραγασάκης  @YDragasakis
RT @syriza_gr:ΣΥΡΙΖΑ: Ο Σπύρος Ασδραχάς ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ανανεωτές της ελληνικής ιστοριογραφίας… https://t.co/rFbJ9MeHyV 
Γιάννης Δραγασάκης  @YDragasakis
RT @PrimeministerGR:Ο Σπύρος Ασδραχάς, ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της εποχής μας, ανανεωτής της ελληνικής ιστοριογραφί… https://t.co/D21OB1or0d 
Γιάννης Δραγασάκης  @YDragasakis
RT @ypesgr:1,27 εκατ. ευρώ στους Δήμους Αμφιλοχίας, Θέρμου, Μουζακίου, Κατερίνης και Σκύδρας για την αντιμετώπιση ζημιών και κ… https://t.co/U8lrl3p0Qv 

Επικοινωνία

Ζαλοκώστα 10
10671, Αθήνα

τηλ (+30) 210 – 368 2911
fax (+30) 210 – 368 2701

e-mail
ydragasakis@parliament.gr
ydragasakis@vicepresident.gov.gr