Άρθρο στην εφημερίδα “ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ _Ο Πωλ Λαφάργκ για τα τραστ και τα χρηματιστήρια_

Σε προσεγμένη μετάφραση και με μια περιεκτική εισαγωγή της Ελένης Αστερίου, κυκλοφόρησαν πρόσφατα, από τις εκδόσεις ΚΨΜ, δύο κείμενα του Πωλ Λαφάργκ. Τα κείμενα αυτά, για άγνωστους σ’ εμάς λόγους, έμειναν στην αφάνεια, ενώ είναι σημαντικά και όχι μόνο από ιστορική άποψη.

 Το ένα από τα κείμενα αυτά πρωτοδημοσιεύτηκε το 1903 στη Γαλλία με τον τίτλο “Τα αμερικάνικα Τραστ”. Σε πρώτη ανάγνωση, πρόκειται για μια έρευνα για τον καπιταλισμό στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Λαφάργκ διαπιστώνει ότι η συγκέντρωση του κεφαλαίου έχει φτάσει σε τόσο υψηλά επίπεδα, που κάνει δυνατή την εμφάνιση νέων μορφών μονοπωλιακής συγκρότησης με κύριο εκπρόσωπο τα Τραστ. Σε αντίθεση με τα καρτέλ, τα Τραστ δεν στηρίζονται σε συμφωνίες μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, αλλά ενοποιούν υπό ενιαία συλλογική ιδιοκτησία επιχειρήσεις ενός κλάδου ή και περισσότερων.

Πρωταγωνιστές σ’ αυτή την εξέλιξη είναι ένας νέος τύπος καπιταλιστή, του καπιταλιστή – επενδυτή, η συλλογικότητα που, μετασχηματισμένη σε πολυμετοχικότητα, τίθεται στην υπηρεσία του καπιταλισμού και η δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων μέσω του τραπεζικού συστήματος, αλλά και αυτοτελώς μέσω των χρηματιστηρίων.

Από την ανάλυση του Λαφάργκ, εκείνο που αναδύεται δεν είναι κάποιο ξεχωριστό είδος “χρηματιστικού κεφαλαίου”, όπως στο Χίλφερντιγκ λίγα χρόνια αργότερα(1), αλλά μια (χρηματιστική) λειτουργία του κεφαλαίου που μετασχηματίζει συνολικά τον καπιταλισμό. Έτσι, δεν διαπιστώνεται κάποια μόνιμη υποταγή του βιομηχανικού κεφαλαίου στο τραπεζικό, αλλά μια μεταξύ τους αλληλεξάρτηση και “συνύφανση” (όρο που χρησιμοποίησε τελικά και ο Λένιν).

Σε δεύτερη ανάγνωση, το κείμενο του   Λαφάργκ μας αποκαλύπτει

έναν βαθύτερο προβληματισμό.Ο Λαφάργκ, διαβλέπει την παγκοσμιοποίηση των Τραστ, συνειδητοποιεί

τον αναδυόμενο παγκόσμιο ρόλο των ΗΠΑ και αντιλαμβάνεται ότι το παγκόσμιο εργαστήρι του καπιταλισμού, δεν είναι πια η Αγγλία, όπως συνέβαινε επί Μαρξ. Επαναλαμβάνει έτσι τη θέση του τελευταίου, σύμφωνα με την οποία “η βιομηχανικά πιο ανεπτυγμένη χώρα δείχνει στις λιγότερο ανεπτυγμένες απλώς την εικόνα του μέλλοντός τους”(2). Της δίνει όμως νέο νόημα, αφού αυτή η χώρα – οδηγός είναι πλέον οι ΗΠΑ και όχι η Αγγλία. Τα “αμερικάνικα Τραστ” φαίνεται πως ήταν μάλλον το μέσο για να

υποδηλώσει ο Λαφάργκ την ανάγκη αλλαγής υποδείγματος, προκειμένου να συνειδητοποιηθούν επερχόμενοι μετασχηματισμοί, που, σήμερα, γνωρίζουμε ότι όντως έλαβαν χώρα.Η ανάλυση του Λαφάργκ δεν είναι απαλλαγμένη και από λάθη. Κύρια

πηγή τους είναι το γεγονός ότι, ενώ διαπιστώνει την είσοδο του καπιταλισμού σε μια νέα φάση, δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει πλήρως τα χαρακτηριστικά της. Αυτή, ωστόσο, ήταν μια αδυναμία όχι μόνο του ίδιου, αλλά γενικότερα της μαρξιστικής σκέψης εκείνης της περιόδου.

ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ

 Το άλλο κείμενο, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1897, αναφέρεται στην οικονομική λειτουργία του χρηματιστηρίου.

 Στον τρίτο τόμο του κεφαλαίου του Μαρξ, ο Έγκελς πρόσθεσε ένα δικό του συμπλήρωμα. Σ’ αυτό ο Έγκελς επεσήμανε ότι, ενώ στο παρελθόν το χρηματιστήριο ήταν ένα “δευτερεύον στοιχείο στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα”, από το 1865 και μετά η εξέλιξη του καπιταλισμού “αναθέτει έναν ανεβασμένο και διαρκώς αυξανόμενο ρόλο στο χρηματιστήριο”(3). Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι, ακόμη και σήμερα, πολλοί, ακόμη και μαρξιστές, εξακολουθούν να θεωρούν το χρηματιστήριο ως ένα “δευτερεύον στοιχείο” ή το αντιμετωπίζουν αποκλειστικά με όρους ηθικοπολιτικής καταδίκης της κερδοσκοπίας που συντελείται σ’ αυτό.

Όμως, σε τι συνίσταται αυτός ο αυξημένος ρόλος των χρηματιστηρίων;  Και πού οφείλεται;

Ο Λαφάργκ κατανοεί τα χρηματιστήρια ως αγορές, στις οποίες διαμορφώνονται σχέσεις οικονομικές, δηλαδή, πραγματικές και καθόλου εικονικές. Μόνο που σ’ αυτές δεν ανταλλάσσονται άμεσα προϊόντα της εργασίας, αλλά δικαιώματα (με τη μορφή τίτλων) επί των προϊόντων αυτών. Τα κέρδη που πραγματοποιούνται στις αγορές αυτές, προέρχονται από τη ρευστοποίηση των δικαιωμάτων επί των κερδών και των υλικών αξιών που αντιπροσωπεύουν τα δικαιώματα για τους κατόχους τους είτε είναι αποτέλεσμα αναδιανομής κερδών μεταξύ των συμμετεχόντων (κέρδη των κερδισμένων είναι οι ζημιές των χαμένων).

Στις αγορές, επομένως, αυτές δε δημιουργείται καμιά νέα αξία ή υπεραξία, συνεπώς τα χρηματιστήρια δεν ακυρώνουν, αλλά  επιβεβαιώνουν το νόμο της αξίας του Μαρξ. Συνιστούν όμως ουσιώδη μηχανισμό αναδιανομής της παραγόμενης υπεραξίας, κι αυτή είναι μια από τις λειτουργίες τους.

Τα χρηματιστήρια επιτελούν και μια δεύτερη λειτουργία. Επηρεάζουν θετικά, υπέρ του κεφαλαίου, τους όρους παραγωγής και το μέγεθος της παραγόμενης υπεραξίας. Και τούτο γιατί, με την τιτλοποίηση των υλικών αξιών και την ανάπτυξη αγορών διαπραγμάτευσης των τίτλων, το κεφάλαιο απελευθερώνεται από επιχειρηματικές, κλαδικές, εθνικές, κοινωνικές ή άλλες δεσμεύσεις. Πουλώντας και αγοράζοντας τίτλους (δικαιώματα), το κεφάλαιο μεταπηδά ελεύθερα, από επιχείρηση σε επιχείρηση, από κλάδο σε κλάδο, από χώρα σε χώρα, από τη μια άκρη της γης ως την άλλη “με την ταχύτητα ηλεκτρισμού”. Απ’ αυτήν τη θεμελιώδη, απελευθερωτική για το κεφάλαιο, λειτουργία των χρηματιστηρίων προκύπτουν πολλές παράγωγες: ενεργοποίηση αδρανών κεφαλαίων, απορρόφηση μέρους του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου, αντιστάθμιση και διάχυση κινδύνων,  διευκόλυνση των εξαγορών, των συγχωνεύσεων, της συγκέντρωσης και της διεθνοποίησης του κεφαλαίου.

 Τέλος, ο Λαφάργκ διαπιστώνει ότι οι αγορές δικαιωμάτων, που, ως ένας πολυώροφος πύργος, υψώνονται πάνω από τον κόσμο των υλικών αξιών, θεωρητικά μπορούν να αναπτύσσονται απεριόριστα στο χώρο και τον χρόνο. Πράγματι, όπως μια υλική αξία μπορεί να εκπροσωπηθεί από ένα δικαίωμα (π.χ. μετοχή), έτσι και το δικαίωμα αυτό μπορεί να γίνει η βάση για πολλά παράγωγα δικαιώματα, που κι αυτά μπορούν να γίνουν αντικείμενο ανταλλαγής (αγορές παραγώγων). Κι όπως η τιμή ενός δικαιώματος διαπραγματεύεται στον παρόντα χρόνο, η τιμή του ίδιου δικαιώματος ή παραγώγων του, μπορεί να διαπραγματεύεται σε μελλοντικό χρόνο (συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης).

 Τα χρηματιστήρια, συνεπώς, από τη σκοπιά του κεφαλαίου, δεν είναι “παρασιτικά”, αλλά επιτελούν παραγωγικότατες, για το κεφάλαιο και κρίσιμες για τα κέρδη των ηγετικών κοινωνικών στρωμάτων, λειτουργίες.

 Τόσο, λοιπόν, οι οικονομικές λειτουργίες των χρηματιστηρίων όσο και οι θεωρητικά απεριόριστες δυνατότητες ανάπτυξής τους, εξηγούν τον αυξανόμενο ρόλο τους, αλλά και καθιστούν αναπόφευκτες τις κρίσεις τους.

 Στα δύο αυτά κείμενα του Λαφάργκ μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει το πρόπλασμα μιας θεωρίας για την πληρέστερη κατανόηση του ρόλου των χρηματιστηρίων και της “χρηματιστικοποίησης” (financialization) του καπιταλισμού, θέματα που παραμένουν επίκαιρα.

——————————————————————————————————–

1. Ο Χίλφερντιγκ, απολυτοποιώντας τη γερμανική εμπειρία, κατανοεί το “χρηματιστικό κεφάλαιο” ως “το τραπεζικό κεφάλαιο που μετασχηματίζεται σε βιομηχανικό”. βλ. Rudolf Hilferding, Finance Capital, αρχική έκδοση 1910, έκδοση στα Αγγλικά, Λονδίνο 2006, P 225.

2. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Α, εκδ. Μόρφωση, Αθήνα 1963, σελ. 11.

3. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Γ, εκδ. Νέα Βιβλία, 1979, σελ. 1115.