Ομιλία σε Διήμερο ΚΟΕ_Να αναζητήσουμε την ενιαία δράση και έκφραση της Αριστεράς_

Ενότητα 3η: Εικοσαετία ’70-’90

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Δεν είναι εύκολο το καθήκον να μιλήσει κανείς για μια ιστορική περίοδο όταν την έχει ζήσει. Ο κίνδυνος του υποκειμενισμού είναι υπαρκτός και είναι ανθρωπίνως αδύνατον νομίζω να τον αποφύγει κανείς εντελώς. Και μάλιστα ο κίνδυνος αυτός του υποκειμενισμού εκδηλώνεται πολλές φορές είτε με μια στάση απολογητική –όλα έγιναν καλά και τα όποια λάθη ήταν αναπόφευκτα- είτε εκδηλώνεται και με ένα μηδενισμό, μια ακύρωση της ιστορικής περιόδου εάν ο ίδιος ζει μια τέτοια κατάσταση αυτοακύρωσης όπως συμβαίνει με πολλούς πρώην συντρόφους μας. Με επίγνωση λοιπόν αυτών των κινδύνων θα προσπαθήσω να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις για την περίοδο 1970-1990.Η πρώτη διαπίστωση που θέλω να κάνω είναι να θυμίσω ότι στην περίοδο αυτή εκδηλώθηκε μια δυναμική της Αριστεράς και αυτό με πολλούς τρόπους. Βεβαίως, ήταν μια ποσοτική ανάπτυξη της Αριστεράς. Θυμίζω ότι στην περίοδο την οποία συζητάμε οι αριστερές παρατάξεις ήταν κυρίαρχες στα Πανεπιστήμια, με σημαντικές θέσεις και στα συνδικάτα. Κατά την ίδια περίοδο τα κόμματα της Αριστεράς πέτυχαν εκλογικά ποσοστά υψηλά, από τα υψηλότερα, με εξαίρεση τις επιδόσεις της ΕΔΑ το 1958. τέλος οι εκδόσεις αριστερών βιβλίων, εφημερίδων και άλλων εντύπων γνώριζαν υψηλή κυκλοφορία.

Πού οφειλόταν αυτή η ζωτικότητα της Αριστεράς; Τι εξέφραζε; Και, βεβαίως, τι απέγινε; Αρκεί η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού για να εξηγήσουμε την αποδυνάμωση που ακολούθησε;

Κατά την άποψή μου η δυναμική στην οποία αναφέρθηκα είχε να κάνει κυρίως με το παρελθόν παρά με το μέλλον. Ως προς τις διεθνείς της αναφορές, ήταν μια δυναμική που εγγραφόταν κυρίως στο πλαίσιο του παγκόσμιου διπολισμού. Εξέφραζε περισσότερο την αντίληψη που τότε κυριαρχούσε για μια εξελικτική βαθμιαία επέκταση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου σε βάρος του δυτικού του καπιταλιστικού. Όσοι εκείνη την εποχή ενταχθήκαμε στην Αριστερά θυμόμαστε ότι μετρούσαμε τις χώρες που η μια μετά την άλλη περνούσαν ή θα περνούσαν στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Δεν εξέφραζε δηλαδή, ή τουλάχιστον δεν εξέφραζε σημαντικά, τα νέα ποιοτικά στοιχεία ριζοσπαστικής αμφισβήτησης που έφερε στην επιφάνεια για παράδειγμα ο Μάης του ’68 στη Γαλλία και σε άλλες χώρες.

Ως προς την εσωτερική της διάσταση πάλι, η δυναμική της περιόδου στην οποία αναφερόμαστε ήταν μια δυναμική που προϋπήρχε συμπιεσμένη από την δικτατορία αλλά και από τα αυταρχικά καθεστώτα που υπήρχαν πριν τη δικτατορία. Και που ως ένα βαθμό εξέφραζε την ανάγκη δικαίωσης της γενιάς της αντίστασης και αποκατάστασης των ηττημένων του εμφυλίου πολέμου.

Στην πραγματικότητα, δηλαδή, όσοι και όσες ενταχθήκαμε στην Αριστερά εκείνη την περίοδο ουσιαστικά γράφαμε –χωρίς να έχουμε τότε συνείδηση του γεγονότος- τον επίλογο μιας εποχής –και εδώ συμφωνώ με ορισμένες πλευρές της ανάλυσης του Χριστόφορου Βερναδάκη. Γράφαμε τον επίλογο μιας εποχής, ζούσαμε την εξάντληση των παραγόντων πάνω στους οποίους στηριζόταν αυτή η δυναμική, που ήταν υπαρκτή αλλά που τα αποθέματά της –θεωρητικά, ιδεολογικά, κοινωνικά- εξαντλούνταν.

Το πρόβλημα αυτό τροφοδότησε διάφορα ρεύματα ιδεών πέρα από τον χώρο του ΚΚΕ που με διάφορους τρόπους και με διάφορες αφετηρίες έθεταν ερωτήματα, αναζητούσαν εναλλακτικές διαδρομές. Η δύναμη της συνέχειας όμως ήταν τόσο ισχυρή, που σε συνδυασμό με την απουσία μιας κουλτούρας διαλόγου μέσα στο αριστερό κίνημα καθιστούσε τις απόπειρες αυτές περιθωριακές, με την εξαίρεση ίσως του ΚΚΕ εσ. και του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος. Στο χώρο του ΚΚΕ το πρόβλημα αυτό είχαμε αρχίσει να το συνειδητοποιούμε στις αρχές και κυρίως στα μέσα της δεκαετίας του ’80 –το πρόβλημα δηλαδή της εξάντλησης των παραγόντων που τροφοδοτούσαν ως τότε την δυναμική. Η εύκολη αφομοίωση μεγάλου μέρους της γενιάς της εθνικής αντίστασης από το ΠΑΣΟΚ, η δυσκολία πρόσβασης στα νέα κοινωνικά στρώματα των πόλεων, το ασφυκτικό πλαίσιο του λεγόμενου δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, τα αδιέξοδα που σωρευόταν και τα βλέπαμε στην Σοβιετική Ένωση και στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν μερικοί από τους παράγοντες που τροφοδοτούσαν τον προβληματισμό και μας έκαναν να συνειδητοποιούμε την ανάγκη υπερβάσεων.

Η διάσπαση του ΚΚΕ το 1991 που συμπαρέσυρε και τη διάσπαση του Συνασπισμού δεν ήταν συνεπώς ένας κεραυνός εν αιθρία. Ήταν αποτέλεσμα αυτής της συνειδητοποίησης και των αναζητήσεων που αυτή τροφοδοτούσε. Και επί τη ευκαιρία πρέπει να πω ότι δεν είχαν οι αναζητήσεις εκείνες τότε ως αντικείμενό τους την ύπαρξη ή την διάλυση του ΚΚΕ, όπως η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ υποστηρίζει, αλλά αφορούσαν στην κατεύθυνση τόσο του ΚΚΕ όσο και συνολικά του αριστερού κινήματος. Άλλωστε αυτή η προβληματική και η αναζήτηση οδήγησε ήδη απ’ το 1987 στη σύλληψη της ιδέας ενός ενιαίου συνασπισμού που, ως συνασπισμός κομμάτων, θα μπορούσε να αποτελέσει μια ενιαία παράταξη της Αριστεράς ανεξάρτητα από την έκβαση που είχε τελικά εκείνο το εγχείρημα.

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης ήρθε να επιβεβαιώσει προϋπάρχουσες υποψίες και αμφισβητήσεις και μάλιστα στην χειρότερη δυνατή εκδοχή τους, τόσο μέσα στα κόμματα της Αριστεράς όσο και μέσα στην κοινωνία. Ακριβώς γι’ αυτό επέδρασε διαλυτικά και τροφοδότησε μια κρίση αξιοπιστίας όχι μόνο όσων είχαν ταυτιστεί με το σοβιετικό πρότυπο αλλά συνολικά της Αριστεράς.

Ένας δεύτερος παράγοντας που επέδρασε ήταν η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, όχι επειδή ο νεοφιλελευθερισμός ήταν πανίσχυρος αλλά επειδή μετέφερε την αντιπαράθεση σε νέα πεδία: αξιών, ιδεολογίας και ηγεμονίας που παρόλο που τα πεδία αυτά θα έπρεπε να ήταν προνομιακοί χώροι για την Αριστερά, όπως η τελευταία είχε συγκροτηθεί κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, αιφνιδιάστηκε και δυσκολεύτηκε -και δυσκολεύεται ακόμα- να βρει αποτελεσματική απάντηση.

Ακόμη, η κατάσταση για την Αριστερά επιβαρύνθηκε κατά τη γνώμη μου σοβαρά και από τις σχέσεις που επικρατούσαν στο εσωτερικό της. Δεν ήταν μόνο τα ασφυκτικά οργανωτικά πλαίσια στα οποία αναφέρθηκα αλλά και άλλοι παράγοντες που αξίζει να σημειώσουμε. Οι νεότερες γενιές που εντάχθηκαν στην Αριστερά κατά τη δικτατορία και κυρίως μετά, οι τότε κνίτες και κνίτισσες, ρηγάδες, μαοϊκοί, τροτσκιστές και άλλοι νεολαίοι τελούσαν για αρκετά χρόνια υπό τη σκιά και την ηθικοπολιτική ηγεμονία της παλιότερης γενιάς. Από τα πράγματα διαμορφώθηκαν πατερναλιστικά πρότυπα και κομφορμιστικά πλαίσια, σχέσεις μαθητή-δασκάλου, και καλλιεργήθηκε μια «ηθική της πειθαρχίας» αντί μια ηθική της υπευθυνότητας. Μια «ηθική της πίστης» παρά της έρευνας και της αυτογνωσίας. Κατά τη γνώμη μου τα πρότυπα αυτά συνέβαλλαν στη μαζική αποστράτευση όχι μόνο μετά την κρίση, αλλά ήδη από τη δεκαετία του ’80.

Τέλος, βεβαίως, η διάσπαση του Συνασπισμού και του ΚΚΕ επέτεινε όλη αυτή την κατάσταση απογοήτευσης και μελαγχολίας.

Αυτοί είναι μερικοί παράγοντες που, κατά τη γνώμη μου, εξηγούν το γιατί αυτή η δυναμική εξαντλήθηκε και έδωσε την θέση της στην κατάσταση που ζούμε σήμερα. Δεν συμφωνώ όμως με απόψεις που θεωρούν ότι το μόνο που μας άφησε η περίοδος εκείνη πίσω της είναι ένας σωρός ερειπίων, μια Αριστερά κατακερματισμένη και αμήχανη μπροστά στις προκλήσεις της εποχής μας. Κατά την άποψή μου η περίοδος αυτή επιτέλεσε και δημιουργικό έργο. Και ακριβώς γι’ αυτό, εκτός από επίλογος μιας ολόκληρης εποχής μπορεί υπό όρους και προϋποθέσεις να αποτελέσει και τον προπομπό, να αποδειχτεί εκ των υστέρων ο προπομπός ή ο πρόλογος μιας νέας εποχής για το αριστερό κίνημα.

Μεταξύ των στοιχείων αυτών θεωρώ ότι η ίδια η αυτογνωσία που μας έδωσε, η ίδια η συνειδητοποίηση της εξάντλησης των ορίων της Αριστεράς όπως την γνωρίζαμε και των εργαλείων της αποτελεί ένα ισχυρό εφόδιο για το μέλλον. Το γεγονός ότι συνειδητοποιήθηκε προς το τέλος εκείνης της περιόδου και άρχισαν να ανιχνεύονται οι όροι για μια ενιαία έκφραση της Αριστεράς που μπορεί να βρήκε περιοριστικά την έκφρασή της στην περίπτωση του Συνασπισμού, αποτελούσε όμως μια γραμμή, έναν τρόπο σκέψης καινούριο που σήμερα μας είναι πολύτιμος.

Θα ήθελα λοιπόν να ολοκληρώσω τις σκέψεις αυτές κοιτώντας προς τα μπροστά: υπό ποιους όρους και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε αυτή η κρίση της Αριστεράς που ζούμε σήμερα, να βρει μια δημιουργική διέξοδο; Διότι δε νομίζω ότι υπάρχουν κρίσεις μόνο καταστροφικές. Όλες οι κρίσεις έχουν μέσα τους και το στοιχείο της αναδημιουργίας, της αναζωογόνησης.

Θα ήθελα λοιπόν επιγραμματικά να αναφέρω τρεις προϋποθέσεις:

η πρώτη προϋπόθεση κατά τη γνώμη μου είναι να αναγνωρίσουμε όλα τα ανοιχτά προβλήματα, τα οποία είναι πολλά, και αφορούν τον πυρήνα της στρατηγικής της Αριστεράς. Να αναγνωρίσουμε την ύπαρξή τους ως ερωτήματα, ως πεδία αναζήτησης παρά ως δεδομένες αλήθειες. Παραδείγματος χάρη, μπορούμε να μιλάμε για Αριστερά χωρίς θεωρία της Αριστεράς; Και ποια είναι η θεωρία της Αριστεράς; Μπορεί να συμπυκνωθεί σε ένα μαρξισμό όταν έχουν διαμορφωθεί τόσοι μαρξισμοί; Μήπως λοιπόν πρέπει να ξαναδούμε τη θεωρία της Αριστεράς ως μια θεωρητική παράδοση που περιέχει και θέσεις, και απαντήσεις, και ερωτήματα και συγκρούσεις με αφετηρία βέβαια και πυρήνα τη θεωρία που θεμελίωσε ο Μαρξ; Μιλάμε για σοσιαλισμό. Μπορούμε όμως να δούμε το σοσιαλισμό του μέλλοντος ως μια συνέχεια, αν όχι και ως μια αντιγραφή του σοσιαλισμού που ονομάστηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός»; Μπορούμε να δούμε το σοσιαλισμό έξω από ένα πλαίσιο ελευθερίας και δημοκρατίας; Μιλάμε για ιμπεριαλισμό. Είναι σήμερα ίδιος ο ιμπεριαλισμός με εκείνον του 1920;

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι να προσεγγίσουμε την Αριστερά και να αναφερθούμε στην Αριστερά ως μια ολότητα. Δε νομίζω ότι μπορούμε να βρούμε δημιουργική διέξοδο προσεγγίζοντας την Αριστερά από κάποια εκδοχή της που εμείς θεωρούμε σωστή έναντι άλλων εκδοχών που άλλοι θεωρούν σωστές. Πρέπει δηλαδή να προσεγγίζουμε την Αριστερά ως μια ολότητα, την Αριστερά όχι μόνο ως απαντήσεις αλλά και ως ερωτήματα, την Αριστερά όχι μόνο ως σωστές απαντήσεις κατά την υποκειμενική μας άποψη αλλά την Αριστερά και ως διαφορετικές απαντήσεις, και για όλη αυτήν την ολότητα να αναζητήσουμε μια γραμμή κίνησης, ένα σχέδιο ενιαίας δράσης.

Έναν τρόπο ενιαίας ύπαρξης, κι αυτή είναι η τρίτη προϋπόθεση: έναν τρόπο συγκρότησης αυτής της Αριστεράς ως ολότητας. Θα πει κανείς ποια συγκρότηση, αφού αυτή η Αριστερά που περιγράφεις είναι γεμάτη από ανταγωνισμούς: ανταγωνίζεται τον εαυτό της, κριτικάρει το παρελθόν της και διαπερνάται από μεγάλες διαφορές και προκαταλήψεις. Μα αυτή την ολότητα πρέπει να την κατανοήσουμε ακριβώς ως έναν ανταγωνισμό. Κι αυτό δεν είναι κάτι το παράδοξο. Και επιτρέψετε μου να υπενθυμίσω εδώ ότι το οργανωτικό πρότυπο του Λένιν δεν ήταν ένα κόμμα ενιαίο και μονολιθικό. Ήταν ένα κόμμα σε διαρκή αντιπαράθεση στο εσωτερικό του, υπό τον όρο ότι αυτή η αντιπαράθεση δε θα υπονόμευε την ενιαία δράση. Και γνωρίζετε ότι ο Λένιν σεβόταν και καταστατικά, τα δικαιώματα της μειοψηφίας, των τάσεων. Η ιδέα λοιπόν μιας ολότητας, που θα περικλείει τους ανταγωνισμούς της Αριστεράς, που θα οργανώνει τη διεξαγωγή των αντιπαραθέσεων, που θα θεσμοθετεί διαδικασίες συνθέσεων προωθητικών, θεωρητικά δεν είναι ανέφικτη. Αυτή τη στιγμή, πραγματικά δεν είναι ρεαλιστική, λόγω της στάσης των υποκειμένων της Αριστεράς. Θεωρώ όμως, χωρίς να απορρίπτουμε και άλλες εκδοχές, ότι αυτήν την προοπτική πρέπει να καλλιεργούμε. Μια Αριστερά ως ολότητα, που πρέπει να βρει τον τρόπο, με τη μορφή παράταξης, με τη μορφή αργότερα ίσως και κόμματος, με οποιοδήποτε τρόπο, να οργανώσει το διάλογό της, ώστε αυτός ο διάλογος να μην είναι ανεξέλεγκτος, καταστρεπτικός και υπονομευτικός, όπως γίνεται σήμερα, και να μην υπονομεύει βεβαίως την κοινή δράση.

Μέχρι να φτάσουμε προς αυτό το στόχο, που αναγνωρίζω ότι θέλει αρκετή δουλειά και διαμόρφωση και άλλων προϋποθέσεων και κουλτούρας, μέχρι τότε νομίζω ότι ο δρόμος που υπάρχει, από την ιστορία της Αριστεράς μας είναι γνωστός, είναι ο δρόμος της κοινής δράσης παρά τις διαφορές.  Υπάρχουν διαφορές, σοβαρές μεν, που όμως μπορούμε να τις απωθήσουμε, προς το παρόν, μπορούμε να τις παρακάμψουμε, χωρίς να τις ξεχάσουμε, και να οργανώσουμε μία κοινή δράση εκεί που συμφωνούμε. Γιατί ζώντας και τη δράση της Αριστεράς μέσα στη Βουλή, μελαγχολώ όταν βλέπω να περνούν νομοσχέδια που να ιδιωτικοποιούν τα πάντα και να μην έχουμε μπορέσει σαν Αριστερά, έστω σε ένα στοιχείο, σε μία επιχείρηση, σε μία κοινωνική λειτουργία, να μπορέσουμε όλες οι αριστερές δυνάμεις να αντιτάξουμε έστω ένα αμυντικό ενιαίο μέτωπο, για να μη μιλήσω για θετικά αιτήματα που επίσης θα μπορούσαμε να προωθήσουμε.

Επομένως, πρώτη απάντηση, νομίζω, άμεση που πρέπει να ανιχνεύσουμε, είναι η κοινή δράση παρά τις διαφορές και η πιο απώτερη προοπτική, που εγώ τουλάχιστον θεωρώ ότι μπορούμε και θεωρητικά, πιο συγκεκριμένα να επεξεργαστούμε, και τη συνείδησή της να καλλιεργούμε από τώρα, είναι μια Αριστερά ως μια ενιαία έκφραση, ενιαία παράταξη και ενιαία αντιπαράθεση προς τον καπιταλισμό και το νεοφιλελευθερισμό και νομίζω ότι αυτό συνδέεται και με τις παρατηρήσεις του Χριστόφορου για την ταυτότητα της Αριστεράς.

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

This message is only visible to admins.

Problem displaying Facebook posts.
Click to show error

Error: An access token is required to request this resource.
Type: OAuthException

Latest Twetter Feeds

YDragasakis @YDragasakis
RT @atsipras:Χειροκροτούσαμε τους γιατρούς και τους νοσηλευτές, άλλοι μέσα από την ψυχή μας, άλλοι όμως υποκριτικά. Διότι το καλ… https://t.co/2MmeTIIgm8
RT @atsipras:Έφυγε η Ροσάνα Ροσάντα. Η εμβληματική φυσιογνωμία της ιταλικής Αριστεράς και του Κομμουνιστικού κινήματος, η ιδρύτρ… https://t.co/RiyXiqYV3g
RT @atsipras:Συνέντευξη Τύπου στο πλαίσιο του Thessaloniki Helexpo Forum. #Θεσσαλονίκη #ΣΥΡΙΖΑ #ΠροοδευτικήΣυμμαχία https://t.co/yV7NPstHtl
RT @atsipras:Ομιλία στο Συνεδριακό Κέντρο Ιωάννης Βελλίδης, στο πλαίσιο του Thessaloniki Helexpo Forum. https://t.co/OPjs53D9MF
RT @atsipras:Η χώρα σήμερα χρειάζεται ένα ριζοσπαστικό και ρεαλιστικό σχέδιο ανασυγκρότησης. https://t.co/ESeDUDhgS8

Επικοινωνία

Μέγαρο Βουλής
10021, Αθήνα

τηλ (+30) 210 – 370 7299
(+30) 210 – 370 7972

e-mail
ydragasakis@parliament.gr