Η κυβερνητική πολιτική επιδεινώνει τα προβλήματα των λαϊκών νοικοκυριών και της μεσαίας τάξης

H κυβέρνηση της ΝΔ επιχειρεί να δημιουργήσει ένα κλίμα εφησυχασμού, βασισμένο σε μια ψεύτικη ευφορία, που καθημερινά όμως έρχεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα που θέλει να κρύψει η κυβέρνηση είναι ότι η πολιτική της είτε προκαλεί είτε επιδεινώνει προβλήματα και δημιουργεί γενικότερους κινδύνους για το μέλλον της κοινωνίας.

1. Σε ό,τι αφορά την πανδημία, πού βρισκόμαστε σήμερα σε σχέση με πέρυσι; Όλοι οι σχετικοί δείκτες μας λένε ότι η κατάσταση επιδεινώνεται καθημερινά, με τους ειδικούς να μας προειδοποιούν για έναν δύσκολο χειμώνα. Όμως η κυβέρνηση κινείται χωρίς στρατηγική και με τα μπρος-πίσω επιτείνει την αβεβαιότητα, την ανασφάλεια, αλλά ακόμη και ένα κλίμα αδικαιολόγητης καχυποψίας στο θέμα των εμβολιασμών. Με αποτέλεσμα χώρες όπως η Πορτογαλία, η Γαλλία, η Ιταλία, που στην αρχή είχαν μεγάλα προβλήματα, σήμερα να είναι σε πολύ καλύτερη θέση.

2. Ακρίβεια. Στην αρχή μας είπαν ότι είναι κάτι προσωρινό. Μετά, δειλά δειλά, ομολογούν ότι θα κρατήσει περισσότερο και δεν θα περιοριστεί στην ενέργεια. Το μεγάλο πρόβλημα εδώ είναι η αποσύνδεση της ακρίβειας από τους μισθούς και τα εισοδήματα, δηλαδή, αυξάνονται οι τιμές χωρίς να αυξάνονται οι αμοιβές. Ακόμη και αν, κάποια στιγμή, η ακρίβεια σταματούσε, αυτό το έλλειμμα στο εισόδημα του νοικοκυριού θα παρέμενε. Τι θα μπορούσε να γίνει; Αρχικά χρειάζονται αναχώματα προκειμένου να μην αρχίσει ένα ντόμινο ανατιμήσεων παντού. Ένα πρώτο μέτρο είναι η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στην ενέργεια και στα καύσιμα, κάτι που περιλαμβάνεται στη δέσμη μέτρων που πρότεινε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως η κυβέρνηση δεν το υιοθετεί διότι εξάντλησε, όπως ισχυρίζεται, τις δημοσιονομικές δυνατότητες με τη μείωση του φόρου στα κέρδη και με την κατάργηση του φόρου στις δωρεές για τα εύπορα στρώματα. Εδώ βλέπουμε καθαρά τη σημασία που έχουν οι προτεραιότητες σε μια κυβερνητική πολιτική. Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε δημοσιονομικό χώρο για να μειώσει τη φορολογία στα κέρδη των επιχειρήσεων, όταν η παγκόσμια τάση είναι διαφορετική. Το δεύτερο μέτρο είναι η αύξηση των εισοδημάτων για την αποκατάσταση, τουλάχιστον, της χαμένης αγοραστικής δύναμης. Όμως η κυβέρνηση κρατά τους μισθούς παγωμένους, με μια «συμβολική» αύξηση της τάξης του 2% στους κατώτατους μισθούς. Το τρίτο μέτρο είναι οι έλεγχοι στην αγορά, ώστε να αποτραπεί η κερδοσκοπία. Ούτε και εδώ η κυβέρνηση κάνει κάτι. Το αποτέλεσμα είναι οι ανατιμήσεις να περνούν ήδη στα τρόφιμα και μετά σε άλλα είδη. Η κυβέρνηση, με τη στάση της, επιβεβαίωσε τον νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα της: Δεν θέλει παρεμβάσεις στην αγορά, πιστεύοντας πως οι ανισορροπίες θα διορθωθούν από μονές τους. Τραγικές αυταπάτες, με θύματα την κοινωνία, τα νοικοκυριά, όχι μόνο τα φτωχά αλλά και της μεσαίας τάξης.

3. Στα θέματα που σχετίζονται με την εργασία ζούμε μια ιστορικά καινούργια συνθήκη. Διαμορφώνονται νέα υβριδικά συστήματα εργασίας σε ένα τελείως αρρύθμιστο περιβάλλον, με αρνητικές συνέπειες, όπως είδαμε στην περίπτωση της εταιρείας efood. Το ζητούμενο είναι οι εργαζόμενοι να αποκτήσουν δυνατότητες συλλογικής διαπραγμάτευσης. Αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε, κόντρα σε ό,τι ζητούσαν οι δανειστές. Η κυβέρνηση και εδώ έκανε πίσω, κατήργησε όσα είχαμε κάνει και παίρνει τη θέση των εργοδοτών, πριμοδοτώντας τις ατομικές συμβάσεις εργασίας.

4. Η απόκτηση στέγης έχει γίνει πολύ δύσκολη. Τα ενοίκια έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ η λήψη στεγαστικού δανείου δεν αποτελεί λύση, όπως παλιά. Σήμερα οι τιμές των ακινήτων αυξάνονται ταχύτερα από την όποια άνοδο των εισοδημάτων, άρα και το δάνειο, ακόμα και αν εξασφαλιστεί, είναι δύσκολο να αποπληρωθεί από έναν μισθοσυντήρητο. Χρειάζονται λοιπόν δημόσιες πολιτικές. Η επιδότηση ενοικίου που είχε εφαρμόσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να επεκταθεί. Το ίδιο και η πολιτική ανέγερσης κατοικιών. Είχαμε ξεκινήσει να υλοποιούμε ένα σχετικό σχέδιο, με πρώτο στόχο την κατασκευή κατοικιών για φοιτητές και για ειδικές ομάδες του πληθυσμού (Ρομά). Είναι επείγον να επεκταθεί σε νεανικά ζευγάρια και σε άλλες ομάδες του πληθυσμού. Δυστυχώς και στην περίπτωση αυτή οι αναγκαίες πολιτικές προσκρούουν στη νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία της κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία η αγορά τα λύνει όλα, αγνοώντας τις σκληρές κοινωνικές συνέπειες αυτής της επιλογής.

5. Η μικρή επιχειρηματικότητα είναι αποκλεισμένη από τις πηγές ρευστότητας, ενώ τα όποια μέτρα στήριξής της είναι ανεπαρκή, με αποτέλεσμα να μην μπορεί αντιμετωπίσει τις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας και την αύξηση του κόστους λειτουργίας της.

Τα κυβερνητικά στελέχη περιορίζονται σε εκκλήσεις προς τις τράπεζες προκειμένου να χορηγήσουν περισσότερα δάνεια. Φυσικά, τίποτα δεν γίνεται. Αλλά η ευθύνη για τη χρηματοδότηση της οικονομίας ανήκει στο κράτος, οι τράπεζες είναι απλώς ένα μέσο. Η κυβέρνηση, αν ήθελε, θα μπορούσε να υποχρεώσει τις τράπεζες να τηρούν κάποια ποσοτικά κριτήρια στη δανειοδότηση των επιχειρήσεων, ιδίως σε εκείνες τις περιπτώσεις που τα πιστωτικά ιδρύματα ζητούν κρατική βοήθεια. Επιπλέον, το κράτος πρέπει να δημιουργήσει εναλλακτικά εργαλεία ρευστότητας. Για να καταλάβουμε τη σημασία τους, το 48% των δανείων που χορηγήθηκαν σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις την περίοδο της πανδημίας ήταν δάνεια που δόθηκαν μέσω της Αναπτυξιακής Τράπεζας, που εμείς προλάβαμε και δημιουργήσαμε. Ο κατάλογος θα μπορούσε να επεκταθεί. Όμως τα συμπεράσματα είναι προφανή. Το πρώτο είναι ότι η κυβέρνηση, είτε με την αδράνεια είτε με την πολιτική της, επιδεινώνει τα προβλήματα ιδιαίτερα των λαϊκών και μεσαίων τάξεων. Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι λύσεις υπάρχουν. Όμως βρίσκονται στον αντίποδα όλων αυτών που αποτελούν την πυξίδα της κυβερνητικής πολιτικής.

Η κατάσταση επιβάλλει μια συνολική προοδευτική στροφή σε ό,τι αφορά την κατεύθυνση της πολιτικής και τις προτεραιότητες που θα θέτει. Θεμελιώδης πολιτική προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η συγκρότηση μιας ισχυρής πλειοψηφίας για μια προοδευτική κυβέρνηση.

 

* Άρθρο στην εφημερίδα «Το Παρόν της Κυριακής»