Άρθρο στο περιοδικό “ΑΝΤΙ”_Άμεση προτεραιότητα: ένα σχέδιο ανασυγκρότησης και οικολογικής θωράκισης της χώρας_

ΑΜΕΣΗ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ: ΕΝΑ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΚΑΙ   ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ  ΘΩΡΑΚΙΣΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

 Οι πρωτοφανείς σε έκταση πυρκαγιές, τα πολλά ανθρώπινα θύματα και οι ανυπολόγιστες οικολογικές, οικονομικές και πολιτιστικές καταστροφές άλλαξαν βίαια την ατζέντα των εκλογών.

 Στην πραγματικότητα, μ’ έναν τρόπο δραματικό και επώδυνο εξαναγκαζόμαστε από τα γεγονότα να αναγνωρίσουμε το αυτονόητο και χιλιοειπωμένο, ότι, δηλαδή, δε μπορούμε να μιλάμε για οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική πρόοδο ερήμην του περιβάλλοντος, όπως και δε μπορούμε να μιλάμε για ατομική ευημερία χωρίς τις συλλογικές προϋποθέσεις της και μεταξύ αυτών τα δημόσια αγαθά, τις υλικές και τις κοινωνικές υποδομές σε πρώτη γραμμή.

 Θα υποχρεωθούν, δηλαδή, όλοι κάτι να πουν για ό,τι εξ’ αρχής θα έπρεπε να κατέχει πρωτεύουσα θέση στην ατζέντα των εκλογών. Για την ανανεωτική και ριζοσπαστική αριστερά, για τις οικολογικές κινήσεις και οργανώσεις, για όσους και όσες χρόνια τώρα αγωνίζονται για την οικολογική ευαισθητοποίηση της κοινωνίας και την προστασία του περιβάλλοντος, αυτή η αλλαγή της ατζέντας μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθεί για να έρθουν στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης τα ζητήματα της ανασυγκρότησης και οικολογικής θωράκισης της χώρας.

 Τα ποσά που ανακοινώθηκαν για την άμεση ανακούφιση των πληγέντων πρέπει και να καταβληθούν άμεσα. Μαζί μ’ αυτό, πρέπει να αρχίσει η λεπτομερής καταγραφή και αποτίμηση των ζημιών των άμεσα πληγέντων, αλλά και των ευρύτερων επιπτώσεων συνολικά στις τοπικές οικονομίες και κοινωνίες. Σ’ αυτή την πρώτη φάση είναι αναγκαία επίσης δέσμη μέτρων για την επιβίωση και την αναζωογόνηση της αγροτικής και κτηνοτροφικής δραστηριότητας, του τουρισμού και γενικά της οικονομίας, ώστε να μην υπάρξει κύμα φυγής από τις κατεστραμμένες περιοχές. Στη ζώνη του επείγοντος ανήκουν επίσης και άμεσα αντιπλημμυρικά έργα.

 Από κει και πέρα, όμως, είναι ανάγκη να υπάρξουν, μέσα από διάλογο με τις τοπικές κοινωνίες, μεσομακροπρόθεσμα ολοκληρωμένα προγράμματα ανασυγκρότησης για όλες τις πληγείσες περιοχές, όπως έχει γίνει διεθνώς με φθίνουσες βιομηχανικές ή οικολογικά υποβαθμισμένες περιοχές

 Για τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων αυτών θα μπορούσε να διεκδικηθεί η διάθεση των αδιάθετων κονδυλίων του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης. Θα μπορούσαν επίσης να ενταχθούν στο Δ΄ ΚΠΣ.

 Πέρα όμως από τις πληγείσες περιοχές, μια νέα ολοκληρωμένη πολιτική αποτελεσματικής θωράκισης της χώρας από ανάλογες καταστροφές στο μέλλον είναι αναγκαία. Πρέπει άμεσα να μπει τέρμα στις προσπάθειες αναθεώρησης του άρθρου 24 του Συντάγματος. Να δοθεί λύση στο πρόβλημα των δασικών χαρτών. Να δημιουργηθεί ξεχωριστό Υπουργείο Περιβάλλοντος. Να επαναπροσδιοριστούν οι όροι δόμησης και συνύπαρξης της ανθρώπινης δραστηριότητας και των οικιστικών ιστών με τα δάση και το περιβάλλον.

            Ν.Δ. ΚΑΙ ΠΑΣΟΚ: ΟΥΤΕ ΘΕΛΟΥΝ ΟΥΤΕ ΜΠΟΡΟΥΝ

 Είπαμε πως άλλαξε βίαια η ατζέντα των εκλογών. Όχι όμως και οι όροι διεξαγωγής τους. Κάνει εντύπωση η ταχύτητα με την οποία η δικομματική αντιπαράθεση μετατοπίστηκε από το πόρισμα Ζορμπά στο πεδίο των θεωριών συνομωσίας ως προς τους υπεύθυνους των πυρκαγιών.

Εκείνο που συγκαλύπτεται από τις θεωρίες συνομωσίας δεν είναι μόνο οι άμεσες πολιτικές ευθύνες. Συγκαλύπτεται γενικότερα ένα μοντέλο ανάπτυξης και πολιτικής που από την ίδια μήτρα παράγει ταυτόχρονα ιδιωτικά κέρδη και δημόσια μιζέρια, συσσωρεύει ιδιωτικό πλούτο και δημόσια ελλείμματα και μετασχηματίζει δημόσια αγαθά σε ιδιωτικές περιουσίες, πηγές ιδιωτικού κέρδους και αναλώσιμα εμπορεύματα.

 Θα πει κάποιος πως, ακόμη και με δεδομένο αυτό, θα μπορούσαν εν τούτοις να είχαν επικυρωθεί οι δασικοί χάρτες, να είχε μπει φραγμός στο καθεστώς των αυθαιρέτων και των αυθαιρεσιών και να υπάρξει μια πολιτική πρόληψης και καταστολής που να αποτρέπει έστω τη διακινδύνευση της ανθρώπινης ζωής, πόλεων, ιστορικών μνημείων. Φαίνεται, όμως -εκ του αποτελέσματος- πως ακόμη και αυτό καθίσταται δύσκολο, στο πλαίσιο ενός μοντέλου πολιτικής που έχει αποστεωθεί σ’ ένα καρτέλ δικομματικής εξουσίας στο οποίο η συμπληρωματικότητα των ρόλων έχει αντικαταστήσει τον ουσιώδη προγραμματικό και πολιτικό ανταγωνισμό.

 Τώρα βέβαια, εν όψει των εκλογών, η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ δε θα διστάσουν να υιοθετήσουν ακόμη και προωθημένες θέσεις οικολογικών και αριστερών οργανώσεων, ειδικών επιστημόνων και των ίδιων των πολιτών για την οικολογική, οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση των περιοχών που επλήγησαν, για τη θωράκιση της χώρας συνολικά, για μια άλλη στάση απέναντι στο δάσος και το περιβάλλον.

 Το πρόβλημα ωστόσο της οικολογικής ανασυγκρότησης και θωράκισης της χώρας δεν είναι καινούργιο. Έχει τεθεί με τρόπο επιτακτικό και εμπεριστατωμένο με το πόρισμα της Διακομματικής Επιτροπής που συγκροτήθηκε από τη Βουλή το 1991 και ολοκλήρωσε το έργο της το 1993.

 Το πόρισμα εκείνο, αν και είχε την αποδοχή όλων των κομμάτων, αν και είχε δηλαδή αυξημένη πολιτική νομιμοποίηση, αγνοήθηκε επιδεικτικά από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ.

 Όλοι οι νόμοι που ψηφίστηκαν από τότε μέχρι σήμερα, όλες οι τροπολογίες που ψηφίστηκαν ή επιχειρήθηκε να ψηφιστούν, όλες οι συζητήσεις που έγιναν για το Σύνταγμα και το άρθρο 24 ή με άλλες αφορμές, όλες είχαν ως αντικείμενό τους την περιστολή της έννοιας του δάσους, τη διευκόλυνση της καταπάτησης, της ιδιωτικοποίησης ή της εμπορευματοποίησης των δασών.

 Ακριβώς γι’ αυτό, το παρελθόν του ΠΑΣΟΚ δεν το καθιστά αξιόπιστη εναλλακτική λύση έναντι της Ν.Δ. Όσες εξαγγελίες κι αν κάνει προεκλογικά, αυτές θα στερούνται αξιοπιστίας, όσο το ΠΑΣΟΚ θα επιχειρεί με την πολιτική του να συστεγάζει θύτες και θύματα.

            ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ

 Μόνο η αλλαγή πολιτικής, μόνο η εφαρμογή ενός συνολικού σχεδίου ανασυγκρότησης και οικολογικής θωράκισης μπορεί να δώσει ελπίδα ότι ο εναπομείνας οικολογικός πλούτος θα μπορέσει να διασωθεί, ότι οι πυρόπληκτες περιοχές δε θα ερημοποιηθούν, αλλά θα αναζωογονηθούν κοινωνικά, οικονομικά, οικολογικά. Γι’ αυτό, η εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου  πρέπει να αποτελέσει κεντρικό στόχο και μετά τις εκλογές. Πόσο ρεαλιστικό όμως είναι αυτό; Πώς θα διαμορφωθεί το μετεκλογικό τοπίο πολιτικά και οικονομικά; Ποιες προτεραιότητες θα κυριαρχήσουν;

 Η Κυβέρνηση, προβάλλει ως επίτευγμα της πολιτικής της τη μείωση των δημόσιων ελλειμμάτων κάτω από το όριο του 3% και τη συνακόλουθη άρση της επιτήρησης από την Ε.Ε. Δίνει την εντύπωση ότι τα δημοσιονομικά δύσκολα ανήκουν στο παρελθόν. Όμως, το επίτευγμα αυτό το πλήρωσαν σκληρά οι εργαζόμενοι με καθήλωση των μισθών και με αύξηση της έμμεσης  (κυρίως) φορολογίας. Το χειρότερο είναι ότι οι θυσίες αυτές, αποδείχτηκαν για μια ακόμη φορά χωρίς ελπίδα και προοπτική, αφού, στο μεταξύ μια νέα δημοσιονομική κρίση έχει ωριμάσει.

 Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η προεκλογική εικόνα των παροχών και υποσχέσεων μετά τις εκλογές θα δώσει τη θέση της σε μια εντελώς διαφορετική εικόνα δημοσιονομικών πιέσεων.

 Η διεύρυνση της φοροδιαφυγής, η μείωση των Δημόσιων Εσόδων λόγω μείωσης των φορολογικών συντελεστών στα κέρδη και τα μερίσματα, η υπέρβαση τω δημόσιων δαπανών κατά το τρέχον έτος, αλλά και η διαρκής αναπαραγωγή κρυφών χρεών και ελλειμμάτων, οδηγούν σε μια νέα εκδοχή της δημοσιονομικής κρίσης,  που ενδέχεται να πάρει τη μορφή μιας κρίσης των δημόσιων εσόδων αμέσως μετά τις εκλογές.

 Ο άμεσος κίνδυνος που διαγράφεται, λοιπόν, είναι, μετά τις εκλογές, υπό την πίεση ακριβώς αυτής της «κρίσης εσόδων», να κυριαρχήσουν ξανά κοντόφθαλμες και στενά δημοσιονομικές λογικές, να επιχειρηθούν ξανά σκληρές εισοδηματικές και φορολογικές επιδρομές, να αγνοηθούν ξανά οι ανάγκες για μια μακρόπνοη στρατηγική και, πριν από όλα, η ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανασυγκρότησης και οικολογικής θωράκισης της χώρας.

Για μας, για το Συνασπισμό Ριζοσπαστικής Αριστεράς οι αγώνες για την υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου, αλλά και για την απόκρουση των νέων επιδρομών στο εισόδημα και τα δικαιώματα των εργαζομένων, των νέων και των γυναικών, θα είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής των μετεκλογικών εξελίξεων. Η εκλογική ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ ασφαλώς θα δώσει ώθηση σ’ αυτό τον αγώνα και σ’ αυτή την προοπτική.